Στο απόκεντρο της πόλης

Standard

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ

του Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Πέριξ της Πλατείας Κουμουνδούρου. Φωτογραφία της Αγγελικής Χριστοδούλου

…κι όταν ακούω τους υποψήφιους δημάρχους των δήμων της Αττικής να μιλούν στην τηλεόραση για τάξη, καθαριότητα, ασφάλεια, κλείνω τον ήχο.

Γιατί είναι δεκαπέντε χρόνια που κατεβαίνω σχεδόν καθημερινά στο κέντρο, δεκαπέντε χρόνια τώρα που ζω και βλέπω τις αλλαγές που υπέστη η πλατεία Ομονοίας και η ενδοχώρα της. Δεκαπέντε χρόνια στα ΑΣΚΙ, στην πλατεία Κουμουνδούρου, είδα τα κορίτσια να διαδέχονται τα αγόρια στις πιάτσες, τις πρόχειρες σκηνές των Κούρδων και το βίαιο ξερίζωμά τους ένα πρωί, τους Αλβανούς και τελευταία τους Κινέζους εμπόρους να εκπορθούν κάθε μέρα άλλο ένα μαγαζί που οι ενοικιαστές του το εγκαταλείπουν. Έκλεισαν με τη σειρά η τράπεζα, το βιβλιοπωλείο, ο φούρνος της γειτονιάς για να αντικατασταθούν από κινέζικα ρουχάδικα. Εκεί που οι άνθρωποι δουλεύουν δωδεκάωρα με ελάχιστα χρήματα, για να γυρίσουν το βράδυ και να κοιμηθούν σε κάποιου είδους τρώγλη δέκα-δέκα μαζί. Είδα το τουριστικό «θαύμα» του Ψυρρή να στήνεται, ώσπου ήρθε η πρέζα να καλύψει τα χέρια, τα πόδια, κι όλα τα σημεία όπου μπορεί να τρυπηθεί ένα εξαθλιωμένο ανθρώπινο σώμα. Είδα γυναίκες να τραβάν τα παιδιά στην αγκαλιά τους την ώρα που τα πρεζόνια τσακώνονταν γύρω από το νιγηριανό βαποράκι, τις κοπέλες που φεύγουν από τις δουλειές τους όλες μαζί, μην τους τύχει κάτι στο δρόμο.

Είδα μια γειτονιά, ό,τι είχε μείνει από αυτήν, να αποσυντίθεται σταδιακά, διώχνοντας τους μόνιμους κατοίκους της, αφήνοντας τα σπίτια της να ερημώσουν. Σε έναν χορό στον οποίον συμμετέχουν όλοι: υπουργεία, αστυνομία, ο δήμαρχος Νικήτας Κακλαμάνης που περηφανεύεται για την καθαριότητα της πόλης του. Μόνο που όλα αυτά γίνανε μπροστά στα μάτια όλων μας. Και δεν το λέω ενοχικά. Ούτε γιατί θεωρώ ότι δεν έχει την ευθύνη το κράτος. Και βέβαια την έχει. Και μάλιστα τεράστια, έτσι που όλα μοιάζουν, προμελετημένα σχεδόν, να έχουν εγκαταλειφθεί, να βουλιάζουν σε ένα βρόμικο γκέτο.

 

Πέριξ της Πλατείας Κουμουνδούρου. Φωτογραφία της Αγγελικής Χριστοδούλου

Μα από την άλλη μεριά δεν μπορώ να μην σκεφτώ ότι δεκαπέντε χρόνια τώρα, βλέποντας την πλατεία από τα ΑΣΚΙ, σωπαίνω, ότι είκοσι και χρόνια που στεγάζεται ο Συνασπισμός σε αυτή την περιοχή, είναι σαν να μην μπορέσαμε να βρούμε κανένα δίαυλο επικοινωνίας με τους γύρω μας, με εκείνους που αντιστέκονται διεκδικώντας τη γειτονιά τους, προσπαθώντας να σταθούν ψύχραιμοι, την ώρα που οι κραυγές κυριαρχούν και τα κανάλια αναζητούν την καλύτερη θέα για το γύρισμα της φρίκης. Την ώρα που η γειτονιά τους έγινε το αποθετήριο των τακτοποιημένων δικών μας προαστίων, σαν να σπρώχνουμε τα σκουπιδάκια κάτω από το χαλί για να είναι καθαρό το δωμάτιο.

Μόνο που το δωμάτιο και πάλι δεν είναι καθαρό. Όχι γιατί ορδές τοξικομανών θα ανέβουν στην υπόλοιπη πόλη. Αλλά γιατί η φρίκη συνηθίζεται, γιατί η έκπτωση της ανθρώπινης ζωής και κυρίως της αξιοπρέπειας αγγίζει όλους εμάς και τα παιδιά μας, μας εθίζει σε αυτό που είναι ο φόβος ή η απόρριψη. Και αυτό δεν είναι ειδήσεις των οχτώ.