Η ραγδαία ανασυγκρότηση της ελληνικής Αριστεράς και οι μεταμφυλιακές πολιτικές πολιτικές αναγκαιότητες
Από αύριο Δευτέρα θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία η νέα μελέτη του Μιχάλη Λυμπεράτου «Από το ΕΑΜ στην ΕΔΑ. Η ραγδαία ανασυγκρότηση της ελληνικής Αριστεράς και οι μεταμφυλιακές πολιτικές αναγκαιότητες» (εκδόσεις Στοχαστής). Όπως επισημαίνει και ο Προκόπης Παπαστράτης στον πρόλογό του, η σφαιρική αυτή μελέτη, με τη μεθοδική αποκατάσταση των γεγονότων, φωτίζει μια συναρπαστική διαδρομή: πώς η καθημαγμένη από τον Εμφύλιο Αριστερά κατορθώνει, παρά τον ανηλεή διωγμό της, να αναδειχθεί σε παράγοντα με καθοριστικό ρόλο στην πολιτική ζωή. Μια ιστορική γνώση εξαιρετικά χρήσιμη και για την πολιτική του σήμερα. Προδημοσιεύουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από την εισαγωγή.
ΕΝΘΕΜΑΤΑ
Η ραγδαία μετεμφυλιακή ανασύνταξη της ελληνικής Αριστεράς συνιστά αναμφισβήτητα ένα ιστορικό παράδοξο: είναι ίσως δυσκατάληπτο το πώς μια ηττημένη πολιτική δύναμη σε έναν καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο, ιδεολογικά κατασυκοφαντημένη και αντιμέτωπη με ένα κράτος που παρέτεινε εις βάρος της τις πρακτικές του εμφυλίου για δεκαετίες, κατορθώνει να ανασυνταχθεί σε τέτοιο βαθμό μέσα σε μόνο μια πενταετία, ώστε να αποτελέσει μια εν δυνάμει πλειοψηφική δύναμη και ακόμα και εκλογικά να διεκδικήσει την πολιτική εξουσία. Αυτό, σε πείσμα της εκτεταμένης προσπάθειας που καταβλήθηκε με τη συνδρομή του κρατικού μηχανισμού να ανασυγκροτηθούν οι κοινωνικές συμμαχίες των νικητών του εμφυλίου πολέμου, μέσω των επιλεκτικών διανομών της βοήθειας του σχεδίου Μάρσαλ αλλά και μιας κρατικής πολιτικής που αναδιένειμε κεφάλαια και παρείχε εργασιακή και κοινωνική αποκατάσταση με σαφή πολιτικά κριτήρια προς όφελος των υποστηρικτών των νέων δομών εξουσίας…
Και όμως όλα αυτά φαίνεται ότι δεν αρκούν για την πολιτική καθήλωση της Αριστεράς, όπως ευελπιστούσαν οι μηχανισμοί επιβολής της αστικής εξουσίας. Ακόμα και όταν το κράτος επιστρατεύει ωμές μορφές μαζικής τρομοκρατίας και προβαίνει ακόμα και σε εκτελέσεις παραδειγματισμού, όπως του Ν. Μπελογιάννη και των συντρόφων του, προσπαθεί τελικά να σταματήσει το απευκταίο: την επικείμενη ανασυγκρότησή της, μια δυναμική με πανευρωπαϊκά χαρακτηριστικά. Έτσι, όλη η μετεμφυλιακή ιστορία της χώρας κατατρύχεται από το φάντασμά της, που πλανιέται ως απειλή, πολύ πιο σοβαρή από ότι από την επίσημη εξουσία γίνεται παραδεκτό. Και μάλιστα παρά την συμπαράσταση των Αμερικανών, που εκτός από τις στρατιωτικές ενισχύσεις και την ανάλογη «τεχνογνωσία», βοηθούν το κράτος να καλλιεργήσει την υστερία της «έθωξεν» απειλής, να στρατιωτικοποιήσει την κοινωνία, κατασκευάζοντας έναν υπέρογκο, για τα πληθυσμιακά δεδομένα της χώρας, στρατό και να αναζητήσει τους «προδότες» υποβάλοντας τους σε ανηλεή καταδίωξη, αφού που υποτίθεται διευκόλυναν τους βαλκάνιους γείτονες να εξυπηρετήσουν τα επεκτατικά τους σχέδια. (περισσότερα…)

Η συγκυρία του πολέμου ανάδειξε τον πατριωτισμό, κι αυτός δεν μπορούσε να είναι παρά εθνικός, αφού ο πόλεμος έφερνε αντιμέτωπα κράτη, συνεκτικός δεσμός των οποίων ήταν η εθνική ιδεολογία. Η μητέρα του διεθνισμού ήταν μια αυτοκρατορία πολυσύνθετη, που θέλησε να μεταλλαχθεί σε υπερεθνική ταξική ενότητα. Η πραγματολογία όμως της ιστορίας δεν είναι ταυτόσημη με τη λογική της: το διαλεκτικό σχήμα θέση-αντίθεση-σύνθεση προσέκρουε στη μεσοχρονική –όπως πιστευόταν– διάρκεια, και στη διαλεκτική αντιπαρατασσόταν η λεγόμενη «τυπική λογική»: ή – ή. Η λήψη αποφάσεων υποτασσόταν, στη συγκεκριμένη συγκυρία, σ’ αυτή τη λογική. Ο πόλεμος δεν μπορούσε παρά να είναι πατριωτικός, δηλαδή εθνικός. Πόλεμος, για τους ηττημένους, απελευθερωτικός.

