Οι Μπαλτάκοι, οι παγίδες και το αντιρατσιστικό

Standard

(δημοσιεύεται στην “Εποχή”, 31.8.2014)

του Στρατή Μπουρνάζου

Ρενέ Μαγκρίτ, "Η ωραία της νυκτός", 1932

Ρενέ Μαγκρίτ, “Η ωραία της νυκτός”, 1932

Το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο το οποίο έρχεται την Τρίτη στη Βουλή διεκδικεί τρεις πρωτοτυπίες: Πρώτον, το φέρνει μια κυβέρνηση για την οποία η ξενοφοβία και ο ρατσισμός είναι βασικοί άξονες του λόγου και της πολιτικής της. Δεύτερον, είναι το πιο «παγωμένο» νομοσχέδιο της μεταπολίτευσης, καθώς μπαινόβγαινε στο ψυγείο ενάμιση χρόνο. Τρίτον, στη σχετική δημόσια συζήτηση κυριάρχησε, δυσανάλογα, ένα θέμα: ο χαρακτηρισμός ως γενοκτονίας του εγκλήματος εναντίον των Αρμενίων, των Ποντίων κ.ά. και η ποινικοποίηση της «άρνησής» του. Οι τρεις αυτές πρωτοτυπίες είναι στενά συνδεδεμένες: η δεύτερη και η τρίτη πηγάζουν από την πρώτη. Επειδή η κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται για το αντιρατσιστικό (στην καλύτερη περίπτωση το θεωρεί μπελά που επιβάλλουν οι «διεθνείς υποχρεώσεις» και στη χειρότερη εχθρικό), το άφηνε μήνες στο ψυγείο. Για τον ίδιο λόγο, επειδή δεν θέλει η συζήτηση να επικεντρωθεί σε κανένα από τα πάμπολλα ζητήματα που ανακινεί ένα τέτοιο νομοσχέδιο (πώς ορίζεται το ρατσιστικό έγκλημα, πώς αντιμετωπίζουμε τους θύλακες της Χρυσής Αυγής στο κράτος και την εξάπλωσή της στην κοινωνία, πώς προστατεύουμε τα θύματα της ρατσιστικής βίας κ.ο.κ.) επιδιώκει να εξαντληθεί η συζήτηση σε ένα θέμα ουσιαστικά άσχετο: το έγκλημα σε βάρος Ποντίων και Αρμενίων.

Αν ξεκινάω με τις τρεις αυτές πρωτοτυπίες, δεν το κάνω για λόγους… πρωτοτυπίας. Αλλά επειδή πιστεύω ότι ενέχουν δύο παγίδες.

  1. Αρχίζω από τις γενοκτονίες. Όπως έλεγα, η ΝΔ και η κυβέρνηση, έχει, πέραν της ψηφοθηρίας, έναν βαθύτερο λόγο να επικεντρωθεί η συζήτηση εκεί. Με ένα σπάρο πετυχαίνει κάμποσα τρυγόνια: μετατοπίζει τη συζήτηση από όλα τα ουσιαστικά θέματα όπου νιώθει στριμωγμένη και λόγω της πολιτικής της αλλά και λόγω της ιδεολογικής της σκευής (ρατσισμός, Χρυσή Αυγή, ομοφοβία, μπαλτάκειες ωσμώσεις με νεοναζί κ.ά.)· μπορεί να πλειοδοτεί σε εθνικιστικούς λεονταρισμούς, ευελπιστώντας να «στριμώξει» τον ΣΥΡΙΖΑ· και, τέλος, ξεφεύγει από μια σειρά άλλα «άβολα» θέματα, όπως η επέκταση του συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια.

Πιστεύω ότι εμείς πρέπει με σταθερότητα να κάνουμε δύο πράγματα. Πρώτον, να λέμε καθαρά τη θέση μας: ότι για λόγους ελευθερίας της έκφρασης αλλά και αποτελεσματικότητας είμαστε αντίθετοι στην ποινική δίωξη των «αρνητών» – ακόμα και του φρικιαστικότερου εγκλήματος, του Ολοκαυτώματος. Και το ότι αν η αιματηρή εκδίωξη των χριστιανών του Πόντου, της Μικράς Ασίας, της Ανατολικής Θράκης πρέπει να χαρακτηριστεί «γενοκτονία», «εθνοκάθαρση» ή «σφαγή», αυτό ας αντικείμενο δημόσιου και επιστημονικού διαλόγου, όχι ποινικού κολασμού. Δεύτερον, και πολύ σημαντικό, να μην τροφοδοτήσουμε με τη στάση μας την επιδίωξη της κυβέρνησης, να επικεντρωθεί η συζήτηση στις γενοκτονίες. Γιατί από αυτό μόνο να χάσουμε έχουμε, ακόμα και αν τα λέμε με τον πιο λαμπρό, σαφή, υπέροχο τρόπο. Όχι μόνο επειδή, με δεδομένο το τοπίο της διαστρέβλωσης στα ΜΜΕ, το μόνο που θα μάθει πολύς κόσμος είναι «καβγάς ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ για τους Ποντίους» ή «ο ΣΥΡΙΖΑ αβαντάρει τους Τούρκους». Αλλά, κυρίως, επειδή δεν είναι η γενοκτονία το επίδικο. Το επίδικο είναι η αποτελεσματική αντιρατσιστική νομοθεσία και η εφαρμογή της, ο θεσμικός ρατσισμός, οι ευθύνες της κυβέρνησης, η Χρυσή Αυγή, η διεύρυνση του συμφώνου συμβίωσης: αυτά πρέπει να επαναφέρουμε διαρκώς στη συζήτηση, και όχι να παγιδευθούμε σε μια συζήτηση περί γενοκτονίας, εθνοκάθαρσης κλπ. Συνέχεια ανάγνωσης

Το «πάγωμα» του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου και η απόψυξη του ρατσισμού

Standard

(δημοσιεύτηκε στην κυριακάτικη Αυγή, 24.8.2014)

του Στρατή Μπουρνάζου

Έργο του  Μichael Ηafftka

Έργο του Μichael Ηafftka

Εδώ και ενάμιση χρόνο, από την άνοιξη του 2013, το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο μπαινοβγαίνει διαρκώς στο ψυγείο. Τελευταίο επεισόδιο, η «αναβολή» του, προχθές Παρασκευή. Οι συνεχείς αυτές καταψύξεις, αποψύξεις και ανακαταψύξεις (λίαν βλαβερές για τη δημόσια υγεία, ως γνωστόν), φανερώνουν, βέβαια, ότι η ΝΔ, αλλά και η κυβέρνηση, δεν θέλησε ποτέ το νομοσχέδιο: το αντιμετώπισε, στην καλύτερη περίπτωση, σαν μπελά και, στη χειρότερη, σαν εχθρό. Ακόμα και αν ο λόγος της πρόσφατης αναβολής είναι όχι μόνο οι εθνοπρεπείς αντιδράσεις βουλευτών, ιεραρχών και μπαλτάκων, αλλά και η στάθμιση των σχέσεων με την Τουρκία (λόγω ποινικοποίησης της άρνησης του εγκλήματος σε βάρος Ποντίων και Αρμενίων) το συμπέρασμα δεν αλλάζει: για την κυβέρνηση, ο αντιρατσισμός δεν είναι αξία ή πολιτική επιλογή, αλλά ο κοινός παρονομαστής μεταξύ διεθνών πιέσεων, διακρατικών υπολογισμών, «εθνικοφρόνων» αντιδράσεων, ευρωπαϊκής βιτρίνας και δημαγωγίας.

Είναι αξιοπρόσεκτο, έτσι, ότι θέματα που συζητήθηκαν, όλες τις προηγούμενες μέρες, δεν ήταν η ρατσιστική βία, ο ορισμός του ρατσιστικού εγκλήματος, η δράση της Χρυσής Αυγής, η αντιρατσιστική διαπαιδαγώγηση, ο νεοναζισμός, τα όρια της ελεύθερης έκφρασης. Το θέμα που κυριάρχησε καταθλιπτικά, με ευθύνη της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ, καθώς και κάποιων ανεξάρτητων βουλευτών (ανάμεσά τους και οι «προοδευτικοί» –τρομάρα τους!– Πάρις Μουτσινάς και Μάρκος Μπόλαρης, οι οποίοι χαρακτήρισαν το νομοσχέδιο «κατάπτυστη και αντεθνική υπαγόρευση») ήταν η ποινικοποίηση της άρνησης «της γενοκτονίας Ποντίων, Αρμενίων, Θρακιωτών, Μικρασιατών, Ασσυρίων» (επιστολή «38»). Άλλη μια απόδειξη πόσο προσχηματικό είναι το ενδιαφέρον των παραπάνω για την αντιρατσιστική νομοθεσία — αλλιώς όλο και κάτι άλλο, εκτός από την υπεράσπιση των Χριστιανών και του ελληνισμού (ως αντίπραξη μάλιστα στην ποινικοποίηση της άρνησης του «εβραϊκού» Ολοκαυτώματος!) θα έθεταν.

Νομίζω ότι για μας το πράγμα, αν και όχι εύκολο, είναι σαφές: Είμαστε κατά της ποινικοποίησης της «άρνησης» για λόγους ελευθερίας της έκφρασης – και όχι βέβαια από οιαδήποτε συμπάθεια για τους «αρνητές». Όπως η Ντέμπορα Λίπσταντ,[1] εμβληματική Εβραία μελετήτρια και αγωνίστρια κατά της άρνησης του Ολακαυτώματος έχοντας αφιερώσει το έργο και τη ζωή της στην αντίκρουση των ψευδών των «αρνητών», είναι κατηγορηματικά αντίθετη στην ποινική δίωξή τους, θεωρώντας τη ανελεύθερη (βλ. το κλασικό της έργο Deborah Lipstadt, Denying the Holocaust: The Growing Assault on Truth and Memory, Plume, Nέα Υόρκη 1993). Έτσι κι εμείς: για λόγους και αρχής και αποτελεσματικότητας, είμαστε αντίθετοι στην ποινική δίωξη των «αρνητών» (ακόμα κι αν αυτοί αρνούνται το φρικιαστικότερο έγκλημα: το Ολοκαύτωμα). Μετά, ας συζητήσουμε αν η αιματηρή εκδίωξη των χριστιανών του Πόντου, της Μικράς Ασίας, της Ανατολικής Θράκης πρέπει να χαρακτηριστεί «γενοκτονία», «εθνοκάθαρση» ή «σφαγή». Προσωπικά, πιστεύω (όπως έδειξε και ο Νίκος Φίλης, “Παλαιοκομματισμός και ‘Γενοκτονία’ “, Αυγή, 20.8.2014) ότι πρόκειται για «εθνοκάθαρση». Αλλά αυτό ας είναι αντικείμενο δημόσιου και επιστημονικού διαλόγου, όχι ποινικού κολασμού, κομματικής απόφασης ή εθνοκάπηλων ιερεμιάδων. Συνέχεια ανάγνωσης

Από τη Βεργίνα στην Αμφίπολη: Πρώτα ως τραγωδία, μετά ως φάρσα

Standard

enthemata:

Το άρθρο του Γιάννη Χαμηλάκη πρωτοδημοσιεύτηκε ένα χρόνο περίπου πριν, στα “Ενθέματα” (1.9.2013). Δυστυχώς, διατηρεί αμείωτη την επικαιρότητα και τη σημασία του, και έτσι το αναδημοσιεύουμε

Originally posted on ΕΝΘΕΜΑΤΑ:

του Γιάννη Χαμηλάκη

Mποστ, «Ο Μεγαλέξανδρος με την αδελφή του την Γοργώνα»

Mποστ, «Ο Μεγαλέξανδρος με την αδελφή του την Γοργώνα»

Αμφίπολη Σερρών, Αύγουστος 2013: Η «εθνική αρχαιολογία» σε νέες, ηρωικές περιπέτειες. Ή μήπως όχι και τόσο νέες; 1977-2013, σα να μην πέρασε μια μέρα. Ξανά ένας τύμβος, ένα «μοναδικό» ταφικό μνημείο (γνωστό στους αρχαιολόγους ήδη από τη δεκαετία του ’60), ξανά η βιαστική συσχέτιση με έναν «σημαντικό» νεκρό που εμμέσως πλην σαφώς κατονομάζεται, ξανά οι ομολογημένες ή κρυφές ελπίδες για μια συγκλονιστική αποκάλυψη, ξανά οι από Βορράν εχθροί –αντίπαλοι στη μάχη των συμβόλων– που καραδοκούν.

Παρά τις έστω και καθυστερημένες αντιδράσεις των ανασκαφέων και την ανακοίνωση του Υπουργείου Πολιτισμού που τονίζει πως, σ’ αυτό το στάδιο τουλάχιστον, «οποιαδήποτε ταύτιση με ιστορικά πρόσωπα στερείται επιστημονικής τεκμηρίωσης και είναι παρακινδυνευμένη», άλλη μια κάθοδος στον κόσμο των «επιφανών» νεκρών προετοιμάζεται· άραγε, άλλο ένα δράμα δημόσιας ονειρικής αρχαιολογίας βρίσκεται εν τη γενέσει; Πάντως η στιγμή της αποκάλυψης προετοιμάζεται με «γοργό ρυθμό γιατί…

View original 334 more words

Κλειστόν λόγω θέρους

Standard
Νικόλαος Λύτρας, "Το ψάθινο καπέλο", 1923-1926

Νικόλαος Λύτρας, “Το ψάθινο καπέλο”, 1923-1926

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ

Το κατάστημα των «Ενθεμάτων», λόγω του ενσκήψαντος θέρους, θα αργήσει καθ’ όλη τη διάρκεια του Αυγούστου. 

Θα επανέλθει τον Σεπτέμβριο.

Ευχόμεθα στην εκλεκτή πελατεία μας, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, επαναστάτας (μαρξιστάς και μη), συριζιστάς, ρεφορμιστάς, φίλια τμήματα και λοιπές δημοκρατικές δυνάμερις, καλό παραθερισμό!

Εκ της επιμελητείας των Ενθεμάτων

Ενταύθα, 10 Αυγούστου 2014

H φιλοσοφία και η πολιτική σε αναζήτηση της χαμένης γραμμής: O Ζακ Ντερριντά για τον Λουί Αλτουσέρ

Standard

 Σκέψεις με αφορμή το βιβλίο Πολιτική και φιλία. Ο Ζ. Ντερριντά για τον Λ. Αλτουσέρ

της Ελένης Κοσμά

6-elena kosmaΑπό μια δυσερμήνευτη τροπή της τύχης, η συνέντευξη που κυκλώνεται από τη συζήτηση για τον ρόλο, τις προϋποθέσεις και τα θεωρητικά απότοκα της στράτευσης σε ένα από τα περισσότερο «σταλινικά», τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του ’70, κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης, και που σε σημεία δίνει την αίσθηση πως αυτή η εμπλοκή ή μη εμπλοκή στο Κόμμα καθορίζει τις τύχες και τις εκτροπές ολόκληρου του φιλοσοφικοπολιτικού εποικοδομήματος, δίνεται οχτώ μόλις μήνες πριν την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την οριστική πλέον κατάρρευση του σοβιετικού σοσιαλισμού. Μετά την πτώση των σοβιετικών καθεστώτων η μαρξική επιστημολογία άρχισε να συζητείται με διαφορετικούς όρους και εγκαινιάστηκε ένας αστερισμός μαρξισμών, ο οποίος θεωρεί πλέον υποχρέωσή του μια ορισμένη ποικιλία κατευθύνσεων και ρευμάτων στο εσωτερικό του, τέτοια που να μπορεί να «συμφιλιώσει» έναν Αλτουσέρ με έναν Μπλοχ, για παράδειγμα.[1]

Διαβάζοντας αναδρομικά αυτό το κείμενο δεν μπορούμε παρά να ανιχνεύσουμε, κατασκευάζοντας ίσως μέσα από μια αναδρομική «σπέκουλα», τις άρσεις και τις θέσεις προς τον κυρίαρχο λόγο που οδεύει προς το κλείσιμό του, τις απουσίες και τις παρουσίες του στον πυρήνα της σκέψης των συνομιλητών, τις προοικονομήσεις, σε τελική ανάλυση, για αυτό το κλείσιμο. Η απόρριψη της τελεολογίας του παλαιού διαλεκτικού υλισμού είναι, άλλωστε, από τα πρώτα αλληλοδιεκδικούμενα εδάφη, πάνω στα οποία θα κριθούν τα «πολιτικά» θεμέλια της «φιλίας» του Αλτουσέρ με τον Ντερριντά. Συνέχεια ανάγνωσης

Ελληνική κινηματογραφική πρωτοπορία: στα ίχνη ενός κρυμμένου θησαυρού

Standard

 του Νίκου Τσαγκαράκη

Από την ταινία «Μοντέλο» του Κώστα Σφήκα (1974)

Από την ταινία «Μοντέλο» του Κώστα Σφήκα (1974)

«Πειραματικός κινηματογράφος; Υπάρχει τέτοιο πράγμα στην Ελλάδα;» Μια συνηθισμένη αντίδραση στο άκουσμα ενός από τα πιο παραγνωρισμένα είδη της εγχώριας κινηματογραφικής παραγωγής, το οποίο συναντάται επίσης με το όνομα «ελληνική κινηματογραφική πρωτοπορία». Με τους δύο αυτούς όρους εννοούνται μη-αφηγηματικές ταινίες, μικρού και μεγάλου μήκους, που γυρίστηκαν από ελληνικής καταγωγής σκηνοθέτες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Όπως δηλώνουν οι δύο συνηθέστερες ονομασίες του, αυτός ο τύπος κινηματογράφου θεωρείται ότι αποτελεί το ελληνικό αντίστοιχο παράδειγμα στις μεσοπολεμικές και μεταπολεμικές πρωτοπορίες, που αναπτύχθηκαν κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Πότε όμως ξεκινάει η κινηματογραφική πρωτοπορία στην Ελλάδα, ποια είναι τα χρονικά της όρια; Παρότι η ακριβής έναρξή της ακόμη ερευνάται, μπορούμε να πούμε, χονδρικά, ότι εμφανίστηκε για πρώτη φορά πριν από σαράντα περίπου χρόνια, ενώ εξακολουθεί μέχρι και σήμερα –έστω σποραδικά– να μας δίνει δείγματα.

 Από την ταινία «Idees fixes/ Dies irae. Παραλλαγές στο ίδιο θέμα» της Αντουανέττας Αγγελίδη (1977)

Από την ταινία «Idees fixes/ Dies irae. Παραλλαγές στο ίδιο θέμα» της Αντουανέττας Αγγελίδη (1977)

Βεβαίως, οι όροι πειραματικός και πρωτοποριακός κάθε άλλο παρά συγκεκριμένοι και κανονιστικοί είναι, αλλά συμπτωματικοί, ρευστοί και καταχρηστικοί, αφού ακόμη και σήμερα η μελέτη των κινηματογραφικών πρωτοποριών δυσκολεύεται να οριοθετήσει το αντικείμενό της με απόλυτους αισθητικούς όρους. Ωστόσο, εξακολουθούν να εντοπίζονται ορισμένα γνωρίσματα που, όπως και στο εξωτερικό, μπορούν να ορίσουν την πρωτοποριακή παραγωγή στην Ελλάδα. Μεταξύ άλλων, η άρνηση των αφηγηματικών συμβάσεων (αναπαραστατικότητα, χωροχρονική και λογική συνοχή γεγονότων κ.ά.), η διερεύνηση των εκφραστικών δυνατοτήτων του κινηματογραφικού μέσου, η πολιτική στράτευση, αντισυμβατικές εκ μέρους των δημιουργών και απαιτητικές για τον θεατή υφολογικές επιλογές.

Προσπαθώντας να ορίσουμε ιστορικά το είδος, ένα χρήσιμο σημείο εκκίνησης είναι οι πληροφορίες που παρέχει η ελληνική κινηματογραφική ιστοριογραφία. Σ’ αυτό το άρθρο λοιπόν θα επιχειρήσω να σκιαγραφήσω πολύ γενικά την εικόνα της ελληνικής κινηματογραφικής πρωτοπορίας, όπως διαμορφώνεται στις ιστορικές αφηγήσεις για τον ελληνικό κινηματογράφο που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα, ανιχνεύοντας συνέχειες, αντιφάσεις, ελλείψεις και αποκαλύψεις. Απώτερος στόχος, να ερευνηθεί κατά πόσο σχηματίζεται μια ομοιόμορφη εικόνα για την ελληνική κινηματογραφική πρωτοπορία, και πόσο εξυπηρετείται η ανάγκη να γνωρίσει και να κατανοήσει κανείς μια από τις πιο ιδιόμορφες πλευρές της ελληνικής κινηματογραφίας. Συνέχεια ανάγνωσης

Για την Αριστερά και τα πανεπιστήμια

Standard

της Ντίνας Βαΐου

Ανρί Ματίς, "Χρυσόψαρα", 1911

Ανρί Ματίς, “Χρυσόψαρα”, 1911

Τα Ενθέματα αφιέρωσαν τις τελευταίες δύο Κυριακές αρκετό από τον χώρο τους στα πανεπιστήμια[1], εγκαινιάζοντας έναν ενδιαφέροντα και επίκαιρο διάλογο, σε μια περίοδο όπου τα πανεπιστήμια βρίσκονται στο στόχαστρο λυσσαλέων επιθέσεων — θεσμικών, οικονομικών και ιδεολογικών. Στο διάλογο αυτό φιλοδοξεί να συμβάλει και το σύντομο τούτο σχόλιο, αναγκαστικά πατώντας στα τριάντα δύο χρόνια δουλειάς στο ΕΜΠ.

Τρεις προκαταρκτικές παρατηρήσεις: Πρώτη, η ιστορία και οι μεταλλαγές του ελληνικού πανεπιστημίου δεν είναι αδιερεύνητο πεδίο, η σχετική βιβλιογραφία είναι πλούσια και μπορεί να υποβοηθήσει την εξασθενημένη μνήμη ή την άγνοια πολλών πανεπιστημιακών[2]. Δεύτερη, οι μετά-το-1974 μεταρρυθμίσεις στην ανώτατη εκπαίδευση (κι όχι μόνο) δεν είναι αποτέλεσμα εμπνευσμένων θεσμικών παρεμβάσεων διαπρεπών ανδρών (και γυναικών;), αλλά και κοινωνικών διεκδικήσεων, συγκρούσεων και προσαρμογών όλων των συνιστωσών της πανεπιστημιακής κοινότητας. Από την άποψη αυτή, το πανεπιστήμιο αποτελεί σημαντική συνιστώσα και διαρκές επίδικο του εκδημοκρατισμού που συνδέεται με όσα σηματοδοτεί ο όρος «μεταπολίτευση». Τρίτη, ο νόμος-πλαίσιο (Ν. 1268/1982, σε συνέχεια του Ν. 815/1978) είναι σημαντικός σταθμός –ίσως και σημείο εκκίνησης — στη διαδικασία εκδημοκρατισμού του πανεπιστημίου. Οι διαδοχικές αναθεωρήσεις, ήδη από την επαύριο της ψήφισής του, στόχευσαν –και πέτυχαν– τον περιορισμό των δημοκρατικών ανοιγμάτων, μέχρι την κατάργησή τους και τη ρεβανσιστική επάνοδο της Δεξιάς που προδιέγραψε ο Ν4009/2011. Συνέχεια ανάγνωσης