Πρέπει να πληρώνουμε για τα σανσκριτικά;

Κανονικό

του Μάικλ Γουντ

μετάφραση: Ντίνα Τζουβάλα (από το RedNotebook)

 

Martin de Vos, «Αdolescentia amori», 1596

Όλοι έχουμε την έδρα μας κάπου — ακόμα κι αν βλέπουμε τους εαυτούς μας σαν κοσμοπολίτες χειραφετημένους από την καθαρή  μας βιογραφία. Εγώ, για παράδειγμα, ήμουν ευεργετημένος από το παλιό ιδεαλιστικό βρετανικό σύστημα, ένα αγόρι μέσης εκπαίδευσης που πήγε στo Cambridge τη δεκαετία του ‘50, όταν δεν ήταν πολλοί άνθρωποι τόσο τυχεροί. Αν δεν έχουμε τα χρήματα πια για ένα τέτοιο σύστημα επειδή θέλουμε η καλή εκπαίδευση να είναι διαθέσιμη σε πολύ περισσότερους ανθρώπους –αν βέβαια αυτός είναι ο πραγματικός λόγος, η πραγματική πρόθεσή μας–, τότε πρέπει να σκεφτούμε νέους, κατάλληλους τρόπους να το χρηματοδοτήσουμε.

Πρέπει δε να θυμόμαστε και τις αξίες ενός τέτοιου συστήματος, όποιο κι αν είναι το κόστος. Οι γονείς μου έπρεπε να πειστούν να με αφήσουν να μείνω στο σχολείο μετά τα 16, αλλά πείστηκαν αρκετά εύκολα και ολόκληρη η γενικότερη κουλτούρα βοηθούσε στο να πειστούν. Η ανώτατη εκπαίδευση ήταν καλό πράγμα γιατί ήταν δωρεάν, και ήταν δωρεάν γιατί ήταν καλό πράγμα. Ήταν αυτό που τώρα αποκαλούμε «πολιτισμικό κεφάλαιο» – και ήταν πολύ πιο στενά συνδεδεμένη με την κουλτούρα παρά με το κεφάλαιο. Αυτή η πρόσληψη της εκπαίδευσης σαν δημόσιο αγαθό είναι από μόνη της μια ανυπολόγιστη αξία και κάνει όλα τα υπόλοιπα δυνατά: τα μουσικά σχολεία αλλά και τα αγροτικά σχολεία, την ελεύθερη έρευνα, την ανιδιοτελή περιέργεια, τα πολυτεχνεία, τα πτυχία σε νεκρές γλώσσες. Μπορούμε να σχολιάσουμε αναλυτικά αυτή την αξία και θά ’πρεπε. Αλλά δεν μπορούμε, και ούτε θά ’πρεπε, να την μετατρέψουμε σε ανταλλακτική αξία, ούτε και να μπερδέψουμε την αξία με  την εκτεταμένη χρήση.

Τι θα γίνει όμως αν δεν μας δοθεί η ευκαιρία να «εγγυηθούμε» αυτή την ερμηνεία για την ανώτατη εκπαίδευση ή αν αποδειχθεί ότι δεν μπορούμε να την παράσχουμε; Δεύτερη αναδρομή, στις παλιές κακές μέρες αυτή τη φορά. Γύρισα στην Αγγλία τον καιρό του Πολέμου των Μαλβίδων, του γνωστού και ως πολέμου των Φώκλαντς, και δίδαξα στο Πανεπιστήμιο του Έξιτερ ως το 1995. Όταν με ρωτούν γι’ αυτή την περίοδο, συνήθως λέω ότι στις μάχες πολέμησα στο πλευρό του πανεπιστημίου (για το τμήμα, το σχολείο, το γνωστικό αντικείμενο, τις δουλειές των νεότερων συναδέλφων), πολύ σκληρά, αλλά με χαρά: υπήρχε κάτι για να πολεμήσεις γι’ αυτό. Αλλά δεν είχε πλάκα να χάνεις όλες αυτές τις μάχες, και ακόμα προσπαθώ να καταλάβω τι σημαίνει ότι τις χάσαμε πλήρως όλες. Τι μπορούμε να κάνουμε γι αυτό; Συνέχεια ανάγνωσης

Ανθρωπιστικές σπουδές: η κρίση είναι εδώ

Κανονικό

του Στάνλεϋ Φις

μετάφραση: Κ. Σπαθαράκης, Στρ. Μπουλαλάκης

Τζορτζ Γκρος, σχέδια κοστουμιών για τους χαρακτήρες "Ελάφι" και "Γάτα" στο θεατρικό έργο "Μαθουσάλας" του Υβάν Γκολλ, 1922.

Σε ολόκληρο τον κόσμο διεξάγεται μια μεγάλη συζήτηση για την πορεία και τη θέση των ανθρωπιστικών και κοινωνικών σπουδών σε ένα πανεπιστήμιο που μεταβάλλεται γοργά, και λόγω της κρίσης, σε ένα αυστηρό σύστημα παροχής συγκεκριμένων δεξιοτήτων. Στο πλαίσιο της συζήτησης αυτής, που έχει ανοίξει και στην Ελλάδα, δημοσιεύουμε σήμερα ολόκληρο το άρθρο του Στάνλευ Φις «The crisis of the humanites officialy arrived», καθώς και ένα απόσπασμα από τη συνέχεια του άρθρου με τίτλο «Crisis of the humanites ΙΙ» (το δεύτερο άρθρο γράφτηκε απαντώντας σε σχόλια αναγνωστών για το πρώτο — επιλέξαμε την κατάληξή του, που αναφέρεται στον τρόπο που υπερασπιζόμαστε τις ανθρωπιστικές σπουδές». Ο Stanley Fish  (γενν. 1938) είναι από τους πιο γνωστούς αμερικανούς θεωρητικούς της λογοτεχνίας και του δικαίου. Τα άρθρα δημοσιεύθηκαν στους New York Times, στις 11 και στις 18 Οκτωβρίου 2010. Οι μεσότιτλοι είναι των «Ενθεμάτων». Ευχαριστούμε  τον φίλο Δημήτρη Δημητρόπουλο που μας τα επισήμανε.

«E»

 

Απαντώντας στο άρθρο μου της περασμένης εβδομάδας με θέμα το «Ουρλιαχτό», την ταινία για το διάσημο ποίημα του Άλεν Γκίνσμπεργκ, ο Τσάρλυ από το Μπίνχαμτον ρώταγε, στην ηλεκτρονική έκδοση των New York Times: «Τι συνέβη με τη δημόσια χρηματοδότηση των ανθρωπιστικών επιστημών και την πεποίθηση ότι οι ανθρωπιστικές επιστήμες αναβαθμίζουν τον πολιτισμό μας, την κοινωνία μας, την ανθρωπιά μας;». Συνέχιζε προβλέποντας ότι «θα είναι κάτι θλιβερό, πολύ θλιβερό να αφήσουμε τις ανθρωπιστικές επιστήμες να καταρρεύσουν». Εκείνο που δεν ήξερε, τη στιγμή που διατύπωνε την ερώτηση, ήταν ότι αυτό είχε ήδη συμβεί την 1 Οκτωβρίου, όταν ο Τζωρτζ Μ. Φίλιπ, πρόεδρος του SUNY Albany, ανακοίνωσε ότι τα Τμήματα Γαλλικών, Ιταλικών, Ρωσικών, Κλασικών και Θεατρικών σπουδών  καταργούνται.  Για κάποιον της γενιάς μου, η εξάλειψη των τμημάτων Γαλλικών Σπουδών ήταν το μεγάλο σοκ. Τη δεκαετία του 1960 και του 1970, τα Τμήματα αυτά αποτέλεσαν χώρο με πολύ μεγάλη πνευματική κινητικότητα. Διδάσκοντες και φοιτητές άλλων κλάδων αναζητούσαν έμπνευση στους γάλλους φιλοσόφους και κριτικούς· καταβρόχθιζαν αμέσως την τελευταία λέξη που έφτανε από το Παρίσι και ξεκινούσαν ατέλειωτες συζητήσεις επ’ αυτής. Οι ισπανικές σπουδές ήταν, την εποχή εκείνη, στο περιθώριο, ένας κλάδος που θεωρούνταν ανιαρός και άνευ ενδιαφέροντος.

Σήμερα, οι ισπανικές σπουδές είναι το μόνο Τμήμα που εξασφαλίζει εργασιακή ασφάλεια. Η βαρύτητα των ρωσικών σπουδών ελαττώθηκε, θα υπέθετε κανείς, επειδή τα τελευταία χρόνια το επίκεντρο της πολιτικής (και, σε κάποιο βαθμό, και της πολιτισμικής) προσοχής μας έχει μετατοπιστεί από τη Ρωσία προς την Κίνα, την Ινδία, το Πακιστάν, το Ιράν, το Ιράκ. Οι κλασικές σπουδές περιλαμβάνονται στον κατάλογο των ειδών υπό εξαφάνιση εδώ και δεκαετίες. Όσο για το θέατρο, το πρώτο πράγμα που περικόπτεται σε ένα αυστηρό ανταποδοτικό σύστημα είναι βέβαια οι παραστάσεις.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Πώς πρέπει να υπερασπιζόμαστε τις ανθρωπιστικές σπουδές

Κανονικό

της Βάσως Κιντή

 

Στα Ενθέματα της 21ης Νοεμβρίου, το μέλος της Συντακτικής Ομάδας Κώστας Σπαθαράκης τιτλοφορεί την παρουσίαση που κάνει της εκδήλωσης του Ιστορείν για τις ανθρωπιστικές σπουδές με μια φράση μου («είμαστε το άλας της γης;») που χρησιμοποίησα σε μια σύντομη παρέμβασή μου από το ακροατήριο. Στο σώμα του κειμένου, χωρίς να με κατονομάζει, μου καταλογίζει, για την ίδια φράση, ειρωνεία και ψευδή μετριοφροσύνη, ενώ με μέμφεται ότι δεν συνηγορώ στην καλλιέργεια φιλοσοφικού ήθους. Είναι απορίας άξιο πώς από μια παρέμβαση ενός λεπτού μπόρεσε ο συνεργάτης σας να συναγάγει τόσα συμπεράσματα. Θα ήθελα, ωστόσο, να διευκρινίσω τα παρακάτω:

Η παρέμβασή μου αφορούσε το πώς πρέπει να υπερασπιζόμαστε τις ανθρωπιστικές σπουδές γενικά και δεν είχε σχέση, ούτε καν έθιξε, τα σχέδια μεταρρύθμισης που εισηγείται το υπουργείο για τα πανεπιστήμια, όπως αυθαιρέτως υποθέτει ο Κ.Σ. Ισχυρίστηκα ότι όσοι ενδιαφερόμαστε για τις ανθρωπιστικές σπουδές και δουλεύουμε σ’ αυτόν το χώρο δεν πρέπει να τις υποστηρίζουμε λέγοντας αυτάρεσκα ότι είμαστε το άλας της γης, ότι κάνουμε κάτι πολύ σπουδαίο, χωρίς να ενδιαφερόμαστε να εξηγήσουμε τη χρησιμότητά τους. Δεν είμαστε στο μεσαιωνικό πανεπιστήμιο, όπου θρησκευόμενοι και μοναχοί έδιναν λογαριασμό μόνο στο Θεό, ούτε στο πανεπιστήμιο του 19ου αιώνα, όπου η ελίτ που σπούδαζε δεν ενδιαφερόταν να δώσει λογαριασμό σε κανένα. Είναι ευθύνη μας και δημοκρατικό μας καθήκον να δείξουμε στην κοινωνία που μας χρηματοδοτεί από το υστέρημά της γιατί οι ανθρωπιστικές σπουδές είναι σημαντικές. Η κατάδειξη της σημασίας τους δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι πρέπει να δείξουμε ότι προσφέρουν άμεσα χρηματικά οφέλη. Αυτό θα ακύρωνε το τι είναι οι ίδιες οι ανθρωπιστικές σπουδές. Δεν πρέπει να ταυτίζουμε, υποστήριξα, τη χρησιμότητα με την εμπορευματοποίηση της γνώσης. Το να εξηγήσουμε τη χρησιμότητα σημαίνει, μεταξύ άλλων, να εξηγήσουμε την ιδιοτυπία των ανθρωπιστικών σπουδών, ότι δηλαδή ακόμη και πράγματα που μπορεί να φαίνονται εντελώς άχρηστα σε μια εποχή μπορεί να αποδειχθούν πολύ χρήσιμα σε άλλη. Έφερα μάλιστα το παράδειγμα της μελέτης δογματικών ζητημάτων του ισλάμ που αποδείχτηκαν να έχουν καίρια γεωπολιτική σημασία, αφού θρησκευτικές διαφορές ανάμεσα σε σιίτες, σουνίτες, ουαχαμπίτες κρίνουν σήμερα ζωτικά θέματα στο Ιράν, στο Ιράκ ή στη Σαουδική Αραβία. Το κατά πόσον η παρέμβασή μου ήταν ειρωνική, μετριόφρων ή όχι, αν υποβίβαζε το πανεπιστήμιο σε ερευνητικό κέντρο ή αν το αποσυνέδεε από το Διαφωτισμό εγκαταλείποντας το φιλοσοφικό ήθος, όπως διαπιστώνει ο συνεργάτης σας, το αφήνω στην κρίση των αναγνωστών.

Συνέχεια ανάγνωσης

Eίμαστε το άλας της γης; Οι ανθρωπιστικές σπουδές υπό κρίση

Κανονικό

του Κώστα Σπαθαράκη

Α. Μοντιλιάνι, "Καρυάτις"

«Πολιτικές αλλαγών στο πανεπιστήμιο – Διεκδικώντας μέλλον για τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές σπουδές» ήταν ο τίτλος της συζήτησης που οργάνωσε το περιοδικό Ιστορείν το Σάββατο 13 Νοεμβρίου. Ομιλητές ήταν η Αθηνά Αθανασίου, η Ελένη Βαρίκα, ο Πολυμέρης Βόγλης, η Έφη Γαζή, ο Κώστας Γαβρόγλου, ο Μάκης Κουζέλης, η Ιωάννα Λαλιώτου, ο Αντώνης Λιάκος, ο Αντώνης Μόλχο, η Ρίκα Μπενβενίστε και η Ρίκη βαν Μπούσχοτεν. Τόσο οι εισηγήσεις όσο και η συζήτηση ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες, καθώς αποτυπώθηκε ένα ευρύ φάσμα απόψεων σχετικά με την κρίση των ανθρωπιστικών σπουδών στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς. Επίσης, συζητήθηκαν οι αντιφάσεις και τα προβλήματα που προκαλεί η πρόταση μεταρρύθμισης του υπουργείου Παιδείας. Θα επιχειρήσω να συμπυκνώσω σε λίγες γραμμές τα ποικίλα ερωτήματα και τις προβληματικές που αναπτύχθηκαν.

Το κεντρικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η υπεράσπιση των κριτικών ανθρωπιστικών και κοινωνικών σπουδών σήμερα είναι επιστημολογικής τάξης. Οι ριζοσπαστικές επιστημολογίες που επικράτησαν στις ανθρωπιστικές σπουδές μετά την αλλαγή Παραδείγματος που έφερε η δεκαετία του ’60, με δυο λόγια η κριτική αποδόμηση του παραδοσιακού ανθρωπισμού, άφησαν τις ανθρωπιστικές σπουδές χωρίς το ισχυρό θεμέλιο που τις συνείχε από την εποχή της Αναγέννησης: η κριτική στον παραδοσιακό ανθρωπισμό γέννησε μεν ριζοσπαστικές κατευθύνσεις και προβληματικές, αλλά αποδιάρθρωσε την «κοινωνική χρησιμότητα» των σπουδών αυτών. Τώρα, στη στιγμή της κρίσης, υπάρχει μια τάση υπεράσπισης των ανθρωπιστικών σπουδών με επιχειρήματα από το οπλοστάσιο του παραδοσιακού ανθρωπισμού. Η αντίφαση αυτή αναδείχθηκε ανάγλυφα σε όλη τη συζήτηση και επισημάνθηκε η ανάγκη να καταδειχθεί ο κριτικός και αναστοχαστικός ρόλος  που επιτελούν οι ανθρωπιστικές σπουδές τόσο εντός του πανεπιστημίου όσο και γενικότερα.

Ένα δεύτερο σημείο που συζητήθηκε εκτενώς είναι το πρόβλημα της αυτονομίας του πανεπιστημίου: η αυτονομία δεν νοείται μόνο ως ανεξαρτησία από την αγορά, από τις άμεσες επιταγές του κοινωνικού. Το νεωτερικό πανεπιστήμιο ως θεσμός που προήλθε από τον Διαφωτισμό διεκδικεί ένα χώρο συλλογικής αυτονομίας «μια απροϋπόθετη ελευθερία, όσον αφορά την ερωτηματοθεσία και τις προτάσεις, και δη ακόμη περισσότερο, το δικαίωμα να λέγει δημοσίως καθετί που απαιτούν η έρευνα, η μάθηση και η σκέψη όσον αφορά την αλήθεια» (Ντερριντά). Πώς συμβιβάζεται ένα τέτοιο αίτημα με τις αυστηρές προδιαγραφές ενός μοντέλου κόστους/οφέλους, με τα «πτυχία με αντίκρισμα», με συγκεκριμένες δηλαδή και μετρήσιμες ικανότητες του πτυχιούχου ή με τη μορφή διοίκησης του πανεπιστημίου που προτείνει το υπουργείο Παιδείας;

Συνέχεια ανάγνωσης

Η κριτική την εποχή της κρίσης ή η απαξίωση των κοινωνικών και ανθρωπιστικών σπουδών

Κανονικό

της Αθηνάς Αθανασίου

 

Μαξ Ερνστ, "Προσεγγίζοντας την εφηβεία ή οι Πλειάδες", 1921

Στο πλαίσιο των μεταρρυθμιστικών πολιτικών που κατακλύζουν τα πανεπιστήμια της Ευρώπης τα τελευταία χρόνια, οι κοινωνικές και οι ανθρωπιστικές σπουδές, και μάλιστα αυτές που επιμένουν να διεκδικούν ένα πανεπιστήμιο-φορέα δημοκρατικής, συμμετοχικής και ελεύθερης παραγωγής νέας γνώσης και κριτικού στοχασμού, μετατρέπονται στον «εσωτερικό εχθρό» της προωθούμενης επιχειρησιακής «αναμόρφωσης».

Σε μια τέτοια τροχιά κινείται και το «κείμενο διαβούλευσης για την έναρξη διαλόγου» για τη λεγόμενη «μεταρρύθμιση» του πανεπιστημίου, που παρουσίασε πρόσφατα η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας. Είχε προηγηθεί μια συστηματική παραγωγή λόγων που καλλιεργούσαν ένα κλίμα καχυποψίας απέναντι στους πανεπιστημιακούς και παρουσίαζαν το πανεπιστήμιο σαν έναν ακόμη «μύθο της Μεταπολίτευσης», ξεπερασμένο και ενοχλητικό.

Την ίδια στιγμή, κάθε εκφορά κριτικού λόγου εξομοιώνεται με νοσταλγική υπεράσπιση αρχαϊκών τυπολογιών και κλαδικών κατεστημένων. Επομένως, η ρητορική προώθησης της «μεταρρύθμισης» –περιβεβλημένη την αύρα του αναπόφευκτου και του αυτονόητου εν ονόματι της κρίσης– έχει ως συστατική της όψη την εκ των προτέρων ακύρωση της κριτικής: «It’s the economy, stupid!» Πρόκειται για τη συνήθη στρατηγική μονοπώλησης του νοήματος — ίδιον, άλλωστε, κάθε εξουσιαστικού λόγου. Στο πλαίσιο αυτό, ενισχύεται δραματικά η ρητορική που συκοφαντεί την ερμηνευτική και κριτική κοινωνική σκέψη, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες εκφυλίζονται εξαιτίας της αμφίβολης χρησιμότητάς τους, της εσωστρέφειας, αλλά και του περίπλοκου κριτικού στοχασμού που ενθαρρύνουν.

***

 

Ρενέ Μαγκρίτ, "Διαπερνώντας τον χρόνο", 1938

Το ελληνικό πανεπιστήμιο χρειάζεται να αλλάξει, επειγόντως και ριζικά. Το κρίσιμο ερώτημα είναι σε ποια κατεύθυνση. Πρέπει να καλύψει ελλείμματα, ανεπάρκειες και αγκυλώσεις που αφορούν τη σύνδεση διδασκαλίας και έρευνας, τις δυνατότητες των μελών ΔΕΠ να διεξάγουν έρευνα, τον ορισμό των γνωστικών κλάδων –σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο– με ανανεωμένες, διεπιστημονικές προοπτικές, το σύστημα υποτροφιών για εκπόνηση διδακτορικής διατριβής, τους τρόπους υλοποίησης της συμμετοχής στη διοίκηση, τη χρηματοδότηση και την οικονομική διαχείριση, την οργάνωση βιβλιοθηκών και εργαστηρίων, την κτιριακή υποδομή, την καλλιέργεια διαπανεπιστημιακών σχέσεων με ιδρύματα του εξωτερικού, κ.τ.λ.

Όμως η προωθούμενη «μεταρρύθμιση» υπάγει αυτή την ανάγκη για ριζικές και ουσιαστικές αλλαγές σε μια αντι-ακαδημαϊκή, αντι-διανοητική, τεχνοκρατική λογι(στι)κή. Συνοψίζει, έτσι, την πολιτική συνθήκη της ιστορικής απόσυρσης (προγραμματικής, αυτή τη φορά, και όχι με τη μορφή απλώς της de facto αδράνειας) του κράτους από την ευθύνη οικονομικής στήριξης της ανώτατης εκπαίδευσης. Ωστόσο, το κράτος αποσύρεται από την ευθύνη, και όχι από τον έλεγχο του πανεπιστημίου.

Συνέχεια ανάγνωσης