Σύμμαχός μας ο λαός, όχι ο Πρόεδρος

Standard

του Αλέξανδρου Κεσσόπουλου

Βέρνερ Τύμπκε, "Αστική τάξη και ιντελιγκέντσια", 1972-73

Βέρνερ Τύμπκε, «Αστική τάξη και ιντελιγκέντσια», 1972-73

Τις τελευταίες ημέρες έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις η πρωτοβουλία του Αλέκου Αλαβάνου να προτρέψει έμμεσα τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κάρολο Παπούλια, να αναπέμψει στη Βουλή το ασφαλιστικό νομοσχέδιο, αφού αυτό θα έχει ψηφισθεί από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η ενέργεια αυτή προκάλεσε δύο ειδών αντιδράσεις στον πολιτικό κόσμο της χώρας, καθώς από τη μία πλευρά τα δύο κόμματα εξουσίας καταδίκασαν τα “επικίνδυνα” παιχνίδια του ΣΥΡΙΖΑ με τους θεσμούς, ενώ από την άλλη η άκρα δεξιά διατύπωσε το γενικό προβληματισμό της σχετικά με το ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας στο πολίτευμά μας. Με δεδομένο ότι η συζήτηση περί διακινδύνευσης της πολιτειακής ομαλότητας στερείται σοβαρότητας, είναι περισσότερο ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου, να ασχοληθεί ο χώρος μας με τις πολιτικές προεκτάσεις αυτού του θέματος, τις οποίες πολύ έξυπνα από την πλευρά τους φρόντισαν να τονίσουν οι βουλευτές του ΛΑ.Ο.Σ.

Με άλλα λόγια, αντί να επιχειρηματολογούμε σχετικά με τη νομιμοποίηση του κόμματός μας να ζητήσει την ουσιαστική παρέμβαση του Αρχηγού του Κράτους στην υπόθεση του ασφαλιστικού, είναι κρισιμότερο να αναλογισθούμε το ζήτημα της σκοπιμότητας ενός τέτοιου εγχειρήματος. Το ουσιαστικό, δηλαδή, ερώτημα δεν είναι εάν δικαιούμαστε ή όχι να φέρουμε στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης τον Αρχηγό του Κράτους, αλλά εάν έχουμε συμφέρον να πράξουμε κάτι τέτοιο. Επ’ αυτού έχει τοποθετηθεί εδώ και δεκαετίες επί της αρχής η Αριστερά με σαφή τρόπο. Από τη στιγμή που παγίως τίθεται υπέρ της κυριαρχίας του Κοινοβουλίου στο πολιτικό σύστημα και τηρεί αρνητική στάση απέναντι στις διάφορες προτάσεις, που κατατίθενται κατά καιρούς περί θεσμικής αναβάθμισης του Προέδρου, δεν είναι μάλλον αντίθετη στη στρατηγική της η συγκεκριμένη κίνηση τακτικής;

O  Αρχηγός του Κράτους,  ένα μονοπρόσωπο κρατικό όργανο

 Μια πρώτη προσέγγιση επί του θέματος οφείλει να εκκινήσει από τη διαπίστωση ότι ο Αρχηγός του Κράτους είναι ένα μονοπρόσωπο κρατικό όργανο. Αυτό σημαίνει ότι οι θέσεις του δεν απορρέουν από τη διαπάλη και τη σύνθεση διαφορετικών απόψεων, όπως ιδεατά θα έπρεπε να συμβαίνει εντός του Κοινοβουλίου, αλλά συνδέονται περισσότερο με τις ιδέες που πρεσβεύει ο ίδιος ως άτομο. Αυτός είναι, άλλωστε, ο λόγος για τον οποίο το Σύνταγμα του επιφυλάσσει έναν περιορισμένο ρόλο στη λειτουργία του πολιτεύματος και τον διατηρεί σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένο από την Εθνική Αντιπροσωπεία. Στην αντίθετη περίπτωση θα έδινε σημαντικό ειδικό βάρος σε αποφάσεις που αφ’ ενός θα παράγονταν με λιγότερο δημοκρατικό τρόπο από τις αντίστοιχες του νομοθετικού σώματος και αφ’ ετέρου θα ελέγχονταν δυσκολότερα.

Με δεδομένο, λοιπόν, ότι ο χώρος της αριστεράς διεκδικεί σταθερά και διαχρονικά την όσο το δυνατό μεγαλύτερη επιρροή του λαού στις πολιτικές εξελίξεις, έρχεται σε αντίθεση με τα ίδια της τα προτάγματά όταν προτρέπει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να παρέμβει προς όφελός της σε μία πολιτική μάχη, μόνο και μόνο επειδή διαθέτει κοινωνικές ευαισθησίες. Ακόμη, δηλαδή, και αν δεχθούμε ότι πράγματι ο κ. Παπούλιας έχει τις καλύτερες προθέσεις στο ζήτημα του ασφαλιστικού νομοσχεδίου, καλούμαστε εκ των πραγμάτων να σκεφθούμε εάν μας συμφέρει να δημιουργήσουμε ένα προηγούμενο απόρριψης μιας απόφασης του Κοινοβουλίου από ένα θεσμικό παράγοντα με μειωμένη λαϊκή νομιμοποίηση, ο οποίος τυγχάνει να μη συμμερίζεται την κυβερνητική αναλγησία.

Όταν διεξάγεται μια οξεία πολιτική και κοινωνική σύγκρουση, είναι θεμιτό ο κάθε πολιτικός χώρος να μετέρχεται όλα τα μέσα που μπορούν να του φανούν χρήσιμα για την τελική επικράτηση, εφ’ όσον αυτά δεν υπονομεύουν μακροπρόθεσμα τις στρατηγικές του επιδιώξεις. Με άλλα λόγια, οφείλει να τοποθετείται απέναντι στις προκλήσεις της συγκυρίας επί τη βάσει ενός συγκροτημένου συστήματος αρχών και αξιών. Από τη στιγμή, λοιπόν, που στη δική μας αξιακή κλίμακα την πρώτη θέση κατέχει αναμφισβήτητα η δημοκρατία, κάθε μας πρωτοβουλία θα πρέπει να στοχεύει στην ενίσχυσή της ανεξαρτήτως του περιεχομένου των αποφάσεων που μπορεί να λαμβάνουν περιστασιακά οι διάφοροι πολιτικοί θεσμοί. Στη συγκεκριμένη, λοιπόν, περίπτωση πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Ν.Δ. μπορεί μεν να έχει διαμορφωθεί χάρη σε έναν εκλογικό νόμο, ο οποίος νοθεύει τη βούληση των πολιτών, αλλά εκφράζει, τυπικά πάντα, σε μεγαλύτερο βαθμό τον ελληνικό λαό σε σύγκριση με τον Αρχηγό του Κράτους. Εάν αρχίσουμε να ισχυριζόμαστε ότι συμβαίνει το αντίθετο θα έχουμε σοβαρό πρόβλημα να στηρίξουμε θεωρητικά και σε βάθος χρόνου αυτή μας τη θέση.

Για να καταστήσω περισσότερο σαφές αυτό που υποστηρίζω, θέτω δύο υποθετικά ερωτήματα: α) ποιά θα είναι η θέση του κόμματός μας εάν σε μερικά χρόνια αναδειχθεί ένας Πρόεδρος με περισσότερο συντηρητικές θέσεις και κάποιο δεξιό κόμμα ζητήσει την παρέμβασή του; και β) πώς θα αντιδράσει ο ΣΥΡΙΖΑ εάν στο μέλλον καταθέσει ως κόμμα της συμπολίτευσης ένα νομοσχέδιο, το οποίο θα προκαλέσει την αντίδραση του Προέδρου της Δημοκρατίας;

Mε ποιους συμμαχoύμε ποιους θέλουμε να αποδυναμώσουμε  και ποιους να πριμοδοτήσουμε;

Στην πολιτική, συνεπώς, είναι καλό να διεκδικείς με αγωνιστικότητα και πάθος τα δίκαιά σου, αλλά είναι επίσης κρίσιμο να σκέπτεσαι με ποιους συμμαχείς, ποιους θέλεις να αποδυναμώσεις και ποιους να πριμοδοτήσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε χωρίς αμφιβολία την καλύτερη δυνατή επιλογή, όταν πρότεινε τη συμμετοχή των πολιτών στη λήψη της απόφασης για την τύχη του ασφαλιστικού νομοσχεδίου. Η πρωτοβουλία αυτή ήταν σωστή, όχι για κάποιο μεταφυσικό λόγο, αλλά επειδή το κόμμα μας φιλοδοξεί να εκφράζει τα συμφέροντα της πλειονότητας του λαού και να στέκεται δίπλα της κάθε φορά που αυτά πλήττονται. Από τη στιγμή, λοιπόν, που η βασική μας πρόταση είναι εμπνευσμένη και κατατείνει στην εμβάθυνση της δημοκρατίας, είναι κρίμα να αποδυναμώνεται, έστω και ελάχιστα, από μία άλλη ενέργεια που κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση. Τόσο από θέσεις αρχής όσο και εν όψει του πρωταγωνιστικού ρόλου, που σύντομα θα αποκτήσει η αριστερά και εντός της Βουλής, οφείλουμε να προασπίσουμε την κεντρική θέση στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος του αστικού αυτού θεσμού, ο οποίος διαθέτει μεγαλύτερη λαϊκή νομιμοποίηση από κάθε άλλον. Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι πρέπει να υιοθετήσουμε την αντίληψη ότι η λειτουργία του πολιτεύματος είναι κάτι δεδομένο και στάσιμο, που δεν πρέπει να θίγεται από κανέναν. Στο συνταγματικό επίπεδο, όπως και στο κοινωνικοπολιτικό, αξίζει σίγουρα τον κόπο να επιδιώκουμε να ταράζουμε τα λιμνάζοντα ύδατα και να δημιουργούμε νέες ισορροπίες.

Το στοίχημα, όμως, είναι να θέτουμε σε κίνηση εκείνες τις διαδικασίες και να ενισχύουμε εκείνες τις τάσεις, οι οποίες κρίνουμε ότι μπορούν να βάλουν στο πολιτικό παιχνίδι όσο το δυνατόν περισσότερους πολίτες. Εάν δε μένουμε πιστοί σε αυτή μας την επιλογή, κινδυνεύουμε να υποπέσουμε σε ανάλογη αντίφαση με αυτή του συντηρητικού μας Πρωθυπουργού, ο οποίος καλείται σήμερα να διευκρινίσει γιατί πριν από μερικά χρόνια υποδυόταν το δημοκράτη και έθετε την υπογραφή του σε πρωτοβουλία της Εκκλησίας για διενέργεια δημοψηφίσματος. Ο καθένας, συνεπώς, είναι καλό να μένει στην όχθη του, ώστε να μπορεί να διατηρεί την πολιτική του συνέπεια. Η δική μας είναι σίγουρα στους κόλπους των κοινωνικών κινημάτων έξω από το Προεδρικό Μέγαρο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s