Πώς να μη στοχαζόμαστε τα δικαιώματα και τη δημοκρατία

Standard

του Κώστα Σταμάτη

Τάκης Κατσουλίδης, «Η Λήδα και ο Κύκνος», 1993

Τάκης Κατσουλίδης, «Η Λήδα και ο Κύκνος», 1993

Μια μικρή διδακτική ιστορία

Το 1864 το ιδρυτικό κείμενο της Α΄ Διεθνούς διακήρυξε πανηγυρικά, μεταξύ άλλων, ότι «όλες οι ενώσεις και τα άτομα που αποτελούν τη Διεθνή ΄Ενωση Εργατών αναγνωρίζουν την αλήθεια, τη δικαιοσύνη και την ηθικότητα ως κανόνες συμπεριφοράς μεταξύ τους και προς όλους τους ανθρώπους, χωρίς διακρίσεις ως προς το χρώμα, την πίστη ή την εθνικότητα. Η Διεθνής θεωρεί  καθήκον  του καθενός να απαιτεί τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά για τον καθένα που πράττει το καθήκον του». Τα λόγια αυτής της Διακήρυξης έχουν γραφεί από τον ίδιο τον Καρλ Μαρξ.

Μα υπάρχουν δικαιώματα και δημοκρατία;[1]

Ακόμη κι ένα ερώτημα επιστημολογικά τόσο ακατάστατο, όπως σ’ αυτό τον υπότιτλο, μπορεί να δώσει έναυσμα για απάντησή του επί το ορθό. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, όμως, απαιτείται να τεθούν εξαρχής όροι θέσης του ζητήματος, πρόσφοροι και φιλοσοφικά διασαφηνισμένοι.

Τι ακριβώς εκφράζει μια τοποθέτηση καταφανώς δεοντολογική, όπως αυτή της Α΄ Διεθνούς; Αποδίδει απλώς ορισμένη αντικειμενική κοινωνική κατάσταση, είτε του 1864 ειδικά είτε του καπιταλισμού εν γένει; Μήπως περιγράφει καν, εμπειρικά ή αλλιώς, οτιδήποτε; Εάν απλώς περιέγραφε κάτι τι ως υπάρχον ή έστω γινόμενο, τότε πράγματι θα μπορούσαμε να το βεβαιώσουμε –ή στην αντίθετη περίπτωση να το αρνηθούμε– με απλή διαπιστωτική κρίση: υπάρχει ή δεν υπάρχει. Τούτο φαίνεται άτοπο, ωστόσο, εάν μιλάμε για «καθήκον». Άλλο, λοιπόν, πρέπει να είναι το νόημα αυτού του παραθέματος.

Μα «υπάρχουν» δικαιώματα και δημοκρατία; Το να θέσουμε με αυτό τον απρόσφορο τρόπο το ζήτημα προδίδει κιόλας μια σιωπηρή φιλοσοφική παραδοχή. Ότι δηλαδή τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη, όπως και η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, αποτελούν τάχα αντικείμενο μιας κατά βάση περιγραφικής (descriptive) θεώρησης της κοινωνικής πραγματικότητας. Σαν να ήταν κοινωνικά «δεδομένα», «αντικειμενικά» περιγράψιμα με τρόπο που δεν θα διέφερε ριζικά από αυτόν της φυσικής επιστήμης. Αυτή η φιλοσοφική παραδοχή είναι βασικά γέννημα του 19ου αιώνα και, πολύ χονδρικά, ονομάζεται θετικισμός. Ο θετικισμός επρόκειτο να προσλάβει πολύ διαφορετικές εκδοχές και αποχρώσεις, μέχρι και τις μέρες μας, έχοντας διαπλεχθεί με άλλα ρεύματα σκέψης, όπως ο σχετικισμός, ο ιστορισμός, ο νομιναλισμός. Ακόμη και σε χώρους της Αριστεράς (βλέπε, π.χ., τη μαρξιστική vulgata του σταλινισμού).

Ο θετικισμός έχει διεισδύσει έκτοτε σε όλες τις επιστήμες του ανθρώπου, μεταξύ άλλων στην κοινωνική θεωρία και τη νομική επιστήμη. Ένα από τα γνωρίσματά του είναι η εχθρότητά του σε αυθεντικό φιλοσοφικό στοχασμό. Η φιλοσοφία αρχαιόθεν εννοεί να θέτει μεγάλα ζητήματα γύρω από τους όρους κάτω από τους οποίους μπορούμε να αποκτούμε γνώσεις γύρω από τη φύση και την κοινωνία, να πράττουμε ορθά, να εκτιμούμε το ωραίο, να στοχαζόμαστε το νόημα της ζωής ή τον θάνατο, να ελπίζουμε, να δίνουμε νόημα στην ύπαρξή μας. Εντούτοις, για τον θετικισμό κάθε αποχρώσεως, εγείροντας κανείς τέτοια ζητήματα, έχει εκτιναχθεί κιόλας στις νεφέλες της μεταφυσικής σκέψης. Κατά μία έννοια, δεν έχει εντελώς άδικο. Διότι πράγματι, όποια απάντηση κι αν επιχειρηθεί γύρω από αυτά, θα πηγαίνει πολύ πέρα από την επιστημική θετικότητα των φυσικών επιστημών.

Πού θα βρούμε έννοιες για τα δικαιώματα και τη δημοκρατία;

Ως γενική διανοητική στάση, ο θετικισμός, είτε στην κοινωνική θεωρία είτε στη νομική επιστήμη, θα μπορούσε να ασχοληθεί και με τέτοια θέματα. Θα το έκανε υπό το πρίσμα εξωτερικού παρατηρητή, αξιολογικά αδέσμευτου. Οπότε θα ήταν ανίκανος ή συνειδητά απρόθυμος να εξετάσει γενικότερα ερωτήματα, τα οποία θα προϋπέθεταν την επιτελεστική σκοπιά του συμμετέχοντος. ΄Οπως: μπορούμε να σχηματίσουμε ένα δεσμευτικό νόημα γύρω από τα δικαιώματα και τη δημοκρατική αρχή; Όχι φυσικά πέραν της Ιστορίας ή προδιαγράφοντας κάποιο «τέλος» της, αλλά, αν μη τι άλλο, πέρα από συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες. Ποια είναι η ευρύτερη πρακτική σπουδαιότητά τους και πώς μπορεί αυτή να δικαιολογηθεί, κατ’ άλλη διατύπωση να θεμελιωθεί; Γιατί υπέχουμε «καθήκον» να παλεύουμε για αυτά;

Ο θετικισμός αδυνατεί να θέσει καν τέτοια ερωτηματικά. Kαταρχάς στερείται κανονιστικών (normative) προδιαγραφών σκέψης γύρω από το τι οφείλουμε να πράττουμε. Η θετικιστική προδιάθεση συνήθως καθηλώνει τους στοχαστές σε αδυναμία να τοποθετηθούν κατά το κανονιστικό περιεχόμενο των ηθικών, δικαιικών και πολιτικών ζητημάτων. Θα μπορούσε να ασκήσει απλώς ιδεολογική κριτική γύρω από τις τοποθετήσεις των άλλων περί του πρακτέου. Τούτο π.χ. έπραξε πρόσφατα ο Λ. Κάμφορα σχετικά με το νόημα της δημοκρατίας, με αιχμή ότι οι συναφείς απόψεις είναι απλώς σχετικές, καθότι ιστορικά ή ταξικά εξαρτημένες.

Μήπως η δημοκρατία δεν είναι κράτος;

Όχι, κατά κυριολεξία. Σε επίπεδο ανάλυσης εννοιών είναι καθαρή παρανόηση να συνταυτίζει κανείς την αρχή (principle) της λαϊκής κυριαρχίας με το «κράτος», και μάλιστα ειδικά το «αστικό κράτος». Το κράτος συνίσταται σε θεσμική δομή πολιτικού εξουσιασμού, όχι απαραίτητα δημοκρατική. Η δημοκρατική αρχή αιτείται μια ειδική μορφή πολιτεύματος, με επίκεντρο τον συλλογικό αυτοκαθορισμό του λαού.

Τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη, καθώς και η δημοκρατική αρχή, δεν «απεικονίζουν» δεδομένη δικαιοπολιτική πραγματικότητα. Μολονότι απηχούν ιστορικά καθορισμένες αφαιρέσεις, ο προσδιορισμός τους ενέχει ένα στοιχείο ιδανικότητας. Συνίστανται σε γενικούς όρους, κάτω από τους οποίους η δικαιοπολιτική τάξη δέον να καθίσταται άξια υπακοής από τους εξουσιαζομένους. Αυτό γίνεται αναγκαστικά σε κανονιστικό, δεοντολογικό επίπεδο αφαίρεσης. Και γίνεται βάσει σοβαρών δικαιολογητικών λόγων ηθικοπολιτικής τάξεως. Με ισχύ γενικότερη από αυτήν ή εκείνη τη συγκυρία, από κάθε επί μέρους σκανδαλιά ή πισωγύρισμα της Ιστορίας.  ΄Οποιος πιστεύει το αντίθετο δεν μπορεί να είναι συνεπής υπερασπιστής ούτε των δικαιωμάτων ούτε της δημοκρατικής αρχής.

Αξίες και αξιώσεις

Τι είναι, όμως, αυτή η «αλήθεια», η «δικαιοσύνη», η «ηθικότητα», που πρέπει να διέπουν τη συμπεριφορά όλων, κατά την έκφραση της Διακήρυξης της Α΄ Διεθνούς; Μήπως οι προπάτορές μας αριστεροί εκείνης της εποχής καταλήφθηκαν αίφνης από κάποια ιδεολογική παράκρουση, υπό το βάρος της αστικής ιδεολογίας ή της μιαρής μεταφυσικής σκέψης; 

Ας προσπαθήσουμε προς στιγμή να θέσουμε, εδώ και τώρα πλέον, ίδια ή παραπλήσια ερωτήματα ως προς τα «δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη», τη «δημοκρατία», την «ελευθερία». Εάν τα παρατηρήσουμε ως εξωτερικά αντικείμενα, «όπως αυτά είναι πραγματικά στον αστικό κόσμο», τότε τίποτε δεν θα μπορέσουμε να πούμε ως προς το περιεχόμενο και την κανονιστική αξία τους. Ούτε καν για το τι ακριβώς εκάστοτε διεκδικούμε ως προς αυτά. ΄Οσο για σοσιαλισμό «με δημοκρατία και ελευθερία», αυτός θα φάνταζε ως σκέτη ονειροφαντασία.

Αλλά τότε τι θα είχαμε να απαντήσουμε σε όσους μας ερωτήσουν τι ακριβώς εννοούμε με αυτές τις –άραγε μεταφυσικές;– εκφράσεις; ΄Οτι αυτά είναι απλώς φαινόμενα του «εποικοδομήματος» της κοινωνίας, ιστορικώς σχετικά και ταξικώς αμφιλεγόμενα; Τι θα αποκρινόμασταν σ’ εμάς τους ίδιους, εάν επιμένουν να «οραματίζονται» κάτι τέτοιο; Ότι το οραματίζεσθαι υπάγεται στην αρμοδιότητα της ψυχανάλυσης και όχι του λεγόμενου «επιστημονικού» σοσιαλισμού; 

Ό,τι κι αν εννοεί κανείς με τις παραπάνω σύνθετες και αξιακά φορτισμένες έννοιες, θα χρειαστεί να συνδέσει την όποια κοινωνική θεωρία έχει μάθει με το πεδίο της πρακτικής φιλοσοφίας. Δηλαδή με σκέψη κανονιστικά προσανατολισμένη σε ζητήματα δικαιολόγησης και περαιτέρω εξειδίκευσης αρχών και κανόνων. Εδώ τίθενται ευθέως ερωτήματα γύρω από αυτά που οφείλουμε να πράττουμε στα πεδία της ηθικής, του δικαίου και της πολιτικής. Αλλά αυτά δυστυχώς οι περισσότεροι μαρξιστές συνεχίζουν να τα αποστρέφονται, φρονώντας ότι είναι ζητήματα «μη επιστημονικά», «ιδεολογικά», «μεταφυσικά». Περίπου ανάξια λόγου, τελικά, κι ας έχει προηγηθεί ο σταλινικός ολοκληρωτισμός.

Αν θέλουμε να ακριβολογούμε, τέτοιες αρχές «ισχύουν», δεν «υπάρχουν». Ισχύουν ως αιτήματα περί του πρακτέου, δηλαδή ως αξιώσεις σχετικά με το πώς η πραγματικότητα αρμόζει να είναι καμωμένη, ώστε να αξίζει να ζούμε σ’ αυτήν. Μερικές από αυτές τις αρχές μπορούμε κάλλιστα να τις συλλάβουμε ως καταρχήν έγκυρες, ακόμη κι αν δεν έχουν ήδη θεσπισθεί από ορισμένη κρατική εξουσία.

«Από πού» θα αντλήσουμε τέτοιες αρχές; Σε τελική ανάλυση, από την ικανότητά μας ως κοινωνικών όντων που μπορούν να σκέπτονται έλλογα περί αυτών, με γνώμονες συμπεριφοράς που να ισχύουν όχι μόνο για εμάς, αλλά και για όλους τους άλλους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η σχετική περικοπή από τη Διακήρυξη της Α΄ Διεθνούς συνεχίζει να μας καταλαμβάνει και να μας συγκινεί ενάμιση αιώνα αργότερα. Με εμβέλεια οικουμενική και ενδιαφέρον χειραφετητικό για ολόκληρη την ανθρωπότητα.

 

Ο Κώστας Σταμάτης διδάσκει στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ

[1] Οι τέσσερις υπότιτλοι που ακολουθούν είναι παρμένοι (αυτούσιοι ή με κάποιες αλλαγές) από το άρθρο του Θεόδωρου Παρασκευόπουλου, «Η δημοκρατία και το τέλος της ιστορίας», «Ενθέματα»,  Κυριακάτικη Αυγή, 29.11.2009.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s