Διήγημα του Γιώργου Κ. Μπουγελέκα

Ανδρέας Γεωργιάδης (Κρης), «Οι δύο φίλοι»
«Όσο αξίζεις εσύ κι η καρδιά σου η χρυσή, δεν αξίζουν μαζί ο ουρανός κι όλη η γη…».
Το τζουκ μποξ πίσω από την Αγία Ελεούσα στις δόξες του. Πέμπτη βράδυ και το ταβερνάκι του Χρήστου δεν είχε κόσμο. Δυο-τρεις παρέες και κανένας περαστικός, που θα έπαιρνε το σουβλάκι στο χέρι, όλη η πελατεία του. Μάης γλυκός ήταν. Οι μετεωρολόγοι μιλούσαν για πρώιμο καλοκαιράκι. Τα τραπεζάκια είχαν βγει κιόλας έξω.
Σε ένα από αυτά έκατσαν ο Κώστας κι ο Στέλιος. Φοιτητές από την Καλαμάτα. Συμμαθητές στο Γυμνάσιο, γείτονες και αχώριστοι φίλοι. Μαζί νοίκιασαν στην απομακρυσμένη συνοικία της Αθήνας το δυαράκι που έμεναν. Φτηνό ήταν, είχε και το αποχωρητήριο μέσα στο σπίτι. Μια χαρά.
«Όλα τα κομφόρ!» έλεγε ο σπιτονοικοκύρης με καμάρι.
Στη Φιλοσοφική ο πρώτος, γεωπόνος σπούδαζε ο δεύτερος.
Όμως αυτά που τους ένωναν ήταν πιο βαθιά από την καταγωγή και την παιδική τους ηλικία. Χρόνια συνεξόριστοι οι πατεράδες τους, και οι μάνες τους μαζί στα δύσκολα. Δεσμοί ακατάλυτοι.
Μπύρες και σουβλάκια παρήγγειλαν.
«Άλφα, κυρ Χρήστο», τόνισε ο Κώστας.
«Δεν έρχεστε πρώτη φορά!» απάντησε απότομα ο ταβερνιάρης και έφυγε μουρμουρίζοντας, αφού έβλεπε τις πωλήσεις της Φιξ να πέφτουν κατακόρυφα μετά τη συμμετοχή τού Γαρουφαλιά –γαμπρού του Φιξ– στις κυβερνήσεις των αποστατών. Όχι πως τον έκοφτε ο Γαρουφαλιάς, ο Νόβας, ο Μητσοτάκης και οι υπόλοιποι. Αυτός τη δουλειά του κοίταζε. Αλλά, ενώ η Φιξ τού έδινε όλο και μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους, σχεδόν ένα χρόνο μετά τα Ιουλιανά, ο κόσμος όλο και περισσότερο προτιμούσε τις άλλες μάρκες.

Γιώργος Μανουσάκης, «Καρέκλες και τραπεζάκι σε καλαμιές», 1957
«Κι αυτοί πια οι Λαμπράκηδες τόσο φανατισμένοι με την Αποστασία!» σκέφθηκε.
Τόξερε για τους δύο Καλαματιανούς. Του τόχε σφυρίξει ο Αθανασόπουλος, σχεδόν επίσημος χαφιές του παραρτήματος της τοπικής Ασφάλειας.
«Μπορεί να μην πολυφαίνονται στην Αγία Βαρβάρα, όμως από το Σπουδαστικό μού έστειλε τα χαμπέρια τους ένα φιλαράκι μου από την Κατοχή –ήμασταν μαζί στα τάγματα– πως είναι, λέει, δραστήρια στελέχη. Πρωτοστατούν όχι μόνο στις φοιτητικές συνελεύσεις, αλλά και στις συμπλοκές με την ΕΚΟΦ και την αστυνομία. Άμα ακούσεις να κουβεντιάζουν τίποτα ενδιαφέρον, μη με ξεχάσεις», του τόνισε με νόημα.
Ο κυρ Χρήστος θύμωσε, αλλά δεν τόδειξε. Δεξιός ήταν, αλλά ρουφιάνος δεν θα γινόταν. Στο κάτω-κάτω μια χαρά παιδιά ήταν. Έρχονταν κάνα-δυο φορές την εβδομάδα. Έπιαναν το πιο απόμερο τραπεζάκι, έπιναν τα ποτήρια τους και κυρίως κουβέντιαζαν. Ασταμάτητα. Ήταν φορές μάλιστα που είχε την εντύπωση ότι διαφωνούσαν έντονα. Όμως όταν πλησίαζε με τους μεζέδες, ήταν αδύνατο, ακόμα κι αν το επεδίωκε, να καταλάβει τι έλεγαν. Καμιά φορά έβαζαν και κανένα τραγούδι στο τζουκ μποξ. Πάντα του Θεοδωράκη, και οπωσδήποτε το «Βράχο-βράχο τον καημό μου».
«Μου θυμίζει τον πατέρα μου, κυρ Χρήστο», τούλεγε ο Στέλιος.
«Καλαματιανός δεν είναι ο πατέρας σου;» ρωτούσε με απορία ο μαγαζάτορας.
«Καλαματιανός, αλλά έζησε πολλά χρόνια στα νησιά», συνέχιζε ο νέος. Ο κυρ Χρήστος δεν καταλάβαινε και σταματούσε την προσπάθεια. (περισσότερα…)
Like this:
Be the first to like this post.