Η δικαιοσύνη. Ανιχνεύοντας τις ακροδεξιές ιδέες στις αποφάσεις

Standard

ΤΟ ΒΑΘΥ ΚΡΑΤΟΣ  ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΑΚΡΟΔΕΞΙΑ-2

της Κλειώς Παπαπαντολέων

Έργο του Ονορέ Ντωμιέ

Έργο του Ονορέ Ντωμιέ

Σκοπός της έρευνας ήταν να χαρτογραφήσει ρατσιστικές, εθνοκεντρικές, ξενοφοβικές και θρησκόληπτες ιδέες και τάσεις στον δικαστικό μηχανισμό μέσα από τις ίδιες τις δικαστικές αποφάσεις. Οι φορείς της εγχώριας δικαιοσύνης άλλωστε σπανίως τοποθετούνται δημοσίως. «Μιλούν» διά των αποφάσεων τους, αποτυπώνοντας εκεί, αναπόδραστα, πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς, κυρίαρχες ιδεολογίες και αναπαράγοντας στερεοτυπικές κατασκευές. Ως εκ τούτου, εάν η έρευνα αυτή κομίζει κάτι νέο, είναι η ανάλυση και κριτική προσέγγιση δικαστικών αποφάσεων, όχι με κριτήρια αμιγώς νομικά, ούτε δημοσιογραφικά, αλλά δικαιοπολιτικά, τοποθετώντας τις δικαστικές πρακτικές μέσα στον κοινωνικό συσχετισμό και την πολιτική συγκυρία. Η έρευνα –και αυτό θέλω να το τονίσω– δεν στόχευε στην «αποκάλυψη» ακροδεξιών δικαστών, αλλά στην ανίχνευση τέτοιων ιδεών, οι οποίες στην Ελλάδα, παρόλο που εκφέρονται προνομιακά από την ακροδεξιά είναι τόσο διάχυτες, που επιτρέπουν σε κάποιον να τις συμμερίζεται χωρίς να αισθάνεται –ή και να υποπτεύεται ακόμα– ότι είναι ακροδεξιός.

Μεθοδολογικά, επελέγησαν αποφάσεις οι οποίες έχουν εμβληματικό χαρακτήρα και βαρύ συμβολικό-ιδεολογικό φορτίο, καθώς και άλλες οι οποίες ήταν ιδιαίτερα πρόσφορες για την επισήμανση επιμέρους ιδεολογικών παραμέτρων, όπως η ανάδειξη της επικρατούσας θρησκείας ως κρατικής αξίας, η οποία στα ελληνικά ποινικά χρονικά διαρκώς αναιρεί κάθε παρεκκλίνουσα καλλιτεχνική έκφραση, διά της συχνότατης εφαρμογής των αδικημάτων της βλασφημίας και καθύβρισης θρησκευμάτων.

Λήφθηκε επίσης υπ’ όψιν ο ρόλος που κλήθηκε ο δικαστικός μηχανισμός να αναλάβει και στην Ελλάδα, ιδίως από το 2000 και μετά, με τη σταδιακή επικράτηση της μηδενικής ανοχής στην «ανομία», δηλαδή στη χαμηλής έντασης εγκληματικότητα ή απλώς στην κοινωνική διαμαρτυρία (π.χ. Σκουριές, καταλήψεις κτιρίων, απεργίες). Ο δικαστικός μηχανισμός –διά του ποινικού δικαίου– διαχειρίστηκε, και εξακολουθεί να διαχειρίζεται, μερίδες του πληθυσμού που ανήκουν στην «κοινωνική κατηγορία της φτώχειας», δηλαδή ανθρώπους που είναι πέρα από τάξεις και ιεραρχίες, χωρίς δυνατότητες (επαν)εισαγωγής στο σύνολο, πέραν κάθε σωτηρίας. Πληθυσμοί όπως επαίτες, τοξικοεξαρτημένοι, άστεγοι, παράτυποι αλλοδαποί, που τον καιρό της οικονομικής κρίσης ολοένα διευρύνονται, περιλαμβάνοντας μερίδες προσώπων που μέχρι πρόσφατα ήταν ενταγμένες στο κοινωνικό σύνολο.

Εμβληματικότερη όλων, η υπόθεση των οροθετικών γυναικών, με τον δικαστικό μηχανισμό να υλοποιεί ρατσιστικές και σεξιστικές πρακτικές, επαναφέροντας στο προσκήνιο την έννοια της «μιαρότητας», την αγιότητα της ελληνικής οικογένειας και μαζί τις πιο σκοτεινές έμφυλες προσλήψεις, γυρίζοντας τη χώρα εξήντα χρόνια πίσω.

Όλα αυτά την ίδια στιγμή που ο δικαστικός μηχανισμός ατένιζε νωχελικά τις εκατοντάδες «νυχτερινές περιπολίες» της Χρυσής Αυγής και τις δημόσιες προτροπές της στη βία (βία που υλοποιούσαν τα μέλη της Χ.Α. αμέσως μετά), δημιουργώντας ένα χωρίς προηγούμενο status ιδιότυπης ασυλίας και ατιμωρησίας, που κάποιοι πλήρωσαν με την ίδια τους τη ζωή.

Η απόσπαση της έννοιας ασφάλειας από τα δικαιώματα και η αποικιοποίησή της από μηχανισμούς καταστολής και αστυνόμευσης οδήγησαν στην ανοχή και συστηματική ατιμωρησία της αστυνομικής βίας, στην ασυλία της ΧΑ, στον εθισμό στον εγκλεισμό κ.ά.: σε όλους δηλαδή εκείνους τους μηχανισμούς, κρατικούς ή παρακρατικούς, που το κράτος θεώρησε θεματοφύλακες αυτής της τάξης.

Στρατός και Ακροδεξιά: Εντός, εκτός και παραλλήλως

Standard

ΤΟ ΒΑΘΥ ΚΡΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΑΚΡΟΔΕΞΙΑ-3

του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Χαρακτικό του Μίνου Αργυράκη, από το λεύκωμα «Η πολιτεία έπλεε εις την μελανόλευκον»

Χαρακτικό του Μίνου Αργυράκη, από το λεύκωμα «Η πολιτεία έπλεε εις την μελανόλευκον»

Η έρευνα αποτυπώνει μια πολυδιάστατη παρουσία της Ακροδεξιάς εντός, εκτός και παραλλήλως του στρατεύματος, αόρατη δυστυχώς στο περσινό πόρισμα Κωσταράκου περί Χρυσής Αυγής – πόρισμα μιας έρευνας που τελείωσε πριν καλά καλά αρχίσει. Σε αντίθεση λοιπόν με τους καθησυχαστικούς τόνους του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ, η δική μας έρευνα καταγράφει ένα ευρύ ρεπερτόριο δράσης: λέσχες εφέδρων, φιλοχουντική κατήχηση σε στρατόπεδα, ιδεολογική ζύμωση μέσω διαδικτύου από συγκεκριμένους διαύλους, εκπαίδευση ταγμάτων εφόδου, ακροδεξιές πολιτοφυλακές, «συνδικαλιστική» εκπροσώπηση των ενστόλων στη Βουλή και «ακτιβισμός» στα σύνορα, ώστε σε ένα κλίμα έντασης με γειτονικές χώρες, «επίλεκτες δυνάμεις του στρατού και της αστυνομίας να επιχειρήσουν τη μεγάλη ανατροπή» (Χρυσή Αυγή, 2001). Το εύρος της διείσδυσης που τεκμηριώνουμε, επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά από την εκλογή Συναδινού και Επιτήδειου με τα ευρωψηφοδέλτια των νεοναζί. Και το ίδιο συμβαίνει, νομίζω, με τα σενάρια που θέλουν απόστρατους στην ηγεσία μιας «σοβαρής» Χρυσής Αυγής, να υποσκελίζουν τους «ποινικούς».

Εκείνο ωστόσο που προσφέρει κυρίως η έρευνα είναι ένα πλαίσιο για να αξιολογηθεί η επικινδυνότητα του «παθολογικού»: να εκτιμηθεί τι τάξης κίνδυνο για τη δημοκρατία εκπροσωπεί η δράση των ακροδεξιών και τι αντιστάσεις βρίσκει. Το μείζον ήταν να δούμε τι επιτρέπει την ακροδεξιά παρείσφρηση σε ένα τόσο ιεραρχημένο σώμα όπως ο στρατός. Με άλλα λόγια, η έρευνα εμπλέκει, αναπόφευκτα, και το «κανονικό»: πώς και σε ποιο βαθμό, ένας μηχανισμός-προπύργιο της Ακροδεξιάς μέχρι το 1974 συμβάλλει σε αυτό που θα λέγαμε «αντιστροφή της δυναμικής της Μεταπολίτευσης»: στην παραβίαση, δηλαδή, του συνόρου που μετά το 1974 ήθελε το στρατό και τα στελέχη του αυστηρά εκτός πολιτικής, ασχολούμενους με «ειρηνικά»-αμυντικά έργα. Συνέχεια ανάγνωσης

Η Εκκλησία της Ελλάδος. Η πολιτική υπόσταση και οι ρατσιστικές φωνές εντός της

Standard

ΤΟ ΒΑΘΥ ΚΡΑΤΟΣ  ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΑΚΡΟΔΕΞΙΑ-4

του Αλέξανδρου Σακελλαρίου

Aπό εγκαίνια γραφείων της Χρυσής Αυγής, πιθανόν στη Θεσσαλία (Η φωτογραφία δημοσιεύθηκε στην «Αυγή», 14.10.2014)

Aπό εγκαίνια γραφείων της Χρυσής Αυγής, πιθανόν στη Θεσσαλία (Η φωτογραφία δημοσιεύθηκε στην «Αυγή», 14.10.2014)

Ενδεχομένως η παρούσα έρευνα δεν αφήνει έκπληκτο τον ειδικό μελετητή της ελλαδικής Εκκλησίας – και το λέω αυτό, έχοντας γενικότερη γνώση του πεδίου, καθώς εδώ και δέκα περίπου χρόνια μελετάω τις σχέσεις θρησκείας και πολιτικής, κράτους και Εκκλησίας. Ωστόσο, η έρευνα μας επιβεβαιώνει ορισμένα σημαντικά συμπεράσματα για τη σχέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με ακροδεξιούς χώρους και τον ρατσιστικό λόγο. Και, πρώτα απ’ όλα, την υπόθεση ότι η Εκκλησία αποτελεί ισχυρό ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους, αλλά και της κυρίαρχης ιδεολογίας συνολικά, καθώς ειδικά για την ελληνική περίπτωση και βάσει των ιστορικών γεγονότων (δικτατορία Μεταξά, Χούντα, περίοδος Χριστόδουλου), έχουμε διαπιστώσει ότι πολύ συχνά η Εκκλησία δρα με σχετική αυτονομία έναντι του κράτους.

Η πληθώρα των αποσπασμάτων της ρητορικής ιεραρχών με περιεχόμενο σαφώς ρατσιστικό (κυρίως πολιτισμικού και όχι βιολογικού ρατσισμού), καταδεικνύει ότι η Εκκλησία αποτελεί έναν κοινωνικό παράγοντα σαφώς εκκοσμικευμένο με όρους κοινωνιολογικούς. Με άλλα λόγια, η Εκκλησία προφανώς και αποτελεί κοινωνικό θεσμό που επιβάλλεται να μελετηθεί, είτε αυτό αρέσει σε μερικούς ιεράρχες είτε όχι. Επιπροσθέτως, η εν λόγω έρευνα επιβεβαιώνει, για άλλη μια φορά, μία ακόμα υπόθεση: τη στενή σχέση της θρησκείας με την πολιτική και την πολιτική υπόσταση της Εκκλησίας, όσο κι αν ούτε αυτό αρέσει σε πολλούς ιεράρχες, όταν υποστηρίζεται. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο φασισμός στην Ελλάδα. Συνέχειες και ασυνέχειες στον ευρωπαϊκό 20ό αιώνα

Standard

ΤΟ ΒΑΘΥ ΚΡΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑΚΑΙ Η ΑΚΡΟΔΕΞΙΑ-5

του Δημήτρη Κουσουρή

kousourisΗ ιδέα να χρησιμοποιήσουμε την έννοια του βαθέος κράτους ως αναλυτικό εργαλείο αποδείχτηκε, πιστεύω, ιδιαίτερα γόνιμη. Καταρχάς, εμένα με βοήθησε, σε ένα πεδίο που μου ήταν κατά κάποιο τρόπο οικείο να εντοπίσω κρίσιμους κρίκους που συνδέουν πρόσωπα και μηχανισμούς. Η έρευνα για όλα αυτά είναι, από τη φύση του ζητήματος θα έλεγα, γεμάτη από τεράστια κενά και «τυφλά» σημεία. Εντούτοις, διατρέχοντας τη σχετική βιβλιογραφία και τις ουκ ολίγες διαθέσιμες πηγές, ακόμα κι ένας λίγο-πολύ υποψιασμένος ερευνητής μπορεί να εντοπίσει απροσδόκητες συνδέσεις ή διαστάσεις της πραγματικότητας που είχαν υπερ- ή υποτιμηθεί, όπως π.χ. τη σημασία της «μήτρας» του φασιστικού φαινομένου στην Ελλάδα, που ήταν ο Εθνικός Διχασμός και το κίνημα των Επιστράτων.

Το πιο προφανές –και συνάμα το πιο εντυπωσιακό– που αντιλαμβάνεται κανείς είναι η πολυμορφία και οι πρωτεϊκές μεταμορφώσεις των ακροδεξιών πολιτικών ή παραστρατιωτικών σχηματισμών που συγκροτήθηκαν για να χτυπήσουν τους αγώνες του εργατικού κινήματος και των πολιτικών του εκφράσεων από τη δεκαετία του 1910 και εντεύθεν. Σε ό,τι με αφορά, απέκτησα νέες γνώσεις ιδιαίτερα για την πρώτη μεταπολεμική και τη μεταπολιτευτική περίοδο – που είναι και οι λιγότερο μελετημένες. Για τη βαρύτητα, λ.χ., του ιδεολογικού και πολιτικού ρόλου της Εκκλησίας, που έχει ερευνηθεί ελάχιστα. Το ίδιο ισχύει και για τη διεθνική διάσταση του ελληνικού νεοφασισμού, τόσο σχετικά με την ένταξη και συμμετοχή του στo μυστικό δίκτυο Stay-Βehind του ΝΑΤΟ, όσο και με τις διεθνείς διασυνδέσεις του κατά τη διάρκεια της Χούντας και μετά. Σε κάθε περίπτωση πάντως, πρόκειται για μια χαρτογράφηση του πεδίου.

Όσον αφορά τώρα το ερώτημα, αν η Χρυσή Αυγή αποτελεί συνέχεια ή τομή στην ιστορία της ελληνικής Άκρας Δεξιάς, η απάντησή μου είναι ότι ισχύουν και τα δύο. Η εκρηκτική εκλογική της άνοδος αποτελεί ασφαλώς τομή, ως προϊόν της κρίσης και της δραματικής υποχώρησης του παλαιοκομματισμού ΠΑΣΟΚ-ΝΔ. Τομή αποτελεί και η πολιτική της ταυτότητα: είναι η πρώτη φορά –πριν ή μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο–, που ένα ναζιστικό κόμμα αποκτά τόσο πλατιά υποστήριξη και απήχηση. Ωστόσο, αυτό συνέβη ακριβώς επειδή η Χρυσή Αυγή στη συγκεκριμένη συγκυρία ήταν μάλλον η τελευταία εφεδρεία του βαθέος κράτους. Οι σχέσεις του ηγετικού της πυρήνα με θύλακες στο εσωτερικό του στρατού, της αστυνομίας και της δικαιοσύνης ήταν ήδη γνωστές και έρχονται στο φως ολοένα και περισσότερο με τη δουλειά που κάνουν μαχητικοί δημοσιογράφοι και δικηγόροι. Ομοίως, σε ό,τι αφορά τη μαζική της διάσταση, η Χρυσή Αυγή παρέχει σήμερα πολιτική ταυτότητα σε εθνικιστικά, ρατσιστικά, φαλλοκρατικά, αντιδημοκρατικά ρεύματα που έρρεαν, φανερά ή υπογείως για δεκαετίες στην ελληνική κοινωνία και που φανερώνουν σήμερα το πιο αποκρουστικό τους πρόσωπο.

 

Για να νικήσουμε τον φασισμό, χρειαζόμαστε ένα αντίπαλο διεθνιστικό-ταξικό πρόταγμα και οργάνωση

Standard

συνέντευξη της Ανν Τριστάν

Τη συνέντευξη πήρε ο Δημήτρης Κουσουρής και μετέφρασε ο Πάνος Αγγελόπουλος

Η Ανν Τριστάν μιλάει για το Εθνικό Μέτωπο και την κοινωνική του δικτύωση, την ισλαμοφοβία, τις επιτυχίες και τις αδυναμίες του αντιφασιστικού κινήματος, τη στρατηγική της Αριστεράς.

H Anne Tristan

H Anne Tristan

H Anne Tristan είναι μια μορφή εμβληματική για το αντιφασιστικό κίνημα της Γαλλίας, αλλά και όλης της Ευρώπης. Αγωνίστρια ενταγμένη στη Ligue Communiste Révolutionnaire (LCR) έγινε ευρύτατα γνωστή το 1987 με το βιβλίο της Στο μέτωπο. Έξι μήνες στο κόμμα του Λεπέν (στα ελληνικά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Στάχυ): εντάχθηκε στο Εθνικό Μέτωπο και γρήγορα έγινε γραμματέας στην οργάνωση των βόρειων συνοικιών της Μασσαλίας. Παρέμεινε έξι μήνες, και την εμπειρία της καταγράφει στο βιβλίο. Το 1993 εκδόθηκε Η Παράνομη, όπου περιγράφει όσα έζησε ως «Σόνια», δομινικανή πρόσφυγας χωρίς χαρτιά σε αναζήτηση ασύλου στο Παρίσι. Έκτοτε, θα εγκαταλείψει τις «μεταμφιέσεις» και θα δουλέψει ως εκπαιδευτικός και ερευνήτρια, παραμένοντας πάντα δραστήρια αντιφασίστρια. Είχε κεντρικό ρόλο στο αντιφασιστικό δίκτυο Ras l’Front που στήθηκε μετά την έκκληση των 250 προσωπικοτήτων (μεταξύ των οποίων οι E. Μπαλιμπάρ, Ζ. Λαμπικά, Π. Βιντάλ-Νακέ, Μ. Λεβύ, το συγκρότημα Μάνο Νέγκρα, η Αρ. Μνουσκίν κ.ά.) το 1990. Το δίκτυο στηρίχτηκε κυρίως στην «εκτός των τειχών» Αριστερά και ανέπτυξε αξιοσημείωτη δράση στις γειτονιές και στα συνδικάτα. Το 2004 η Τριστάν (μαζί με τον René Monzat) εξέδωσαν το Εγχειρίδιο για τον αγώνα ενάντια στο Εθνικό Μέτωπο (Ras l’ front, Flammarion).

* Ασχολείστε χρόνια, και σαν αγωνίστρια και σαν ερευνήτρια, με την Άκρα Δεξιά. Ποιες είναι οι βασικές αλλαγές στην Άκρα Δεξιά και το αντιφασιστικό κίνημα της Γαλλίας από το 1987, όταν εκδόθηκε το βιβλίο σας «Στο μέτωπο»;

Τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια το Εθνικό Μέτωπο (ΕΜ) έχει ενισχυθεί σημαντικά και αποκτήσει εξίσου σημαντική πολιτική εμπειρία. Το 1986, τα εκλογικά του προπύργια περιορίζονταν σχεδόν αποκλειστικά στον Νότο της Γαλλίας. Σήμερα, έχει εξαπλωθεί στο σύνολο της χώρας, καθώς χιλιάδες γάλλοι πολίτες το στηρίζουν με την ψήφο τους σε τοπικό επίπεδο.

Marine Le PenΕπίσης, οι προτάσεις του για τη μετανάστευση είναι πια τόσο διαδεδομένες –ακόμα και μεταξύ ανθρώπων οι οποίοι εξακολουθούν να ψηφίζουν Αριστερά–[1], κι έτσι το ΕΜ έχει πια αλλάξει τη βασική του επιχειρηματολογία. Προβάλλει τον εαυτό του –και ακολούθως οικοδομείται– σαν κόμμα κυβερνητικό, ικανό να διεκδικήσει και ασκήσει την εξουσία. Διεξάγει πια μια συστηματική ιδεολογική μάχη γύρω από αυτή τη θεματική. Στόχος του είναι να καταγράψει ένα ποσοστό της τάξης του 30% με 35% στις προεδρικές εκλογές. Η ηγεσία του γνωρίζει πολύ καλά ότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα σήμαινε την πλήρη αποσύνθεση των άλλων πολιτικών σχηματισμών, και ότι υπό αυτές τις συνθήκες δεν θα χρειαζόταν καν να αποκτήσει την απόλυτη πλειοψηφία για να αναλάβει την εξουσία. Και δεν ξέρω αν, υπό τις παρούσες συνθήκες, μπορεί να αποτραπεί ένα εκλογικό αποτέλεσμα της τάξης του 30%.

Σε ό,τι αφορά το αντιφασιστικό κίνημα, αυτό γνώρισε μια κορύφωση κατά τη δεκαετία του 1990, αλλά δεν υπήρξε ποτέ μαζικό. Στο διάστημα 1990-2002, οργανώθηκαν διαδηλώσεις ενάντια στο ΕΜ σε εθνικό επίπεδο με πρωτοβουλία οργανώσεων (κομμάτων της Αριστεράς και της ριζοσπαστικής Αριστεράς, συνδικάτων, συλλογικοτήτων υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή των αξιών της Γαλλικής Δημοκρατίας κ.λπ.). Επιπλέον, υπήρχε ένα δίκτυο από τοπικές ενωτικές συλλογικότητες σε περισσότερες από εκατό πόλεις. Το δίκτυο αυτό είχε στηθεί από ενεργά μέλη συλλογικοτήτων ή κομμάτων, κάποιες φορές ακόμα και από ανένταχτους αγωνιστές, οι οποίοι δρούσαν εμφορούμενοι από προσωπικά αλλά σε κάθε περίπτωση δημοκρατικά ιδεώδη.

Σήμερα, το κίνημα αυτό έχει φυλλορροήσει. Διατηρούνται ακόμα κάποιες τοπικές ενωτικές πρωτοβουλίες, αλλά είναι ολοένα και πιο σπάνιες. Παρ’ όλα αυτά, σε εθνικό επίπεδο, η CONEX (Εθνικό Συντονιστικό ενάντια στην Ακροδεξιά) συνεχίζει μια δουλειά επαγρύπνησης, ευαισθητοποίησης και κινηματικών καλεσμάτων, η οποία όμως συναντά μειωμένη ανταπόκριση. Σε συνδικαλιστικό επίπεδο, η VISA (Εγρήγορση Συνδικαλιστικών Αντιφασιστικών Πρωτοβουλιών), πολυσυλλεκτικό σχήμα συνδικάτων ενάντια στην προπαγάνδα του ΕΜ στους χώρους εργασίας, συνεχίζει με επιμονή το έργο της, χωρίς να αποθαρρύνεται από τα πολύ χαμηλά ποσοστά συνδικαλιστικής ένταξης που καταγράφονται στη Γαλλία.

Από τη δεκαετία του 1990 και μετά, η όξυνση των ανισοτήτων καθιστά ολοένα και πιο εύθραυστους τους κοινωνικούς δεσμούς και ολοένα και πιο δύσκολες τις πολιτικές αντιστάσεις και απαντήσεις.

* Η έρευνά σας είχε ξεκινήσει από τη Μασσαλία…

Το 1986, στις βόρειες συνοικίες της Μασσαλίας –όπου είχα πραγματοποιήσει και τη δημοσιογραφική μου έρευνα πάνω στην τοπική τακτική του ΕΜ–, υπήρχαν ήδη κάποια εκλογικά κέντρα όπου το ΕΜ είχε καταγράψει ποσοστά μέχρι και 38%. Εκεί, οι άνεργοι ήταν πολλοί, και στις κοινωνικές κατοικίες πολλές οικογένειες διέθεταν προς υπενοικίαση ένα υπνοδωμάτιο του διαμερίσματός τους (κάτι που απαγορεύει ο νόμος), προκειμένου να βγάλουν τα έξοδα του μήνα.

Ωστόσο, ακόμα περισσότερο από την ήδη εδραιωμένη οικονομική κρίση, αυτό που ήταν εντυπωσιακό στις συγκεκριμένες γειτονιές ήταν η ερήμωσή τους από πολιτικές παρεμβάσεις. Παρόλο που οι μεγαλύτεροι διατηρούσαν ακόμα στη μνήμη τους τις εξεγερσιακές απεργίες του 1947 ή τις μαζικές κινητοποιήσεις κατάληψης κατοικιών στις οποίες είχαν συμμετάσχει, τα κόμματα της Αριστεράς, τα συνδικάτα και οι συλλογικότητες ήταν πια άφαντα στην γειτονιά: καμία αφισοκόλληση, κανένα μοίρασμα προκηρύξεων… Επρόκειτο ήδη για μεγάλη οπισθοχώρηση· μια οπισθοχώρηση, βέβαια, η οποία εν μέρει εξηγείται από το γεγονός ότι το κλείσιμο των εργοστασίων είχε αποδεκατίσει και τις υπάρχουσες πολιτικές δομές. Συνέχεια ανάγνωσης

Από τη δωσίλογη Δεξιά στον κυβερνώντα ακροδεξιό νεοφιλελευθερισμό

Standard

του Στέφανου Δημητρίου

 TSAKALIAΟ σκληρός πυρήνας της κυβερνώσας Δεξιάς. Ξέρουμε ότι δεν υπάρχει μία εκδοχή της Δεξιάς ούτε και της Αριστεράς. Γνωρίζουμε, επίσης, τη ρήση «η Δεξιά δεν αλλάζει», παρόλο που αλλάζει. Ωστόσο, ένας σκληρός, ιδεολογικός πυρήνας της διατηρείται άθραυστος. Ο πυρήνας αυτός της δωσίλογης Δεξιάς απετέλεσε, κατά τη μεταπολεμική ανασυγκρότηση της χώρας, τον μηχανισμό για την ανασύσταση του κράτους και της δημόσιας διοίκησης, υπό το πνεύμα του μισαλλόδοξου αφανισμού των αντιφρονούντων, του πνιγμού της δημοκρατίας και των πολιτικών ελευθεριών. Οργάνωσε τη δημόσια διοίκηση ως μηχανισμό δίωξης και επιβολής διακρίσεων, αλλά και αναπαραγωγής των πελατειακών σχέσεων μεταξύ των «συνεργατών» και της ίδιας. Χρειάζονται οι συνεργάσιμοι άνθρωποι· και η δωσίλογη Δεξιά είχε πλεόνασμα από αυτούς. Αυτή η Δεξιά κατέστειλε πολιτικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα και παρέκαμψε το Σύνταγμα του 1952 με τα «παρασυντάγματα». Είναι η ίδια Δεξιά που συγκρότησε και τον σκληρό πυρήνα της δικτατορίας. Από τη Μεταπολίτευση και μετά, η Νέα Δημοκρατία προσπάθησε να περιθωριοποιήσει τα υπολείμματα του ένοχου παρελθόντος. Αυτά όμως είναι παρελθόν. Σύμφωνα με τον αφόρητα κοινότοπο λόγο του πρωθυπουργού, «ανήκουν στο χθες και όχι στην Ελλάδα του αύριο». Ο ίδιος, βεβαίως, ανήκει στη σημερινή Ελλάδα, γι’ αυτό και είναι έτσι όπως την ζούμε η χώρα μας.

«EDAΠοιος, επιτέλους, κυβερνά αυτόν τον τόπο;» και η απάντηση Σαμαρά. Ο πρωθυπουργός κατέστη άβουλο ενεργούμενο του Μπαρόζο, στις Κάννες, το 2011. Με την πολιτική που του ανέθεσαν να εκτελέσει, υπονομεύτηκε η συνταγματική αυτονομία. Με την κατάρρευση της συνταγματικής αυτονομίας, παγιώθηκε η αδυναμία της χώρας ως προς το να καθορίζει αυτοδύναμα και κυριαρχικά τους κανόνες που διέπουν την αυτοτέλειά της, αλλά και το αν θα μπορεί να διατηρεί τον νομίμως εκλεγέντα πρωθυπουργό. Ο πρωθυπουργός περιφρόνησε τον «κυρίαρχο λαό», αναλαμβάνοντας ασμένως να διεκπεραιώσει πολιτική που δεν σχεδίασε ο ίδιος∙ ταξική πολιτική βάναυσης εξαθλίωσης. Στελέχωσε το επιτελείο του με τους ιδεολογικούς επιγόνους των υπολειμμάτων εκείνου του σκληρού ιδεολογικού πυρήνα, που μετέτρεψε τον δωσιλογισμό σε εθνικοφροσύνη και πατριδοκαπηλία. Ο ίδιος προέκυψε από αυτή την πατριδοκαπηλία: θυμόμαστε όλοι την «εθνωφελή» εξωτερική του πολιτική…. Αυτός ο σκληρός ιδεολογικός πυρήνας της Δεξιάς, που εκφράζουν ο Σαμαράς και οι συνεργάτες του, πρεσβεύει την πλήρη απουσία του κράτους από την κοινωνική πολιτική, προωθεί την κατάλυση του θεσμικού πλαισίου προστασίας και συνοχής των εργασιακών σχέσεων, την περιφρόνηση των δικαιωμάτων. Περιφρονεί το Σύνταγμα και το Κοινοβούλιο, από το οποίο προκλητικώς απέχει ο περιδεής πρωθυπουργός, φοβούμενος την αντιπαράθεση με τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η αποκαθήλωση των «Πρωτοκόλλων», μέρος του αντιφασιστικού αγώνα

Standard

Τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών»: Το μπεστ σέλερ του μίσους-1

Συνέντευξη του Δημήτρη Ψαρρά

 Ο Δημήτρης Ψαρράς δικαιώνει, για άλλη μια φορά, τον χαρακτηρισμό του «χαλκέντερου ερευνητή» Μετά το Κρυφό χέρι του Καρατζαφέρη (εκδ. Αλεξάνδρεια) και τη Μαύρη Βίβλο της Χρυσής Αυγής (εκδ. Πόλις), μας χαρίζει ένα ακόμα ανεκτίμητο εργαλείο για τη μελέτη της ελληνικής ακροδεξιάς: Το μπεστ σέλερ του μίσους. Τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών» στην Ελλάδα, 1920-2013, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις. Μέσα από μια ιστορική προσέγγιση των ελληνικών διαδρομών του αγαπημένου βιβλίου του Χίτλερ (και δημοφιλέστερου βιβλίου στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες!) ο Ψαρράς, με επιστημονική αυστηρότητα, πολιτική τόλμη και ιστορική αίσθηση μας χαρίζει ένα σπουδαίο εργαλείο για τη μελέτη της ακροδεξιάς, του αντισημιτισμού, της συνωμοσιολογίας, καθώς και της διάχυσής τους στην κοινωνία, ακόμα και σε κύκλους που δεν φαντάζεται κανείς εξαρχής. Του οφείλουμε χάριτες, όλοι και όλες.

Στρ. Μπ.

 A01Ποιες είναι οι ερευνητικές και πολιτικές διαδρομές, τα νήματα που σε οδήγησαν να γράψεις το βιβλίο;

Έχουν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια από τότε που πρωτοασχολήθηκα με την ελληνική διαδρομή των Πρωτοκόλλων των Σοφών της Σιών. Το 1995 δημοσιεύσαμε στις σελίδες του «Ιού», στο Έψιλον της παλιάς Ελευθεροτυπίας, ένα σχετικό ρεπορτάζ, στο οποίο διαπιστώναμε με έκπληξη ότι αυτό το αντισημιτικό πλαστογράφημα των αρχών του περασμένου αιώνα εξακολουθούσε να επανεκδίδεται στη χώρα μας με ρυθμούς πολύ ταχύτερους από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα («Το όνομα της τσουκνίδας», 17.9.1995). Αυτό που μας έκανε εντύπωση στην αρχή ήταν ότι οι ποικίλες αυτές ανατυπώσεις των Πρωτοκόλλων δεν περιορίζονταν στο χώρο της Ακροδεξιάς ή του παραεκκλησιαστικού φονταμενταλισμού, αλλά ξεφύτρωναν και ανάμεσα σε εκδόσεις των κλασικών του μαρξισμού ή των μεγάλων φιλοσόφων. Ασφαλώς, η Ακροδεξιά παραμένει η μήτρα των Πρωτοκόλλων. Αλλά η γοητεία μιας εύκολης ερμηνείας των ιστορικών και πολιτικών εξελίξεων, μέσω της θεωρίας ότι υπάρχει μια πανίσχυρη ομάδα που κινεί τα νήματα από τα παρασκήνια, ξεπερνά τα παραδοσιακά πολιτικά φράγματα. Η απόδοση της «παγκοσμιοποίησης» στη συνωμοτική δράση μιας φούχτας «τραπεζιτών» (πολιτικά ορθή μετωνυμία των «Εβραίων τοκογλύφων» της ναζιστικής προπαγάνδας) είναι εξαιρετικά ευπρόσδεκτη για το ευρύ κοινό που αναζητά μέσα στην κρίση μια προσιτή απάντηση σε ένα πολύπλοκο ερώτημα.

A18Μέσα, λοιπόν, από τη μελέτη της σύγχρονης ελληνικής Ακροδεξιάς, την οποία επιχείρησα να εκθέσω στα δύο προηγούμενα βιβλία μου για το ΛΑΟΣ και τη Χρυσή Αυγή, έπεφτα συνεχώς πάνω στα Πρωτόκολλα. Όχι μόνο επειδή οι ηγέτες της ελληνικής Ακροδεξιάς εξακολουθούν να τα επικαλούνται, να τα εκδίδουν και να πολιτεύονται μ’ αυτά ως οδηγό, αλλά και επειδή κανέναν δεν φαινόταν να τον ξενίζει το γεγονός. Κανείς δεν αντέδρασε όταν ο Γιώργος Καρατζαφέρης διακήρυξε από το βήμα της Βουλής το 2008 ότι η συνθήκη της Λισαβώνας ισοδυναμεί με επιβεβαίωση των Πρωτοκόλλων… Έπρεπε να τον μιμηθεί ο Ηλίας Κασιδιάρης το 2012 για να καταλάβουμε ότι κάτι στραβό συμβαίνει μ’ αυτές τις «καταγγελίες». Και, δίπλα σ’ αυτούς, ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο οποίος όχι μόνο διαφήμιζε και πουλούσε τα Πρωτόκολλα ως μέρος του βιβλίου του Πλεύρη Οι Εβραίο , όλη η αλήθεια, αλλά, μετά την απαλλαγή του Πλεύρη από το δικαστήριο, επικαλέστηκε τα Πρωτόκολλα για να σχολιάσει τις διεθνείς αντιδράσεις που είχε προκαλέσει το φιλοχιτλερικό και αντισημιτικό αυτό συμπίλημα.

Υπάρχει, σήμερα, επιστημονικό ενδιαφέρον για τη μελέτη των Πρωτοκόλλων;

Τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί τρία διεθνή επιστημονικά συνέδρια για τα Πρωτόκολλα, τη δημιουργία τους, τη διάδοσή τους και τις επιδράσεις τους. Αφορμή ήταν βέβαια η συμπλήρωση ενός αιώνα από την πρώτη έκδοση των Πρωτοκόλλων στην τσαρική Ρωσία, αλλά η ευρύτητα των επιστημονικών ανακοινώσεων σ’ αυτά τα συνέδρια υπέδειξε και κάτι άλλο: ότι, παρά το γεγονός ότι από το 1921 έχει αποδειχτεί ότι πρόκειται για ένα πλαστογράφημα, προϊόν λογοκλοπής και μυθοπλασία βασισμένη σε ποικίλα αντισημιτικά στερεότυπα, υπάρχουν ακόμα και σήμερα ανοιχτά ερωτηματικά που συνοδεύουν τη γένεση και την αναπαραγωγή του μύθου αυτού. Κατά κάποιοn τρόπο, τα Πρωτόκολλα είναι ένα κατεξοχήν «μεταμοντέρνο» δημιούργημα. Μέχρι σήμερα δεν γνωρίζουμε με απόλυτη βεβαιότητα ούτε ποιος τα έγραψε, ούτε πότε, πού και γιατί ακριβώς γράφτηκαν. Υπάρχουν βέβαια αρκετές βάσιμες υποθέσεις, οι οποίες οδηγούν σε ονόματα και τόπους, αλλά οι πιο πρόσφατες μελέτες (όπως του Τσέζαρε ντε Μικέλις και του Μίκαελ Χαγκεμάιστερ) έχουν αμφισβητήσει με πειστικό τρόπο ορισμένες από τις βεβαιότητες προγενέστερων μελετητών. Συνέχεια ανάγνωσης