Στη συγκυρία της κρίσης: Η τεράστια διοικητική-πολιτική αναδιάρθρωση του Καλλικράτη και η λογική της «αποκένωσης του κράτους»

Standard

Συζητούν ο Χάρης Κωνσταντάτος, ο Μιχάλης Σπουρδαλάκης

και ο Κωστής Χατζημιχάλης

 

Φωτογραφία του Ρομπέρ Ντουανό, 1957

Εδώ και λίγους μήνες, ο «Καλλικράτης», μια τεράστια διοικητική και πολιτική αναδιάρθρωση της χώρας, αποτελεί νόμο του κράτους. Αυτή η μείζονος σημασίας νομοθετική μεταβολή, που αλλάζει πάρα πολλά, όχι μόνο στην Τοπική Αυτοδιοίκηση αλλά και γενικότερα στη δομή του κράτους, δεν συζητήθηκε επαρκώς ούτε την εποχή της κατάθεσης και της ψήφισής της, αλλά ούτε και ενόψει των αυτοδιοικητικών εκλογών της 7ης Νοεμβρίου, των πρώτων που γίνονται με το νέο πλαίσιο.

Εκτιμώντας ότι το θέμα αποτελεί ένα από τα κεντρικότερα ζητήματα των επερχόμενων εκλογών για την Αριστερά, ζητήσαμε από τρεις καλούς γνώστες να το προσεγγίσουν, πολιτικά και επιστημονικά, στο σημερινό φύλλο των «Ενθεμάτων». Τους θέσαμε ορισμένα γενικά ερωτήματα όπως τι σημαίνει ο «Καλλικράτης» (γενικά, αλλά και στην παρούσα συγκυρία), ποιες αλλαγές επιφέρει στο αυτοδιοικητικό και γενικότερο πεδίο, ποια είναι η κριτική από την πλευρά της Αριστεράς, ποια μπορεί να είναι η αριστερή παρέμβαση στα αυτοδιοικητικά, με βάση την ελληνική και τη διεθνή εμπειρία. Οι τρεις συνομιλητές μας (ο Χάρης Κωνσταντάτος, υποψήφιος διδάκτωρ στο Τμήμα Γεωγραφίας του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου, ο Μιχάλης Σπουρδαλάκης, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών, και ο Κωστής Χατζημιχάλης, καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο), αποκρίθηκαν με προθυμία στο κάλεσμά μας. Τους ευχαριστούμε θερμά, και για την ανταπόκριση και για το αποτέλεσμα.

Την επόμενη Κυριακή θα δημοσιευτεί στα «Ενθέματα» το δεύτερο μέρος της συζήτησης, με θέμα: Αριστερά και Τοπική Αυτοδιοίκηση. Εμπειρίες από την Ευρώπη και την Ελλάδα, τι σήμαινε και τι σημαίνει «αριστερός δήμαρχος».

“Ε”

Μια τεράστια διοικητική και πολιτική αναδιάρθρωση της χώρας

Ρενέ Μαγκρίτ, "Προς δόξαν της διαλεκτικής", 1936 ("Ένα εσωτερικό χωρίς εξωτερικό δεν μπορεί, καθεαυτό, να συνιστά εσωτερικό". Γ. Φ. Χέγκελ)

Xάρης Κωνσταντάτος: Χαρτογραφώντας τις μεγάλες αλλαγές που εισάγει ο Καλλικράτης, θα σημείωνα, καταρχάς, τη θέσπιση του περιφερειακού επιπέδου αυτοδιοίκησης, για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Καθώς υπάρχει συνταγματική δέσμευση για δύο επίπεδα αυτοδιοίκησης, και με δεδομένη τη σχετικά πρόσφατη εμπειρία της εισαγωγής της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης από τον προηγούμενο «Καποδίστρια», το επίπεδο αυτό συγκροτείται με τη συνένωση σε 13 περιφέρειες των υπαρχoυσών νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων.

Ένα δεύτερο βασικό στοιχείο είναι ότι συνεχίζονται, με ένα δεύτερο κύμα, οι συνενώσεις των πρωτοβάθμιων αυτοδιοικήσεων και μειώνεται έτσι, κατά πολύ, ο αριθμός των δήμων: από 1033 γίνονται 323.

Αυτές οι ανακατανομές στα δύο επίπεδα αυτοδιοίκησης αναδιατάσσουν, σε πολύ μεγάλο βαθμό, τις αρμοδιότητες που αποδίδονται σε καθένα από αυτά. Αξίζει να δει κανείς ποιες αρμοδιότητες εκχωρούνται από το κεντρικό κράτος στο περιφερειακό επίπεδο, ποιες αρμοδιότητες από το πρώην νομαρχιακό επίπεδο πηγαίνουν προς τα κάτω, προς τους δήμους ή παραμένουν συνενούμενες στο περιφερειακό επίπεδο.

Στις αρμοδιότητες περιφερειών περιλαμβάνονται ο αναπτυξιακός προγραμματισμός στο ευρύ χωρικό επίπεδο της περιφέρειας, η διαχείριση των υδάτινων πόρων, ο συντονισμός και έλεγχος των νοσοκομείων και κέντρων υγείας και η κατασκευή οδικών, λιμενικών κλπ. έργων. Στην περιφέρεια Αττικής και στο μητροπολιτικό διαμέρισμα Θεσσαλονίκης μεταφέρονται ακόμη περισσότερες επιπλέον αρμοδιότητες. Στους δήμους ανατίθενται πολεοδομικές αρμοδιότητες, αρμοδιότητες κοινωνικής πρόνοιας και δημόσιας υγιεινής, καθώς και αρμοδιότητες στην εκπαίδευση — κυρίως οι σχολικές υποδομές και προγράμματα κατάρτισης.

Σημειώνω επίσης τη θέσπιση ενός νέου επιπέδου γενικών κρατικών διοικήσεων, μη αιρετών, πάνω από το αυτοδιοικούμενο περιφερειακό, το νέο εκλογικό σύστημα, καθώς και έναν νέο τρόπο ρύθμισης, εποπτείας και ελέγχου των οικονομικών των ΟΤΑ. Βέβαια, και στο πλαίσιο της συγκυρίας, ο «Καλλικράτης» επιδιώκει ρητά και την επίτευξη δημοσιονομικών στόχων εξοικονόμησης κρατικών δαπανών.

Εν ολίγοις, πρόκειται για μια πολύ μεγάλη θεσμική μεταρρύθμιση. Αν και τα αιτήματα για αποκέντρωση και πολυβάθμια δημοκρατική αυτοδιοίκηση, έχουν συζητηθεί και μελετηθεί εδώ και δεκαετίες, και από τις δυνάμεις της Αριστεράς και γενικότερα από προοδευτικές αυτοδιοικητικές δυνάμεις, η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση, στη συγκυρία που εισάγεται, δεν έχει συζητηθεί, αν μη τι άλλο, επαρκώς και νομοθετήθηκε από την κυβέρνηση με «κατεπείγουσες» διαδικασίες.

Μιχάλης Σπουρδαλάκης: Πρόκειται πράγματι για μια τεράστια διοικητική και πολιτική αναδιάρθρωση της χώρας, μια αναδιάρθρωση που συνάδει με τους γενικότερους μετασχηματισμούς της πολιτικής εξουσίας στη χώρα μας και τη φέρνει πιο κοντά στη λογική διεθνών τάσεων. Ακόμη και ο όγκος, αυτός καθαυτός, του νόμου 8552/2010 (331 σελίδες, 254 άρθρα), είναι ενδεικτικός του εύρους των αλλαγών. Υποστηρίζεται ότι το μέγεθος θα εξασφαλίσει και την αποτελεσματικότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Προβλέπεται ότι δεν πρέπει να υπάρχουν δήμοι με πληθυσμό κάτω των 25.000 στο λεκανοπέδιο και κάτω των 10.000 στην υπόλοιπη χώρα, εκτός και αν δεν γίνεται αλλιώς, όπως σε κάποιες νησιωτικές περιοχές. Αλλαγές έχουμε και στην εκλογική διαδικασία, αφού για πρώτη φορά θα γίνονται εκλογές για τον δεύτερο βαθμό αυτοδιοίκησης ανά πενταετία, οι οποίες θα συμπίπτουν, στο εξής, με τις ευρωεκλογές.

Στη διανομή των εδρών καταργείται το 42% που υπήρχε ως τώρα με τον νόμο Παυλόπουλου. Επανέρχεται το 50% συν 1, για την εκλογή δημάρχου και περιφερειάρχη, αλλά η διανομή των δημοτικών και περιφερειακών συμβούλων είναι δυσανάλογα μεγάλη υπέρ του πρώτου συνδυασμού, ο οποίος ακόμα και με το ¼ των ψήφων την πρώτη Κυριακή διεκδικεί ακόμη τα 3/5 των δημοτικών ή περιφερειακών συμβούλων. Οι αρμοδιότητες οι οποίες δίνονται στους δήμους είναι πολλές και σημαντικές: άσκηση κοινωνικής πολιτικής, περιβαλλοντική και πολιτική προστασία, παιδεία, αθλητισμός, νέα γενιά και, ακόμη, γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία. Σε ό,τι αφορά την περιφέρεια έχουμε, αντίστοιχα, ανάπτυξη, γεωργία, φυσικούς πόρους, απασχόληση, εμπόριο, μεταφορές, τουρισμό, υγεία (με 23 συγκεκριμένες αρμοδιότητες), πολιτική προστασία, διοικητική μέριμνα, παιδεία, αθλητισμό… Περίπου 360 αρμοδιότητες που περνάνε στην περιφέρεια.

Σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότηση, τους πόρους του κεντρικού κράτους προς τους νέους δήμους και περιφέρειες θα καθορίσει υπουργική απόφαση. Στο νόμο όμως αναφέρονται εννέα ακόμη πηγές χρηματοδότησης, κυρίως ιδιωτικής λογικής, αφού οι νέοι ΟΤΑ αναμένεται να αντλούν πόρους από δάνεια, τέλη, την Ευρωπαϊκή Ένωση, χορηγίες, κληρονομιές κ.ά.

Το τελευταίο που θα ήθελα να πω είναι ότι υπάρχει μια εποπτεία, το κράτος θα κάνει τον έλεγχο νομιμότητας και τον πειθαρχικό έλεγχο: θα υπάρχει δηλαδή μια αυτοτελής υπηρεσία εποπτείας, από τα πάνω, που δεν θα είναι βέβαια αιρετή.

Η συγκυρία της κρίσης

Γιώργος Βακαλό, Ταυρομάχος

Κωστής Χατζημιχάλης: Θα αρχίσω με δύο παρατηρήσεις που αφορούν τη συγκυρία, πριν μπω στα πραγματολογικά. Ένα πολύ σημαντικό κενό υπάρχει στη σχέση της σημερινής διοικητικής αναδιάρθρωσης με την προηγούμενη, καθώς δεν έχει υπάρξει συστηματική αξιολόγηση του Καποδίστρια. Η προηγούμενη μεταρρύθμιση, που εφαρμόστηκε πριν από 12 χρόνια, επέφερε μια πολύ σημαντική αλλαγή, η οποία δεν έχει αξιολογηθεί. Η κυβέρνηση εισάγει τη νέα αλλαγή, χωρίς να έχει κάνει καμιά αξιολόγηση της προηγούμενης.

Η δεύτερη παρατήρηση, που είναι και αυτή πολύ σοβαρή, αφορά το ζήτημα της κοινωνικής πολιτικής και της οικονομικής συγκυρίας. Όπως είπαν πριν και οι άλλοι δυο συνομιλητές, πρόκειται για μια συγκλονιστικά σοβαρή αλλαγή, η οποία θα εφαρμοστεί στο πλαίσιο της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης που έχουμε μπροστά μας. Δηλαδή, σε μια εποχή που υποτίθεται ότι το κράτος και οι υπηρεσίες του σε όλες τις βαθμίδες θα έπρεπε να λειτουργούν με τον πιο άρτιο τρόπο (από τις εισπρακτικές πολιτικές μέχρι την κοινωνική πολιτική), εισάγεται μια μεταρρύθμιση η οποία θα αποδιοργανώσει και ό,τι ισχνά λειτουργούσε σε δήμους και νομαρχίες. Οπότε, ακόμα και αν ήταν ένα καταπληκτικό νομοσχέδιο, υπάρχει ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα συγκυρίας, πότε και πώς εφαρμόζεται.

***

Συνέχεια ανάγνωσης

Επιτέλους τάξη! Ή για λίγους ακόμα παραλογισμούς του «κόμματος της λογικής»

Standard

TΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ – ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΨΥΧΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ

του Νικόλα Σεβαστάκη

«Γνωστοί εκδοτικοί οίκοι κλείνουν, μεγάλα βιβλιοπωλεία παλεύουν να επιβιώσουν, οι πωλήσεις πέφτουν δραματικά. Η κρίση πλήττει ήδη και τον χώρο του βιβλίου. Μήπως όμως σ’ αυτό το γκρίζο τοπίο υπάρχουν και κάποια αισιόδοξα μηνύματα; ΄Η τουλάχιστον κάποιοι λόγοι να χαμογελάσουμε, έστω διφορούμενα;
[…] Μπορώ σε ό,τι αφορά το λογοτεχνικό βιβλίο, να μαντέψω ορισμένες εξελίξεις που δρομολογεί ήδη η κρίση και που δεν μου φαίνονται τόσο άσχημες […]. Το γραφείο Πολ Τόμσεν & Σία φανέρωσε και στο υπόλοιπο κομμάτι [του κόσμου της λογοτεχνίας], καθώς και στο πλατύ κοινό, ότι ο μοντέρνος εαυτός μας ήταν μια πλαστογραφία και η εθνική μαγκιά μας ευφημισμός για μια αναπηρία».

(Δημοσθένης Κούρτοβικ, «Βιβλιοδρόμιο», Τα Νέα, 9.10.2010)

 

Ανρί Ματίς, "Αυτός που καταπίνει σπαθιά"

Ο τίτλος του άρθρου από όπου προέρχονται οι παραπάνω φράσεις είναι χαρακτηριστικός. Λέει: «Καλά μαντάτα από τα κακά μαντάτα». Το θέμα είναι οι συνέπειες της κρίσης στον χώρο των εκδόσεων και του βιβλίου όπου, σύμφωνα με τον γνωστό κριτικό και συγγραφέα, η τωρινή «αναγκαστική δίαιτα» (λιτότητα) μπορεί να έχει πολύ ευεργετικά αποτελέσματα. Αναφέρομαι στο συγκεκριμένο άρθρο ως ένα από τα πολλά που αναπτύσσουν το ίδιο βασικό επιχείρημα. Είτε αναφέρονται στο πλήθος των βιβλίων που καλό είναι να μικρύνει είτε στον μεγάλο αριθμό των μικρών καταστημάτων που, εύλογα, πρέπει να «εξορθολογιστεί» με το κλείσιμο κάποιων από αυτά.

Θα συνοψίσω το επιχείρημα, ελπίζοντας ότι δεν φτιάχνω καρικατούρα. Το επιχείρημα λοιπόν λέει ότι η νέα συνθήκη η οποία σφραγίζεται –δίχως όμως και να παράγεται– από τις ρήτρες του Μνημονίου είναι ένα αναγκαίο κακό που εμπεριέχει ωστόσο πολλές θεραπευτικές ευκαιρίες για τις επικρατούσες παθογένειες και στρεβλώσεις. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, οι κοινωνικά επαχθείς πλευρές της «αναγκαστικής δίαιτας» συνιστούν μόνο τη μία πλευρά του ζητήματος. Ίσως μάλιστα όχι και τη σημαντικότερη. Διότι υπάρχει και η άλλη πλευρά που σχετίζεται με τα υπόλοιπα ενός ριζικού κοινωνικού εξορθολογισμού σε μια χώρα της οποίας οι εξωτικές παραμορφώσεις πρέπει να θεωρηθούν μοναδικές και μη συγκρίσιμες με καμιάς άλλης.

Συνέχεια ανάγνωσης

Το δημόσιο πανεπιστήμιο που υπερασπιζόμαστε δεν είναι αυτό που υπάρχει…

Standard

του Νίκου Κοταρίδη

Φωτογραφία του Delfo Sgalambro

Η ρητορεία της κυβέρνησης για τη μεγάλη αλλαγή στα ΑΕΙ βρίθει αναφορών στην «ανάγκη», στην «κοινωνία της γνώσης και της πληροφορίας», στην «καινοτομία και τη διεπιστημονικότητα», την «αξιολόγηση και την κοινωνική λογοδοσία». Ωραία πράγματα, αλλά οι εμπειρίες κακές: με την «αειφόρο και πράσινη ανάπτυξη» συντελέστηκαν οικολογικά εγκλήματα.

Ανάγκη, λοιπόν, φοιτητών και αγοράς. Η ασύμμετρη σχέση, όμως, εργαζόμενων και εργοδοτών, η επονομαζόμενη και ταξική πάλη, καταργήθηκε ήδη διά του νόμου περί συλλογικών συμβάσεων. Κοινωνία της γνώσης και κοινωνία της πληροφορίας ανάγονται στο ίδιο λογικό επίπεδο, διεπιστημονικότητα και συνάντηση ειδικοτήτων, εξομοιώνονται, διά νόμου. «Η ανεργία αντιμετωπίζεται διά της ενίσχυσης του κεφαλαίου που οδηγείται στην επένδυση που παράγει θέσεις εργασίας…» — κι αυτό διά νόμου.

Ως προς τα ΑΕΙ. Μικρές λεπτομέρειες ανάλογων σχηματοποιήσεων που φωτίζουν ενδεχομένως τις πλέον πολύπλοκες πραγματικότητες, αλλά και τις επιτελεστικές λειτουργίες των νεοφιλελεύθερων ιδεολογημάτων. Στη διεθνή πραγματικότητα, η καινοτομία δεν παράγεται μόνο στο δημόσιο πανεπιστήμιο, κατά τη δυναμική της ερευνητικής και διανοητικής εργασίας. Η γνώση δεν διαχέεται μόνο από εκεί στην κοινωνία ως «εφαρμογή», το πανεπιστήμιο δεν είναι το κέντρο του κόσμου. Στα καθ’ ημάς, η «καινοτομία» εστιάζεται πλέον στο πεδίο της συνάντησης ΑΕΙ-κοινωνίας(αγοράς)-εξουσίας, το οποίο εξορθολογίζεται με νέους θεσμούς, προκειμένου να μπει σε τροχιά «παραγωγικότητας» και «αριστείας». Σύμφωνα με τον «απελευθερωμένο» νεοφιλελευθερισμό, στην κοινωνία συντελούνται διεργασίες και απελευθερώνονται δυναμικές ασύμμετρες ως προς τον πνευματικό και τεχνολογικό πλούτο που διαχειρίζονται τα ΑΕΙ ή ως προς την ετοιμότητά τους να συγχρονίζονται και να απαντούν κατά τρόπο «καινοτόμο».

Συνέχεια ανάγνωσης

H τρίχα, η τριχιά, ο λαγός και το Νόμπελ Οικονομίας

Standard

του Θόδωρου Παρασκευόπουλου

Ρενέ Μαγκρίτ, "Το διπλό μυστικό", 1927

Αν το Νόμπελ του Χριστόφορου Πισσαρίδη κρινόταν από το άρθρο «Προτάσεις για μια νέα αναπτυξιακή στρατηγική», που μαζί με άλλους έγραψε στην Καθημερινή, και του το έδιναν, αυτό θα ήταν ισχυρός λόγος για αμφισβητήσει κανείς το κύρος του βραβείου, και μαζί μ’ αυτουνού και το κύρος του νομπελίστα Στίγκλιτς, τον οποίο ο πρωθυπουργός μας έχει ανακηρύξει σύμβουλό του. Γιατί το χαρακτηριστικό αυτού του άρθρου δεν ήταν οι «ακραίες» προτάσεις, όπως έγραψε η Ελίζα Παπαδάκη στα «Ενθέματα» της 17ης Οκτωβρίου, αλλά η ασχετοσύνη. Παραδείγματος χάριν, όταν γράφει ότι οι υπάλληλοι του Δημοσίου πρέπει να μειωθούν στις 700.000, όσοι δηλαδή βρέθηκαν να είναι όλοι οι παντοιοτρόπως μισθοδοτούμενοι από το δημόσιο, δεν μπορούμε να τον πάρουμε στα σοβαρά. Διότι στο καφενείο δικαιολογείται να αναμασάς τα περί 1.100.000 δημοσίων υπαλλήλων, έστω και τόσο σύντομα μετά την απογραφή –το μόνο που σε απειλεί εκεί είναι η καζούρα–, όχι όμως όταν διεκδικείς ακαδημαϊκό κύρος. Ούτε δικαιολογείται να υπόσχεσαι πως, αν μειωθούν οι φόροι επί των κερδών στο 10%, «όπως στην Κύπρο», η Ελλάδα σε 10 χρόνια θα έχει τη «ζηλευτή» ευημερία της Ολλανδίας. Βλέπεις, η Ολλανδία οικοδόμησε την ευημερία της με σχετικά υψηλή φορολογία — 62% ανώτατο συντελεστή για τα φυσικά πρόσωπα και 35% για τις Ανώνυμες Εταιρείες, συν 25% για τα διανεμόμενα. Ακόμα και τώρα, μετά την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού και τις μειώσεις των άμεσων φόρων, η φορολογία εκεί είναι σημαντικά υψηλότερη από της Ελλάδας.

Ωστόσο, από ένα άρθρο σε εφημερίδα δεν μπορούμε να κρίνουμε τη θεωρητική επίδοση για την οποία ο Πισσαρίδης βραβεύτηκε, και η Ελίζα Παπαδάκη έχει από αυτή την άποψη δίκιο να επικρίνει όσους επικριτές περιορίστηκαν σε αυτού του είδους την εύκολη κριτική του «συμπατριώτη μας», όπως λέει — αν κι εγώ είχα την εντύπωση πως δεν τα καταφέραμε όταν πήγαμε να προσαρτήσουμε την Κύπρο. Το δίκιο της θα ήταν μεγαλύτερο, αν αναρωτιόταν για ποιον λόγο ο Πισσαρίδης και οι άλλοι διακινδυνεύουν το ακαδημαϊκό τους κύρος γράφοντας τέτοιου είδους ανοησίες σαν το άρθρο στην Καθημερινή, κι επίσης αν το σημείωμά της δεν περιείχε ορισμένες ανακρίβειες. Δεν είναι αλήθεια, π.χ., ότι η νεοκλασική θεωρία της ισορροπίας στην αγορά εργασίας κυριαρχούσε μέχρι τη δεκαετία του 1970. Ήδη από τον Ότ, βέβαια και πιο πριν, από τον Κέυνς, κι ακόμα πρωτύτερα, πριν εμφανιστούν οι νεοκλασικοί, από τον Μάλθους, είχαμε μάθει ότι στις αγορές επικρατεί ανισορροπία και αδιαφάνεια — αυτό μάλιστα τις χαρακτηρίζει. Ακόμα, η υψηλή ανεργία στη μεταπολεμική Ελλάδα δεν ήταν εξαίρεση στην Ευρώπη, όπως υπαινίσσεται η Ε.Π. –δες π.χ. τις εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες από την Ιταλία–, ούτε πριν από την πρόσφατη κρίση οι ευρωπαϊκές χώρες είχαν καταγράψει πλήρη απασχόληση. Η δικαιολογία, ας πούμε, για τις αλλαγές στη γερμανική αγορά εργασίας (που θεμελιώθηκαν θεωρητικά με τη θεωρία της αναζήτησης, για την οποία βραβεύτηκαν οι Ντάιμοντ, Μόρτενσεν και Πισσαρίδης ή NMP, όπως αποκαλούν το θεωρητικό τους υπόδειγμα), της περίφημης «Ατζέντα 2010» της κυβέρνησης Σοσιαλδημοκρατών/Πράσινων, ήταν η υψηλή ανεργία. Η πολιτική αυτή απέτυχε παταγωδώς, και η αποτυχία ήταν μια από τις βασικές αιτίες της ήττας τους στις εκλογές. Εξάλλου, μεγάλο μέρος της μείωσης της ανεργίας σε ευρωπαϊκές χώρες οφείλεται σε στατιστική λαθροχειρία. Το τμήμα εργατικής πολιτικής του κόμματος της Αριστεράς στη Γερμανία ανακοίνωσε την περασμένη Πέμπτη –παραθέτοντας μάλιστα και τις κατηγορίες ανέργων που εξαιρέθηκαν– ότι το Ομοσπονδιακό Ίδρυμα Εργασίας απέκρυψε κοντά 1,1 εκατομμύρια ανέργους, προκειμένου να εμφανίσει αριθμό ανέργων μικρότερο των 3 εκατομμυρίων. Σημειωτέον ότι τμήμα αυτής της (προφανώς αναξιόπιστης) κρατικής υπηρεσίας είναι και το ΙΑΒ, τη μαρτυρία του διευθυντή του οποίου υπέρ των βραβευμένων αναφέρει η Ελίζα Παπαδάκη.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η δίκη της Δίκης των Εξ

Standard

της Κατερίνας Δέδε

 

Σκίτσα του Νίκου Καστανάκη, από την εφημερίδα «Πρωία», 2.11.1922

«Ένα κεφάλαιο της Ιστορίας διέγραψε οριστικά ο Άρειος Πάγος» (Τα Νέα, 21/10). «Στην πλήρη ανατροπή της Ιστορίας οδηγεί η απόφαση του Αρείου Πάγου» (Ελευθεροτυπία, 21/10). Με αυτούς τους τίτλους, μεταξύ πολλών άλλων, περιγράφηκε η πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου σχετικά με τη Δίκη των Εξ. Είναι όμως έτσι τα πράγματα ή υπάρχει εδώ μια στρέβλωση, στην οποία αξίζει να σταθούμε λίγο περισσότερο; Είναι δηλαδή δυνατόν μια απόφαση δικαστηρίου (του Αρείου Πάγου συμπεριλαμβανομένου) να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο γράφεται η Ιστορία; Με άλλα λόγια, υπάρχει ένα σημείο όπου η σημερινή απόφαση τέμνεται με την Ιστορία ή έχουμε δύο παράλληλες δράσεις, οι οποίες, ως παράλληλες, δεν συναντιούνται πουθενά;

Δύο λόγια μόνο για την ίδια την υπόθεση: ο Μιχαήλ Πρωτοπαπαδάκης, εγγονός του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, πρωθυπουργού από τον Μάιο έως τον Αύγουστο του 1922, προσέφυγε το 2008 στον Άρειο Πάγο ζητώντας την αποκατάσταση του ονόματός του και την ακύρωση της απόφασης του έκτακτου στρατοδικείου του 1922. Τα νέα στοιχεία που προσκόμισε ήταν ένα τηλεγράφημα του Ελευθέριου Βενιζέλου, μια ομιλία του στη Βουλή και μια επιστολή του με τα οποία εκφράζει την πεποίθησή του ότι οι έξι δεν ήταν προδότες. Τα παραπάνω έπρεπε, προκειμένου να γίνει δεκτή η αναψηλάφηση, να αντιμετωπιστούν από το δικαστήριο (όπως προφανώς συνέβη) όχι ως απόψεις του Βενιζέλου αλλά ως ισοδύναμα γεγονότων. Δεν μπορούμε να μην σημειώσουμε εδώ το πώς, μέσω αυτής της «ακροβασίας», ο κατεξοχήν πολιτικός αντίπαλος μετατρέπεται σε μάρτυρα υπεράσπισης. Οι αντιβενιζελικοί κατηγορούμενοι του 1922 δικαιώνονται 88 χρόνια μετά στον Άρειο Πάγο μέσω του Ελευθέριου Βενιζέλου.

Σκίτσα του Νίκου Καστανάκη, από την εφημερίδα «Πρωία», 3.11.1922

Μια όμως καθαρά προσωπική υπόθεση, η οποία κανονικά δεν θα έπρεπε να μας απασχολεί, τείνει να λάβει ευρύτερες διαστάσεις που δεν μπορούν να μείνουν ασχολίαστες. Ας δούμε το λόγο που οδήγησε τον Μ. Πρωτοπαπαδάκη σε αυτή του την απόφαση: «Δεν μου άρεσε όταν ήρθε ο γιος μου από το σχολείο ρωτώντας με αν ο παππούς μου και προπάππους του ήταν προδότης. Αυτό αναφέρει, βλέπετε, το βιβλίο Ιστορίας της Γ΄ Γυμνασίου» (Ελευθεροτυπία, 28/9/2008). Ας δούμε όμως τι ακριβώς έγραφε το βιβλίο αυτό του Βασ. Σφυρόερα: «Στις 14 Σεπτεμβρίου διατάχθηκε η σύλληψη των πολιτικών και των στρατιωτικών που θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για την καταστροφή. Ύστερα από ολιγοήμερη δίκη (31 Οκτωβρίου–14 Νοεμβρίου) καταδικάστηκαν σε θάνατο έξι […] και εκτελέστηκαν». Και σε αυτό το σημείο αρχίζουν να περιπλέκονται τα πράγματα και να μας αφορά αυτή η υπόθεση. Διότι ο κ. Πρωτοπαπαδάκης επικαλείται ως αιτία της προσφυγής του ένα σχολικό εγχειρίδιο (το οποίο, όπως είδαμε, δεν αναφέρει πουθενά τίποτε περί προδοσίας — ούτε καν το κατηγορητήριο) και η επίκλησή του αυτή δεν φαίνεται να είναι τυχαία. Ο κ. Πρωτοπαπαδάκης, εμμέσως πλην σαφώς, δεν ζητά με την προσφυγή του μόνο να αποκαθάρει το όνομά του, αλλά και να «διορθωθούν» τα βιβλία Ιστορίας προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση που θα λαμβάνει υπόψη της την απόφαση του Αρείου Πάγου. Δεν μπορεί κανείς να αποφύγει εδώ δύο αυθόρμητα ερωτήματα: Είναι αρμόδια τα δικαστήρια να αποφαίνονται για ιστορικά ζητήματα; Το ερώτημα αυτό έχει απαντηθεί ήδη αρνητικά σε προηγούμενη αρθρογραφία σχετική με την υπόθεση. Εκείνο που κυρίως μας απασχολεί εδώ είναι το δεύτερο ερώτημα: Τα βιβλία Ιστορίας θα πρέπει να «ενσωματώνουν» τις δικαστικές αποφάσεις;

Συνέχεια ανάγνωσης

Στο απόκεντρο της πόλης

Standard

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ

του Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Πέριξ της Πλατείας Κουμουνδούρου. Φωτογραφία της Αγγελικής Χριστοδούλου

…κι όταν ακούω τους υποψήφιους δημάρχους των δήμων της Αττικής να μιλούν στην τηλεόραση για τάξη, καθαριότητα, ασφάλεια, κλείνω τον ήχο.

Γιατί είναι δεκαπέντε χρόνια που κατεβαίνω σχεδόν καθημερινά στο κέντρο, δεκαπέντε χρόνια τώρα που ζω και βλέπω τις αλλαγές που υπέστη η πλατεία Ομονοίας και η ενδοχώρα της. Δεκαπέντε χρόνια στα ΑΣΚΙ, στην πλατεία Κουμουνδούρου, είδα τα κορίτσια να διαδέχονται τα αγόρια στις πιάτσες, τις πρόχειρες σκηνές των Κούρδων και το βίαιο ξερίζωμά τους ένα πρωί, τους Αλβανούς και τελευταία τους Κινέζους εμπόρους να εκπορθούν κάθε μέρα άλλο ένα μαγαζί που οι ενοικιαστές του το εγκαταλείπουν. Έκλεισαν με τη σειρά η τράπεζα, το βιβλιοπωλείο, ο φούρνος της γειτονιάς για να αντικατασταθούν από κινέζικα ρουχάδικα. Εκεί που οι άνθρωποι δουλεύουν δωδεκάωρα με ελάχιστα χρήματα, για να γυρίσουν το βράδυ και να κοιμηθούν σε κάποιου είδους τρώγλη δέκα-δέκα μαζί. Είδα το τουριστικό «θαύμα» του Ψυρρή να στήνεται, ώσπου ήρθε η πρέζα να καλύψει τα χέρια, τα πόδια, κι όλα τα σημεία όπου μπορεί να τρυπηθεί ένα εξαθλιωμένο ανθρώπινο σώμα. Είδα γυναίκες να τραβάν τα παιδιά στην αγκαλιά τους την ώρα που τα πρεζόνια τσακώνονταν γύρω από το νιγηριανό βαποράκι, τις κοπέλες που φεύγουν από τις δουλειές τους όλες μαζί, μην τους τύχει κάτι στο δρόμο.

Είδα μια γειτονιά, ό,τι είχε μείνει από αυτήν, να αποσυντίθεται σταδιακά, διώχνοντας τους μόνιμους κατοίκους της, αφήνοντας τα σπίτια της να ερημώσουν. Σε έναν χορό στον οποίον συμμετέχουν όλοι: υπουργεία, αστυνομία, ο δήμαρχος Νικήτας Κακλαμάνης που περηφανεύεται για την καθαριότητα της πόλης του. Μόνο που όλα αυτά γίνανε μπροστά στα μάτια όλων μας. Και δεν το λέω ενοχικά. Ούτε γιατί θεωρώ ότι δεν έχει την ευθύνη το κράτος. Και βέβαια την έχει. Και μάλιστα τεράστια, έτσι που όλα μοιάζουν, προμελετημένα σχεδόν, να έχουν εγκαταλειφθεί, να βουλιάζουν σε ένα βρόμικο γκέτο.

 

Πέριξ της Πλατείας Κουμουνδούρου. Φωτογραφία της Αγγελικής Χριστοδούλου

Μα από την άλλη μεριά δεν μπορώ να μην σκεφτώ ότι δεκαπέντε χρόνια τώρα, βλέποντας την πλατεία από τα ΑΣΚΙ, σωπαίνω, ότι είκοσι και χρόνια που στεγάζεται ο Συνασπισμός σε αυτή την περιοχή, είναι σαν να μην μπορέσαμε να βρούμε κανένα δίαυλο επικοινωνίας με τους γύρω μας, με εκείνους που αντιστέκονται διεκδικώντας τη γειτονιά τους, προσπαθώντας να σταθούν ψύχραιμοι, την ώρα που οι κραυγές κυριαρχούν και τα κανάλια αναζητούν την καλύτερη θέα για το γύρισμα της φρίκης. Την ώρα που η γειτονιά τους έγινε το αποθετήριο των τακτοποιημένων δικών μας προαστίων, σαν να σπρώχνουμε τα σκουπιδάκια κάτω από το χαλί για να είναι καθαρό το δωμάτιο.

Μόνο που το δωμάτιο και πάλι δεν είναι καθαρό. Όχι γιατί ορδές τοξικομανών θα ανέβουν στην υπόλοιπη πόλη. Αλλά γιατί η φρίκη συνηθίζεται, γιατί η έκπτωση της ανθρώπινης ζωής και κυρίως της αξιοπρέπειας αγγίζει όλους εμάς και τα παιδιά μας, μας εθίζει σε αυτό που είναι ο φόβος ή η απόρριψη. Και αυτό δεν είναι ειδήσεις των οχτώ.

 

Γιατί δεν διαμαρτυρόμαστε κι εμείς ενάντια στις περικοπές όπως οι Γάλλοι;

Standard

του Ταρίκ Αλί

Η ρητορική που κυριάρχησε διεθνώς γύρω από την ελληνική κρίση (ένας λαός διεφθαρμένων, τεμπέληδων και καλοπερασάκηδων) δεν αφορά, από ό,τι φαίνεται, μόνο τα «τριτοκοσμικά Βαλκάνια». Πλήθος αναλύσεων που δημοσιεύονται στον βρετανικό Τύπο με θέμα τις κινητοποιήσεις στη Γαλλία μιλούν για τους κακομαθημένους Γάλλους, που αρνούνται να δεχτούν αυτό που αποδέχτηκαν αδιαμαρτύρητα (ή σχεδόν αδιαμαρτύρητα) οι υπόλοιποι λαοί της Ευρώπης. Ο Σαρκοζύ πρέπει και μπορεί, λένε, να σπάσει τον «επαναστατικό» τσαμπουκά των Γάλλων, το πνεύμα του Μάη, που απειλεί να καταστήσει τη Γαλλία «μη ανταγωνιστική». Επαναλαμβάνεται δηλαδή, σε άλλα συμφραζόμενα, η ίδια ρητορική που κυριαρχεί και στην Ελλάδα, για την «παιδική χαρά» της Μεταπολίτευσης. Ο Ταρίκ Αλί αντιστρέφει το ερώτημα.

Κ.Σπ.

 

 

«Κοίτα καλά το ρόλεξ σου, είναι η ώρα της εξέγερσης».

Πριν από μερικά χρόνια, ο Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζύ είπε σε μια συνέντευξη πως ξέρει τους Γάλλους καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον. Σήμερα, είπε, θαυμάζουν την ομορφιά της γυναίκας μου· αύριο μπορεί να μου πάρουν το κεφάλι. Τα πράγματα δεν έφτασαν ακόμη σε αυτό το σημείο, αλλά οι Γάλλοι –μαθητές και εργάτες, άντρες και γυναίκες, η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών– είναι και πάλι στους δρόμους. Αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης; Απαράδεκτο. Στους δρόμους στήνονται οδοφράγματα, τα αποθέματα βενζίνης τελειώνουν, τραίνα και αεροπλάνα υπολειτουργούν, ενώ οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας πυκνώνουν και κλιμακώνονται. Πάνω από τρία εκατομμύρια άνθρωποι την προηγούμενη εβδομάδα. Εκατοντάδες χιλιάδες αυτή την εβδομάδα και ακόμη περισσότεροι αναμένεται να κατέβουν στο δρόμο το Σαββατοκύριακο. Τι υπέροχο θέαμα, στ’ αλήθεια: Μαθητές κατεβαίνουν στις πορείες για να υπερασπιστούν τα δικαιώματα των ηλικιωμένων!

Αν υπήρχε ένας οδηγός Μισελέν των Μεγάλων Διαδηλώσεων, η Γαλλία θα ήταν πάντοτε στην κορυφή με τρία αστέρια, με την Ελλάδα να έρχεται δεύτερη με δύο αστέρια. Τι αντίθεση με τις μίζερες, ασθενικές δράσεις που προγραμματίζουν τα φοβητσιάρικα αγγλικά συνδικάτα. Υπάρχει και εδώ στην Αγγλία ολοένα μεγαλύτερος θυμός και αγανάκτηση, που εξαϋλώνονται όμως μέσα σε μια απολιθωμένη συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Έχει προγραμματιστεί μια τελετουργική διαδήλωση, κυρίως για να φανεί ότι γίνεται κάτι. Δεν ισοδυναμεί όμως αυτό με το τίποτα; Ίσως. Δεν είμαι σίγουρος. Αλλά ακόμα και αυτές οι ήπιες απόπειρες να ορθωθεί μια αντίσταση ενάντια στα μέτρα λιτότητας είναι πέραν του δέοντος για τον πολυαγαπημένο ηγέτη μας, τον Εντ Μίλιμπαντ. Δεν πρόκειται να λάβει μέρος. Ο μπλαιρισμός είναι πολύ βαθιά ριζωμένος στο Εργατικό Κόμμα. Μια συντριπτική ήττα στις περσινές εκλογές μπορεί να είχε αποφέρει κάτι καλύτερο από τούτο το ψιλόβροχο που μας έρχεται από τις μπροστινές θέσεις του κοινοβουλίου. Ο αδάμαστος Εντ Μπωλλς ίσως να δάγκωνε πιο πολύ, αλλά είναι πια εξουδετερωμένος. Αντ’ αυτού, οι νέοι αντιπρόσωποι των Εργατικών μάχονται απελπισμένα για να αποδείξουν ότι θα μπορούσαν να συμμετέχουν στη συμμαχία, και όχι μόνο όσον αφορά το Αφγανιστάν.

Η αγανάκτηση και ο θυμός απλώνονται και στην Αγγλία, όμως οι ομοιότητες σταματάνε εδώ. Ίσως τα πράγματα αλλάξουν. Ίσως η γαλλική επιδημία εξαπλωθεί, αλλά τίποτα δεν θα συμβεί από τα πάνω. Νέοι και γέροι πολέμησαν ενάντια στη Θάτσερ και ηττήθηκαν. Οι διάδοχοί της από το Εργατικό Κόμμα διασφάλισαν την καθιέρωση και τη θεσμοποίηση αυτής της ήττας.

Η Αγγλία είναι μια χώρα χωρίς πραγματική αντιπολίτευση. Είναι απαραίτητο να συγκροτηθεί ένα εξωκοινοβουλευτικό κίνημα, όχι μόνο για να αντιταχθεί στη λιτότητα, αλλά και για να ενισχύσει τη δημοκρατία, η οποία αυτή τη στιγμή είναι έτσι συγκροτημένη ώστε να εξυπηρετεί απλώς τα συμφέροντα των επιχειρήσεων και τίποτα περισσότερο. Πακέτα διάσωσης για τους τραπεζίτες και τους πλούσιους, δαπάνες δυσθεώρητου ύψους για τους πολέμους της Ουάσινγκτον, και περικοπές για τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα και τους φτωχούς. Ο αναποδογυρισμένος κόσμος μας έχει τις δικές του προτεραιότητες. Αυτές είναι που πρέπει να αμφισβητήσουμε. Τα βρετανικά νησιά έχουν, στο κάτω κάτω, ένα ριζοσπαστικό παρελθόν, παρόλο που δεν το διδάσκουν στα μεταπτυχιακά ιστορίας. Με δεδομένη την ανικανότητα του επίσημου κοινοβουλίου να ανταποκριθεί στις πραγματικές ανάγκες, γιατί να μη συγκροτηθούν συνελεύσεις σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, με μια χάρτα κοινωνικών δικαιωμάτων για την οποία θα άξιζε κανείς να αγωνιστεί και να την υπερασπιστεί. Αυτή ήταν άλλωστε η προτροπή του Σέλλεϋ πριν από περίπου δύο αιώνες:

Ye who suffer woes untold

Or to feel or to behold

Your lost country bought and sold

With a price of blood and gold.

[…]

Rise like Lions after slumber

In unvanquishable number,

Shake your chains to earth like dew

Which in sleep had fallen on you.

Ye are many, they are few.

Σημ.: Από τη «Μάσκα της Αναρχίας» (1832) του Π. Σέλλευ: «Όσοι ζείτε ταπεινώσεις/ Και µαρτύρια φρικτά,/ απερίγραπτα μα κι όσοι / νιώθετε την προστυχιά / τέτοιας µαύρης δυστυχίας, / στη χαµένη σας τη γη /µε χρυσάφι κι άδικο αίµα / αγοράζονται τα πάντα / κι έχουν όλα πουληθεί. […] // Σηκωθείτε σαν λιοντάρια / απ’ τον ύπνο τον βαθύ / και τινάξτε τα δεσµά σας / σαν δροσούλα αυγερινή· / είναι λίγοι — είστε πολλοί» (μετάφραση Γιώργου Μπλάνα). Την πρόταση για μια μεγάλη συνέλευση διατυπώνει ο Σέλλεϋ στη στροφή αμέσως μετά την πρώτη που παρατίθεται («Let a vast assembly be / And with great solemnity / Declare with measured words that ye /Are, as God has made ye, free»).

O συγγραφέας, ιστορικός και αγωνιστής Ταρίκ Αλί είναι μια από τις πιο γνωστές μορφές της βρετανικής Αριστεράς. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην «Guardian», στις 19.10.2010

«Παράπλευρες απώλειες» στη μάχη κατά του «εξτρεμισμού»;

Standard

 

Ρενέ Μαγκρίτ, «Κικέρων», 1947

Στις 5 Οκτωβρίου η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης ενέκρινε, με συντριπτική πλειοψηφία (98 υπέρ, 6 κατά, 4 αποχές), το ψήφισμα του ισπανού βουλευτή του Λαϊκού Κόμματος Πέντρο Αγκραμούντ, με τίτλο «Μάχη κατά του εξτρεμισμού: επιτυχίες, ελλείψεις και αποτυχίες». Από τους έλληνες αντιπροσώπους, το καταψήφισε μόνο ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Δημήτρης Παπαδημούλης. Οι βουλευτές της ΝΔ το υπερψήφισαν, οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ ψήφισαν «Παρών», ενώ απουσίαζαν από την ψηφοφορία και τη σχετική συζήτηση οι βουλευτές του ΚΚΕ και του ΛΑΟΣ.

Το Ψήφισμα προκάλεσε έντονες συζητήσεις και αντιδράσεις καθώς θεωρήθηκε ότι, στο όνομα της καταπολέμησης του εξτρεμισμού (που ορίζεται ως η «απόρριψη των βασικών αξιών και των κανόνων του παιχνιδιού σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου») ανοίγει ο δρόμος για τον περιορισμό θεμελιωδών αρχών όπως η ελευθερία της έκφρασης και του συνέρχεσθαι. Επίσης, η γενική ομπρέλα του «εξτρεμισμού» καλύπτει συλλήβδην την ακροδεξιά και τη ρατσιστική βία, τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό, δράσεις του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος και αντικατασταλτικές διαμαρτυρίες (υπάρχει μάλιστα ειδική αναφορά στις διαδηλώσεις της Αθήνας, τον Δεκέμβρη του 2008).

Ζητήσαμε λοιπόν από τον Νικόλα Σεβαστάκη (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης) και τον Δημήτρη Χριστόπουλο (Πάντειο Πανεπιστήμιο, πρόεδρο της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου) ένα σύντομο σχόλιο για το ζήτημα και τις προεκτάσεις του. Συνέχεια ανάγνωσης

Πόση ελευθερία για τους εχθρούς της ελευθερίας; Ποιοι είναι όμως οι εχθροί της ελευθερίας;

Standard

του Δημήτρη Χριστόπουλου

Έργο του Ερνστ Φίσερ

Το Ψήφισμα του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο. Το διαβάζεις και το διαβάζεις –δεν είναι μικρό– και γενικώς καταρχήν δεν φαίνεται να πηγαίνει άσχημα. Κάποιες αποστροφές του δημιουργούν ανησυχίες, ωστόσο η γενική προγραμματική του στρατηγική δεν απέχει από το ευρωπαϊκό mainstream στα ζητήματα αντιμετώπισης του περιώνυμου «εξτρεμισμού», την οποία θα συνόψιζα ακολούθως: Ναι μεν ελευθερία έκφρασης αλλά οριακός περιορισμός μορφών έκφρασης που οδηγούνε σε δράσεις που στοχεύουν στο να ανατρέψουν το σύστημα. Με δύο λέξεις: φιλελευθερισμός με πολιτική ορθότητα, και στα δύσκολα, καταστολή.

Το Ψήφισμα ξεκινά με τον ορισμό του «εξτρεμισμού» ως την «απόρριψη των θεμελιωδών αρχών, αξιών και των κανόνων του παιχνιδιού σε ένα δημοκρατικό συνταγματικό κράτος». Οι εξτρεμιστικές στρατηγικές που ονοματίζονται και στις οποίες το κείμενο αποδίδει μείζονα σημασία είναι τα αποσχιστικά κινήματα, ο ρατσισμός και η ξενοφοβία και, φυσικά, ο ισλαμικός φονταμενταλισμός. Αυτό που χαρακτηρίζει όλα τα παραπάνω είναι ότι «αξιοποιούν το πλαίσιο των δικαιωμάτων και ελευθεριών που εγγυώνται οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες», προκειμένου να υλοποιήσουν την ανατρεπτική τους ατζέντα. Ταυτόχρονα όμως, το ίδιο το Ψήφισμα έχει συναίσθηση των κινδύνων που μια τέτοιου είδους συνταγή έχει δημιουργήσει στο ποινικό οπλοστάσιο των ευρωπαϊκών κρατών καθώς επισημαίνεται ότι «ένας ολοένα πιο γενικός ή θολός ορισμός των εγκλημάτων αυτών που έχει επιβληθεί σε εθνικές νομοθεσίες αυξάνει τον κίνδυνο της αυθαίρετης εφαρμογής τους».

Δύσκολα όμως θα μπορούσε κανείς να καθησυχαστεί: το Ψήφισμα τελειώνει με μια τροχιοδεικτική αναφορά στα δικά μας: «Αναφέρομαι» λέει ο εισηγητής, «στο κίνημα εναντίον της παγκοσμιοποίησης, κάποια μέλη του οποίου έχουν καταδικαστεί για βανδαλισμούς εξαιτίας της συμπεριφοράς τους σε διαδηλώσεις ή τις πορείες και τα επεισόδια που έγιναν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια πολλών βδομάδων το 2009».

Επ’ αυτού ξαναλέω το αυτονόητο, το οποίο όμως χρειάζεται διαρκώς να μην το ξεχνάμε: δεν υπάρχει έννομη τάξη και ποινικός κώδικας που να μην προβλέπει ποινές για φθορές περιουσιών, κλοπές και άλλα τέτοια που λαμβάνουν χώρα συχνά στο πλαίσιο των διαδηλώσεων, σχεδόν εθιμικά πλέον στην Αθήνα. Αυτές οι ποινές φτάνουν, αρκεί να εφαρμοστούν. Η περαιτέρω εργαλειακή ποινικοποίηση μιας συμπεριφοράς που γενικώς χαρακτηρίζεται «εξτρεμιστική» –αλήθεια από ποιους και πώς;– θέτει μείζονα ζητήματα εγγυήσεων στο όλο οικοδόμημα της προστασίας των δικαιωμάτων των ανθρώπων που πρέπει να τα προλάβουμε στην αρχή τους. Τα μάτια μας, λοιπόν, ανοιχτά.

 


 

Ένα επικίνδυνο εφεύρημα

Standard


του Νικόλα Σεβαστάκη

Έργο του Ανρί Ματίς

Εδώ και κάποια χρόνια ζούμε τον θρίαμβο της κούφιας δημοκρατικής ρητορείας και την κατάχρηση ενός αφηρημένου ηθικού ανθρωπισμού. Όσοι υιοθετούν έναν τέτοιο λόγο αντιλαμβάνονται τη δημοκρατία ως το βασίλειο της συναίνεσης των λογικών και καλοπροαίρετων πολιτών, μια μορφή συμβίωσης που αφήνει πίσω τις σημαντικές συγκρούσεις θεωρώντας τες κατάλοιπα «θρησκευτικών παθών» τα οποία δεν έχουν θέση στο σήμερα.

Τελευταίος κρίκος σε αυτή τη διολίσθηση είναι και το εφεύρημα του πολέμου κατά του εξτρεμισμού. Η έννοια προσφέρεται για ιδεολογικές καταχρήσεις, διωκτικές κατασκευές και επικίνδυνους κρατικούς σχεδιασμούς. Αλλά το πιο ανησυχητικό είναι η απροσχημάτιστη σύνδεση του εξτρεμιστικού ιού με την τρέχουσα οικονομική και κοινωνική κρίση, με το νέο κοινωνικό ζήτημα και τις αντιδράσεις τις οποίες ενδέχεται να γεννήσει. Είναι προφανές πως εδώ έχουμε μια αλχημεία στην οποία τζιχαντισμός και αντικαπιταλισμός, ρατσιστικά μαχαίρια και δυναμικές διαδηλώσεις τοποθετούνται στο ίδιο επίπεδο του ηθικού και πολιτικού κακού.

Είναι λοιπόν ένας πολύ πραγματικός κίνδυνος, στον βαθμό που στην Ευρώπη δεν φαίνονται ισχυρές αντίρροπες δυνάμεις στις καταστροφικές επιλογές των ηγετικών της ελίτ. Αλλά με τέτοιου είδους ψηφίσματα, στο όνομα μάλιστα του κράτους δικαίου, προδιαγράφεται και κάτι άλλο: η πολιτική χρήση του φόβου και συγχρόνως ο πειρασμός για έναν βιομετρικό έλεγχο του φρονήματος των ατόμων. Οι κυβερνώσες ολιγαρχίες επείγονται πλέον να εγκαταλείψουν τις δημοκρατικές «υπερβολές» του παρελθόντος για να προσηλωθούν απερίσπαστα στην αναμόρφωση των συλλογικών και ατομικών συμπεριφορών.

Απέναντι στη συγκεκριμένη τάση χρειάζεται κριτική εγρήγορση τόσο στο πεδίο των ιδεών όσο και στο πεδίο της ζωντανής πολιτικής.

 

 

 

 

Η βοή του πολέμου

Standard

ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ 28Η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940

 

του Σπύρου Ι. Ασδραχά

Ο Σπύρος Ι. Ασδραχάς στην πρώτη δημοτικού

Εβδομήντα χρόνια συμπληρώνονται, την Πέμπτη, από την 28η Οκτωβρίου 1940. Με την ευκαιρία αυτή, αξιοποιώντας μια ιδέα του Σπύρου Ι. Ασδραχά, ζητήσαμε από έξι εκλεκτούς φίλους των «Ενθεμάτων», παιδιά όλοι και όλες τότε, να μας πουν πώς θυμούνται την πρώτη εκείνη μέρα του πολέμου. Τους ευχαριστούμε θερμά για την πρόθυμη ανταπόκριση. Τα κείμενά τους, τα οποία ακολουθούν, πέρα από τη λογοτεχνική τους αξία, αποτελούν μαρτυρικές ψηφίδες που μας διασώζουν την αίσθηση εκείνης της μοναδικής μέρας. Μια αίσθηση που συμπυκνώνει πολλά συναισθήματα (το ξάφνιασμα, τον φόβο, την αναστάτωση, την έξαψη, τη θλίψη κ.ά.) μέσα από το φίλτρο του ανυποψίαστου παιδικού βλέμματος, όπως αναδύεται αλλά και αναπλάθεται σήμερα, εβδομήντα χρόνια μετά.

“Ε”

Λίγους μήνες πριν είχαμε αλλάξει σπίτι: ένας ψηλοτάβανος όροφος με ευρύχωρα δωμάτια, όπου χάνονταν τα έπιπλα και μια μεγάλη ταράτσα με ανοιχτή θέα στο Ιόνιο. Λευκάδα 1940. Η μάνα μου είχε σχεδιάσει να πάει στην Αθήνα να ξεγεννήσει το μακαρίτη αδερφό μου, το Γιώργο, γιατί με μένα είχε δύσκολη γέννα στο πατρικό της στο Αργοστόλι, αρχές Μαγιού του 1933.

Πρωί στις 28 του Οκτώβρη είχαμε βγει στην ταράτσα, όταν φάνηκαν στον ουρανό αεροπλάνα προς την Πρέβεζα. «Θα βομβαρδίσουν» λέει η μάνα μου και πριν αποσώσει το λόγο της, πάνω στο βομβ…, αρχίζει στην Πρέβεζα καταγισμός βομβών και οβίδων από τα αντιαεροπορικά. Ήταν ο πόλεμος.

Δεν θυμάμαι τη συνέχεια, θυμάμαι μόνο ακόμη ζωηρά ότι φύγαμε από την πόλη της Λευκάδας και περάσαμε απέναντι στο Ξηρόμερο, στην Περατιά, για να εγκατασταθούμε στο γονικό του πατέρα μου που το κρατούσε μόνη και χηρεμένη από καιρό η βάβω μου, από χρόνια στα μαύρα για το χαμό του δευτερότοκού της, του Γιώργου, που όπως τον παπούλη μου, τον Σπύρο, δεν γνώρισα παρά από μεγεθυμένες φωτογραφίες, περασμένες με το μολύβι. Στη σύντομη διαδρομή Λευκάδα-Πειρατιά με το μονόξυλο προσπαθούσα να διαβάσω κάτι από το «Όταν ήμουν δάσκαλος» του Κονδυλάκη.

Η αναθύμηση υποδεικνύει τα κενά της μνήμης, κυριολεκτικότερα ό,τι τότε δεν έκανε εντύπωση. Εκ των υστέρων θυμάμαι μια από τις συνέπειες του πολέμου και της φυγής που είχε προκαλέσει: την πλησμονή ανθρώπων σε στενό στεγασμένο χώρο, το «ανθρωπομάνι» του σπιτιού. Το δικό μας σπίτι δεν ήταν τεράστιο: μαζί με το «αβέρτο» τέσσερα δωμάτια στο ανώι και δυο στο κατώι, ο ένας χώρος αποθηκευτικός κι ο άλλος κατοικήσιμος με πατημένη γη αντί για πλακόστρωτο ή σανιδένιο πάτωμα. Σ’ αυτούς τους πέντε χώρους στεγαστήκαμε δεκατέσσερα άτομα, τα δύο νήπια, τα έξη πρωτοξάδερφα. Αναλογίζομαι ότι πολύ πριν από τον πόλεμο στους ίδιους χώρους είχε στεγαστεί μια εφταμελής οικογένεια, η παπουδική μου — ίσως και κανένας σέμπρος, πιθανόν με τη φαμίλια του. Η φαμίλια του σπιτιού σκόρπισε με τους γάμους· ο πόλεμος τη συνένωσε μερικώς, αλλά εγώ είχα συνηθίσει σε μικρή φαμίλια, πατέρας, μάνα κι εγώ κι ένα ακόμη πρόσωπο.

Συνέχεια ανάγνωσης

«Αι ημέτεραι δυνάμεις…»

Standard

του Βασίλη Κρεμμυδά

 

Εκείνο το πρωινό ήμουν πέντε ετών και 32 ημερών· δηλαδή, δεν πήγαινα ακόμη σχολείο. Στο σπίτι έβλεπα τον πατέρα μου να ετοιμάζεται να «φύγει» — πού θα πήγαινε άραγε; θα το μάθαινα αργότερα την ίδια εκείνη πρώτη ημέρα του «γεγονότος». Για την ώρα άκουγα τις καμπάνες να χτυπούν σάμπως κάπου να έπιασε πυρκαγιά και να τρέξουν, ήξερα, οι μεγάλοι με τα μπουγέλα να τη σβήσουν. Ραδιόφωνο στο σπίτι δεν είχαμε· στη γειτονιά όμως όσα υπήρχαν πρόσεξα –και το θυμάμαι– να ακούγονται πολύ δυνατά.

Ακολούθησα τον πατέρα μου ως το τραίνο. Καθοδόν  άκουσα καθαρά από ένα ραδιόφωνο: «Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους» και μετά εμβατήρια. Θυμάμαι άραγε τη φράση; όχι ακριβώς! σιγά μην καταλάβαινα τι εννοούσαν, σιγά μην καταλάβαινα από καθαρεύουσα. Θυμάμαι ήχους, τόνους· μπόρεσα έτσι να κάνω την «ανασύσταση» του ακούσματος αργότερα που καταλάβαινα.

Στο σταθμό κόσμος πολύς· άντρες που έφευγαν και γυναίκες που έκλαιγαν. Εκεί, θυμάμαι, άκουσα κι άλλη μια «άγνωστη λέξη»· πόλεμος — πώς καταλαβαίνω σ’ αυτήν την ηλικία μου, τότε, τι σημαίνουν όλ’ αυτά; Άκουσα και το όνομα Μεταξάς· το έπιασα αμέσως αυτό γιατί το είχα ξανακούσει — κανένα χρόνο πριν, λιγότερο-περισσότερο, είχε έρθει στο μέρος μου και με είχε πάει ο πατέρας μου να τον δούμε.

Το τραίνο σφύριξε κι έφυγε — κρέμονταν κι απέξω επιβάτες. Πήγα προς την πλατεία με γειτονόπουλά μου. Ακούγαμε: «ο Γιάννης πήγε στον πόλεμο», «ο Μήτσος πήγε στον πόλεμο», «αχ, Γιώργαινά μου, πήγε ο έρμος στον πόλεμο, τι να κάνει;». Μου έμεινε· «πήγε στον πόλεμο». Πήγαινες τότε στον πόλεμο. Τελευταία, ο πόλεμος καλοσύνεψε και δε μας κουράζει να πηγαίνουμε, έρχεται εκείνος κατακέφαλα!

Αγριεμένος ήταν ο κόσμος. Αχ και βαχ. Είχαν μείνει πίσω γυναικόπαιδα, απροστάτευτα, και ηλικιωμένοι. «Δόσμου ένα δίφραγκο, παππού, να πάρω κάστανα», λέω στο γερο-Βασίλη τον Κρεμμυδά λίγες μέρες μετά την κήρυξη του πολέμου. «Τράβ’ από δω ρε, πήγανε στον πόλεμο οι καστανάδες!» Ντράπηκα κιόλας· γιατί να μην είχα σκεφτεί ότι κι εκείνοι θα πήγαν!

 


28η Οκτωβρίου 1940

Standard


της Μαρίας Ηλιού

 

Οι γονείς της Μαρίας Ηλιού, Γιώργιος και Μαρία Παπαγιάννη, 28.10.1940

Τον Οκτώβρη του 1940, μπήκα, με μια μέρα διαφορά, στη δευτέρα Δημοτικού και στα εφτά μου χρόνια.

Εκείνο το πρωί δεν είχα πάει ακόμα σχολείο. Ακούγοντας αλαλαγμούς, φασαρία, τραγούδια, ζητωκραυγές, έτρεξα στο παράθυρο: γεμάτος ο δρόμος μας από παιδιά του Γυμνασίου. Ο μαθητόκοσμος κύλαγε από τις ανοιχτές πόρτες της αυλής του σχολείου, ενός επιβλητικού κτιρίου (είναι το σημερινό δημαρχείο της Βέροιας), που αντικρίζαμε κοιτάζοντας από το παράθυρο της κάμαράς μου. Μαθητικά κασκέτα πετιούνταν στον αέρα, ίσως να χτυπούσαν και οι καμπάνες. Κάτι πολύ σοβαρό, σίγουρα, συνέβαινε.

Σε λίγο άνοιξε η πόρτα του καθιστικού και μπήκε αναπάντεχα ο μπαμπάς που έφευγε πάντα νωρίς για το Σύνταγμά του και γύριζε, με ακρίβεια χρονόμετρου, την ώρα που είχε στρωθεί το μεσημεριανό τραπέζι. Η μαμά, στο σπίτι, κλαμένη. Κοιτάχτηκαν αμίλητοι και εξαφανίστηκαν σε ένα από τα δωμάτια.

Ο ξάδερφός μου ο Νάσος, δύο χρόνια μεγαλύτερός μου, που είχε έρθει με τη μητέρα του να μείνουν για λίγο μαζί μας, με τράβηξε από το χέρι: «Πάμε στον κήπο, θα σου πω». «Ο θείος Γιώργος ήρθε να πει στη μαμά σου πως έχουμε πόλεμο. Θα φύγει για το μέτωπο. Κι εμείς πρέπει να κάνουμε ακόμη περισσότερες ασκήσεις, για να είμαστε έτοιμοι, όταν έρθει η ώρα να καλέσουν και τη δική μας κλάση». Συμφώνησα. Πάντα συμφωνούσα με τον Νάσο.

Ο κτηνίατρος Γιώργος Παπαγιάννης στην εκστρατεία της Αλβανίας, Γενάρης 1941

Για τον ξάδερφό μου, τα κορίτσια ήταν δεύτερης κατηγορίας όντα, με τα οποία δεν έπαιζες παρά μόνο αν ήσουν αναγκασμένος και με τους δικούς σου όρους, όπως, απαρέγκλιτα, να πάρουν ανδρικό ψευδώνυμο. Μόλις τέθηκε το θέμα, αυτοστιγμεί άλλαξα όνομα και φύλο: Μάριος. Και ποιο το καλύτερο παιχνίδι μας; Μα, φυσικά, ο «στρατός», τον οποίο αποτελούσε ένα πλασματικό και κυμαινόμενου μεγέθους Σώμα, με χειροπιαστούς το στρατιώτη Μάριο και τον επικεφαλής αξιωματικό Νάσο. (Όταν πολύ γρήγορα ξαναβρεθήκαμε στην Αθήνα προστέθηκε και ο στρατιώτης Ιωάννης — η πεντάχρονη ξαδερφούλα μας Νανά). Οι κούκλες μου παραμερίστηκαν περιφρονητικά. Το ίδιο και τα παλιά φιγουρίνια της μαμάς, που έδιναν ευκαιρίες για χαρτοκοπτική και συλλογές από ωραίες κυρίες. Αραίωσαν και οι παρέες με τις φιλενάδες — ήταν όλες τους κορίτσια! Και δώστου στρατιωτικές ασκήσεις και έφοδοι εναντίον του εχθρού, που οχυρωνόταν πίσω από τα φυτά του κήπου ή τα έπιπλα του σαλονιού.

Συνέχεια ανάγνωσης

Το πρώτο θύμα του πολέμου

Standard

 

του Παναγώτη Σκούφη

 

Το Γυμνάσιο στη Μεσσήνη (Νησί). Από το βιβλίο του Παναγιώτη Σκούφη «Αναμνήσεις από το Νησί», Σύλλογος Απανταχού Νησιωτών «Ο Πάμισος»-Φιλιππότης, Αθήνα 2003

Από τον Σεπτέμβρη του 1937, που, εντεκάχρονος, μπήκα στο εξατάξιο Γυμνάσιο της Μεσσήνης –Νησί τη λέγαμε και την λέμε εμείς την Μεσσήνη– μέχρι τις 28 Οκτωβρίου 1940, το τελετουργικό ήτανε κάθε πρωί το ίδιο. Οχτώ η ώρα, στοιχημένοι κατά τάξεις, μπρος από το κτίριο του Γυμνασίου, μπροστά μας οι καθηγητές σε παράταξη και ο Γυμνασιάρχης να καλεί έναν μαθητή της ΣΤ΄ να πει την προσευχή. Ψέλναμε μετά τον Εθνικό Ύμνο, τα δύο πρώτα τετράστιχα μόνο, και μπαίναμε στις τάξεις μας. Πειθαρχούσαμε σε μια επανάληψη, σε μια ρουτίνα, ελάχιστα συμμετείχαμε στο τελετουργικά, πληκτικά επαναλαμβανόμενο για τρία χρόνια.

Εκείνο το πρωινό, παραταχτήκαμε όπως πάντα, μπρος από το Γυμνάσιο. Πρωί-πρωί οι εφημεριδοπώλες της μικρής μας πόλης έτρεχαν στις πλατείες και στις γειτονιές, με μια στοίβα εφημερίδες παραμάσκαλα και διαλαλούσαν, λες και επρόκειτο για εξαιρετικό εμπόρευμα: «Έκτακτο παράρτημα! Ο πόλεμος εκηρύχθη! Εφημερίδεεες! Έκτακτο παράρτημα!». Οι καθηγητές, σκυθρωποί κι αμίλητοι. Εμείς, αμήχανοι κι ανίκανοι να εκτιμήσουμε τι σήμαινε η κραυγή «Ο πόλεμος εκηρύχθη!». Ήτανε ένα κρύο πρωινό και στην ατμόσφαιρα και προπαντός στις καρδιές. Το τελετουργικό επαναλήφθηκε σαν ξόδι σε κηδεία.

Μπήκαμε στις αίθουσες για μάθημα. Το μάθημα δεν ξεκίνησε. Σε λίγο πέρασε ο κλητήρας και είπε: «Να βγούνε οι μαθητές στο προαύλιο, κατά τάξεις στη γραμμή, θα τους μιλήσει ο κύριος Γυμνασιάρχης».

«Το Υπουργείο διέταξε να διακοπούν τα μαθήματα σ’ όλη την Ελλάδα. Πηγαίνετε να πάρετε τα πράγματά σας και να πάτε στα σπίτια σας και στα χωριά σας», είπε εκείνος.

Αμίλητοι μπήκαμε και βγήκαμε από τις τάξεις μας και ξεκινήσαμε για τα χωριά μας. Αισθανθήκαμε ένα απόλυτο κενό. Περπατάγαμε μηχανικά. Μόλις είχαμε κλείσει την παιδική ηλικία και ένας φόβος εγκαταστάθηκε μέσα μας ότι δεν θα ζήσουμε εφηβεία, θα περάσουμε κατευθείαν στην ώριμη ανδρική ηλικία, αντικαθιστώντας τους άνδρες που φεύγανε για το μέτωπο. Τα διατάγματα της επιστράτευσης τηλεγραφήθηκαν σ’ όλη την επικράτεια και οι ηλικίες των εφέδρων που εκαλούντο επήγαιναν με κάθε μέσο στους στρατώνες.

Οι γυναίκες κλαίγανε. Μανάδες, αδερφάδες, σύζυγοι, απαρηγόρητες. Οι άνδρες τραγουδάγανε. Λες και πηγαίνανε σε πανηγύρι. Από τις σπάνιες στιγμές του ελληνικού λαού. Το 1821 και το 1940, ο λαός υψώθηκε σε ιστορικό μέγεθος αιώνων, στρατευμένος εθελοντικά σε μια ιδέα πλατιά όσο ο κόσμος και αιώνια, στην ιδέα της Ελευθερίας. Η ιδέα της Πατρίδας, η ιδέα της Ελευθερίας τον γέμισε οργή για το άδικο της απρόκλητης επίθεσης, τον όπλισε με πείσμα για αγώνα μέχρι τέλους. Και βγήκε νικητής. Και το 1821 και στον πόλεμο του 1940 και στη συνέχειά του κατά την Κατοχή ώς το 1944. Τέσσερα χρόνια, από τον Οκτώβρη του 1940 ως τον Οκτώβρη του 1944 έδινε με πείσμα και αυταπάρνηση καθημερινές μάχες και νίκησε σ’ όλες. Και τους επιτιθέμενους και τους κατακτητές.

Γύρισα στο χωριό μου. Σαράντα σπίτια, διακόσιες ψυχές. Τσοπάνηδες και γεωργοί οι χωριάτες. Ψυχοκόρες και ψυχογιοί τα παιδιά που περισσεύανε και δεν μπορούσαν οι γονείς να τα θρέψουν. Ο Κώστας του Πανάγου ήτανε χωροφύλακας στην Καλαμάτα. Εκείνες τις μέρες περάσανε χαμηλά στον ουρανό του χωριού ιταλικά βομβαρδιστικά. Βγήκε η Πανάγαινα στη σκάλα, μόλις άκουσε τον θόρυβο, ρώτησε τον παπά, που πέρναγε να πάει για τον όρθρο στην εκκλησιά: «Τι είναι και πού πάνε, δέσποτα, αυτά;». «Πάνε να βομβαρδίσουνε την Καλαμάτα», της είπε ο παπάς. «Παναγιά μου Παρθένα! Πάει το παιδί μου! Πάει ο Κώστας μου», και έπεσε ξερή στα σκαλοπάτια. Ανακοπή καρδιάς. Το πρώτο θύμα του πολέμου στο χωριό μου. Ίσως και όλης της Ελλάδας.

Να τα ξαναπώ λοιπόν

Standard

του Χριστόφορου Μηλιώνη

Αθήνα, 28 Οκτωβρίου 1940

Να τα ξαναπώ λοιπόν άλλη μια φορά:

Εμένα τέτοιες μέρες αλαφιάζεται η μνήμη μου. Μην ανησυχείτε και δεν πρόκειται να σας μιλήσω για ηρωισμούς και τα παρόμοια, για όλα εκείνα που συμπυκνώθηκαν στη φράση «Έπος της Αλβανίας» και τα συμπράγκαλά του: δοξολογίες και λογύδρια, παρελάσεις και τραγούδια της Βέμπο, που τ’ ακούνε οι νέοι στην «ΤV» ή στο ραδιόφωνο και σπεύδουν να πατήσουν το κουμπί. Κι εξάλλου τα «παιδιά της Ελλάδας» –εκείνα με τις μακριές χλαίνες, τις λασπωμένες, και τις γκέτες που σβαρνίζονταν– τέλειωσαν ένας ένας. Μάλλον με χαμηλωμένα μάτια. Κι ούτε θα σας μιλήσω για τον Μπενίτο Μουσολίνι, που έβγαινε στον εξώστη του Παλάτσο Βενέτσια και σηκώνοντας το τερατώδες πηγούνι απειλούσε: «Θα τσακίσω τη ραχοκοκαλιά της Ελλάδας!». Τώρα το Παλάτσο Βενέτσια το λένε RAI-UNO, RAI- DUE, RAI-TRE…. Κι ούτε για κείνο το ανεκδιήγητο έκτυπό του θα σας μιλήσω, που είπε ή δεν είπε το Όχι.

Εμένα τέτοιες μέρες ο νους μου φεύγει εκεί ψηλά στα δάση με τις βελανιδιές και τις καστανιές, με τις γραβιές και τα ντούσκα, που αυτή την εποχή αλλάζουν χρώματα. Εκεί στον Καλαμά, στον Αώο και στα Ριζά της Νεμέρτσικας, στον Κασιδιάρη, στη Μουργκάνα, στην Κακαβιά, στην Πωγωνιανή και στη Βήσσανη. Στο Καλπάκι με το Ηρώο –ο θεός να το κάνει– και τις πανάθλιες προτομές που στήθηκαν στη θέση του τσιμεντένιου αετού με την επιγραφή. Ως εδώ έφτασαν οι γενναίες λεγεώνες του Μουσολίνι.

Ως εδώ και πολύ ήταν. Ούτε βήμα παραπέρα. Βγήκαν από τα σπίτια τους οι Δολιανίτες, αντίκρυ κι αγνάντευαν τον πόλεμο, πίσω από τους οβορούς.΄Ηταν σαν ένα θέατρο. Κι ύστερα άρχισαν να χειροκροτούν, να φωνάζουν και να χτυπούν τις καμπάνες.

Εδώ λοιπόν άρχισε το μεγάλο δράμα, το δεκαετές, το τριακονταετές, το πεντηκονταετές και βλέπουμε.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ό,τι δεν σβήστηκε από τη μνήμη

Standard

 

της Αικατερίνης Ασδραχά

 

Η Αικατερίνη Ασδραχά (στο κέντρο), 1940, με συμμαθήτριές της

…Η άλλη μου πρώτη θύμηση είναι από την πρώτη μέρα του πολέμου: 28 Οκτωβρίου 1940. Στη Νέα Σμύρνη, 40 Εκκλησιών 5, στο σπίτι μας, το σπίτι μου το αγαπημένο που ξανάρχεται τόσο συχνά στα όνειρά μου και που δεν υπάρχει πια. Το έκαναν πολυκατοικία, σκοτώνοντας τον τόπο της μνήμης μου. Φαίνεται πως θα τρόμαξα από τους ήχους της σειρήνας· στεκόμουν ανάμεσα στην κουζίνα και στην τραπεζαρία. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη και η κοπέλα μας σκούπιζε με μια χαμηλή σκούπα. Στεκόμουν εκεί ανάμεσα και ρωτούσα (τον πατέρα μου; τη μάνα μου;) τι συμβαίνει. Το πρώτο άγγιγμα του πολέμου. Όλων αυτών που θάρχονταν ύστερα.

Το σχολείο μας, του Ξενόπουλου, στον ίδιο δρόμο με το σπίτι μας, έκλεισε και κάναμε μάθημα 3-4 παιδιά με τη δασκάλα. Είχαμε κι άλλες; Δεν θυμάμαι. Τη δικιά μας  πάντως τη λέγαν Γεωργία και έχω μια φωτογραφία της μαζί με άλλα τρία κορίτσια, εγώ με φιόγκους στις κοτσίδες, γύρω από ένα τραπέζι, όταν κάναμε μάθημα.

Μ’ αυτή την Γεωργία έπαθα την πλάκα μου. Πριν πολλά χρόνια, μια μέρα που ήμουν στο σπίτι της συμμαθήτριάς μου της Αλεξάνδρας, στο Σούνιο, ήρθε ένα νεαρό ζευγάρι φίλων και μέσα στην κουβέντα αποδείχτηκε ότι η κοπέλα ήταν εγγονή της Γεωργίας (!!). Στη  φωτογραφία η Γεωργία δείχνει τόσο γελαστή και καλή…

Στο μεταξύ ο πατέρας μου είχε φύγει, αξιωματικός της διαχειρίσεως, στη Λάρισα. Τέλειωσε ο πόλεμος και δεν ερχότανε. Η μάνα μου έκλαιγε συνέχεια· καθόταν πάνω στο ντιβάνι κι έκλαιγε, ήταν σίγουρη πως είχε σκοτωθεί.

Εμάς, εμένα και την μικρότερη αδελφή μου, μας είχε αναλάβει η αγαπημένη μου γιαγιά, που έμενε στο κάτω πάτωμα (το σπίτι μας ήταν διώροφο). Ήταν Κατοχή. Οι Γερμανοί είχαν ένα αρχηγείο τους στον επάνω δρόμο από τον δικό μας. Θυμάμαι αμυδρά κάτι συρματοπλέγματα κι έναν ουρανό σκοτεινό σα να μην έβγαινε ποτέ ο ήλιος.

Συνέχεια ανάγνωσης

Πριν από σας, για σας: το κράτος μεριμνά για την ιδιωτική ασφάλιση των ανέργων

Standard

του Βαγγέλη Κουμαριανού

Ανρί Ματίς, «Κόκκινος χορευτής», 1938

 

Το 2010, στην αγορά εργασίας, από τις 850.000 ανέργους, οι εγγεγραμμένοι στον ΟΑΕΔ φτάνουν τους 600.000. Ακόμα κι αν θεωρήσουμε πως το επίδομα ανεργίας αποτελεί επαρκή αντιμετώπιση του προβλήματος, περίπου 400.000 άνεργοι, οι μισοί δηλαδή, δεν έχουν καμία ιατρική κάλυψη. Πρόσφατα μάλιστα μαθεύτηκαν, από τα πιο επίσημα χείλη, τα σχέδια του Υπουργείου Εργασίας και της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών για το συγκεκριμένο θέμα.

Ο ΟΑΕΔ μπορεί να μην έχει τα χρήματα για να καλύψει την περίθαλψη των ανασφάλιστων ανέργων αλλά προτείνεται να επωμιστεί το κόστος ασφάλισης της υγείας τους με ιδιωτικά συμβόλαια. Πρόκειται για ομαδική ιδιωτική ασφάλιση την οποία επωμίζεται μεν το κράτος, την αναθέτει δε μαζικά στις ασφαλιστικές εταιρείες.

Άνεργοι στα δίχτυα των ασφαλιστικών

Οι παρεμβάσεις των εκπροσώπων των ασφαλιστικών εταιρειών και του κράτους στο συνέδριο των Financial Times με θέμα «The future of Insurance in Greece» φανερώνουν πως το μέλλον της ασφάλισης στην Ελλάδα σχεδιάζεται βάσει νεοφιλελεύθερων συνταγών. «Με λίγα χρήματα» θα δημιουργηθεί ένα ιδιωτικό «δίχτυ ασφαλείας», το οποίο θα χρηματοδοτείται από το κράτος και θα παρέχεται από την ασφαλιστική βιομηχανία. Μέχρι τώρα, παρά το ύψος των παροχών που θυμίζουν φιλόπτωχο ταμείο, θα πίστευε κανείς πως τουλάχιστον η προνοιακή πολιτική θα παρέμενε δημόσια. Ατυχώς.

Η γενναιοδωρία των ασφαλιστικών εταιρειών είναι πια δεδομένη για την υπουργό Εργασίας Λ. Κατσέλη: παρέχουν φτηνό δίχτυ ασφαλείας σε περίοδο κρίσης, έχοντας «πολύχρονη εμπειρία» στη μείωση του κόστους για «τις χρόνιες παθήσεις και τα ατυχήματα»! Έτσι, με 45 ευρώ το κεφάλι (συνολικά 22 με 25 εκατ. ευρώ, σύμφωνα πάντοτε με το Υπουργείο), 400.000 άνεργοι θα αποκτήσουν μονομιάς ιδιωτικό συμβόλαιο υγείας. Παρά την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και το ύψος της, οι καλυπτόμενες παροχές πρωτοβάθμιας περίθαλψης περιορίζονται στα ελάχιστα τσεκ απ και δεν καλύπτουν τη φαρμακευτική δαπάνη και τις ακριβότερες εξετάσεις των ανέργων που η κυβερνητική πολιτική αφήνει ανασφάλιστους.

Συνέχεια ανάγνωσης

Γαλλία 2010: Ο αυτισμός του κράτους

Standard

Συνέντευξη της γαλλίδας ιστορικού Ντανιέλ Ταρτακόβσκυ

μετάφραση: Ιωάννα Μεϊτάνη

Η γαλλίδα ιστορικός Ντανιέλ Ταρτακόβσκυ μιλάει για την οργή των Γάλλων, την ουσία της εξέγερσής τους και για τον κοινωνικό διάλογο στη Γαλλία. Συνέντευξη στον Ρούντολφ Μπάλμερ για τη γερμανική εφημερίδα Die Tageszeitung (taz), 20.10.10.

 

* Κυρία Ταρτακόβσκυ, στη Γαλλία γίνονται συχνά απεργίες και διαδηλώσεις. Θεωρείτε ότι υπάρχει κάτι που θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε «τυπική γαλλική κουλτούρα διαμαρτυρίας»;

* Το βλέπω κάπως διαφορετικά. Εξάλλου, και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες εκδηλώνονται σημαντικές και άγριες συγκρούσεις με μεγάλες διαδηλώσεις· ορισμένοι κοινωνιολόγοι μάλιστα περιγράφουν το φαινόμενο αυτό με τον όρο «δημοκρατία της διαμαρτυρίας».

 

* Ωστόσο, είναι γνωστό ότι ειδικά στη Γαλλία η σύγκρουση σχεδόν πάντοτε μεταφέρεται στο δρόμο.

*Αυτό εξηγείται, αν δούμε το ιστορικό υπόβαθρο. Η παράδοση του κοινωνικού διαλόγου είναι πολύ διαφορετική στη Γαλλία απ’ ό,τι στη Γερμανία. Στη Γαλλία οι επιχειρηματίες δεν πόνταραν ποτέ στην έννοια των κοινωνικών εταίρων. Επίσης, το συνδικαλιστικό κίνημα, που στις απαρχές του είχε επαναστατικό χαρακτήρα, η εξέλιξη όμως ήταν διαφορετική. Επανειλημμένα όμως έχει δώσει έναυσμα για μεγάλες κινητοποιήσεις. Όλες οι σημαντικές κοινωνικές κατακτήσεις στη Γαλλία είναι αποτέλεσμα μεγάλων και μαζικών κινητοποιήσεων του εργατικού κινήματος, όπως για παράδειγμα τα βήματα που έκανε το Λαϊκό Μέτωπο (1936-1938), καθώς και η Απελευθέρωση στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτά τα δύο ήταν σπουδαίοι σταθμοί κατά την οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους στη Γαλλία, το οποίο σήμερα τίθεται υπό αμφισβήτηση. Στη διαμόρφωση της αγωνιστικής παράδοσης της Γαλλίας συνέβαλε σίγουρα το γεγονός ότι τα βήματα που έγιναν τότε ήταν αποτέλεσμα μεγάλων κινητοποιήσεων.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Η Πριγκίπισσα ντε Κλεβ στις διαδηλώσεις

Standard

 

του Χένρυ Σάμιουελ

Ανάμεσα στο πλήθος των πανώ, το πιο αγαπημένο μου ήταν, χωρίς καμιά αμφιβολία, η εκκεντρική καμπάνια για την υποστήριξη της Πριγκίπισσας ντε Κλεβ, μυθιστορήματος του 17ου αιώνα που έγραψε η Μαντάμ Λαφαγιέτ με θέμα τον απελπισμένο έρωτα, ένα από τα αγαπημένα αναγνώσματα στη διδακτέα ύλη γαλλικών σχολείων.

Πρόσφατα, ο Σαρκοζί δήλωσε χλευαστικά: «Μόνο ένας  σαδιστής ή ένας ηλίθιος –εσείς αποφασίζετε– θα συμπεριλάμβανε ερωτήσεις σχετικά με την Πριγκίπισσα ντε Κλεβ στο διαγωνισμό των  υποψηφίων για το δημόσιο».

Τώρα, η Πριγκίπισσα έχει γίνει καλτ στην έκθεση βιβλίου του Παρισιού, όπου οι κονκάρδες «Διαβάζω την Πριγκίπισσα ντε Κλεβ» πουλιόντουσαν σαν ζεστά ψωμάκια.

Αναρωτιέμαι για την άποψη που έχει επί του ζητήματος η «Πριγκίπισσα» Κάρλα.

(απόσπασμα από ανταπόκριση του Henry Samuel

για την Τelegraph, για παλαιότερη διαδήλωση στη Γαλλία, 19.3.2009)

 

 

 

 

 

 

«Je lutte des classes»: η ανατομία της σύγκρουσης στη Γαλλία

Standard

της Μαρτίν Μπυλάρ

μετάφραση: Κώστας Σπαθαράκης

Το κίνημα κατά της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης στη Γαλλία σημείωσε την Τρίτη μια σημαντική επιτυχία, που όχι μόνο μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για την πορεία της γαλλικής κοινωνίας αλλά στέλνει ένα μήνυμα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Σε μια από τις μαζικότερες κινητοποιήσεις των τελευταίων χρόνων, εκατομμύρια άνθρωποι αμφισβήτησαν την κυρίαρχη λογική των «αναγκαίων» μεταρρυθμίσεων, εις βάρος του κόσμου της εργασίας. Η δυναμική των κινητοποιήσεων όμως δεν ήταν δεδομένη· χτίστηκε σιγά σιγά πάνω σε ορισμένες θεμελιώδεις προϋποθέσεις: σοβαρή συνδικαλιστική δράση στους χώρους δουλειάς αντί μιας γενικόλογης ρητορείας που θα εξαργυρωθεί πολιτικά σε κάποιες εκλογές, ενότητα δράσης των συνδικάτων και της Αριστεράς αντί της πολυδιάσπασης και του διαρκούς ανταγωνισμού, μακρόπνοος σχεδιασμός των κινητοποιήσεων (οι διαδηλώσεις ξεκίνησαν στις αρχές Ιουνίου) αντί μιας «συμβολικής» μεγάλης διαμαρτυρίας, χωρίς συνέχεια. Μάλλον χρειαζόμαστε κι εμείς μερικά μαθήματα γαλλικών.

Κ.Σπ.

 

 

Φωτογραφία του carac3

 

Ήταν πιο νέοι, πιο πολλοί και πιο μαχητικοί. Ο αριθμός των Γάλλων που διαδήλωσαν την περασμένη Τρίτη στις περισσότερες πόλεις της χώρας ξεπέρασε, σύμφωνα με τα συνδικάτα, τα τρία εκατομμύρια (κατά την αστυνομία στους δρόμους βγήκαν 1,2 εκ.). Πέρα όμως από τους αριθμούς, το σημαντικό είναι πως στην κινητοποίηση συμμετείχαν μαθητές και φοιτητές, εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα (μαζί με τους εργάτες στα 11 από τα 12 γαλλικά διυλιστήρια) και υπάλληλοι του δημοσίου. Πρόκειται αναμφισβήτητα για τεράστια επιτυχία, ακριβώς τη στιγμή που η κυβέρνηση υπολόγιζε στην «κούραση» των διαδηλωτών και τον κατακερματισμό του κινήματος, για να μπορέσει να περάσει αβρόχοις ποσί τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος.

Τον περασμένο Ιούνιο, όταν έγινε η πρώτη διαδήλωση, την οποία θα διαδέχονταν μια σειρά από ολοένα και μεγαλύτερες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, κυριαρχούσε στον γαλλικό λαό ένα αίσθημα παραίτησης και αποδοχής των «αναγκαίων» μεταρρυθμίσεων. Κι όμως, μερικούς μήνες αργότερα, κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός πως ο γαλλικός λαός απορρίπτει τα σχέδια της κυβέρνησης.

Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες που εξηγούν αυτή την αντιστροφή του κλίματος. Πρώτον, τα συνδικάτα συγκρότησαν ένα ενιαίο μέτωπο αμφισβήτησης της συγκεκριμένης μεταρρύθμισης, παρά τις επιμέρους διαφωνίες τους ή τις άλλες ιδεολογικές τους διαφορές. Αυτό τους επέτρεψε να συσπειρώσουν τους εργαζομένους, πηγαίνοντας από εταιρεία σε εταιρεία, και να δώσουν τη μέγιστη δυνατή δημοσιότητα στα επιχειρήματά τους.

Συνέχεια ανάγνωσης