Τουρκία: Επαναμουσουλμανοποίηση ή μουσουλμανικός εκδημοκρατισμός;

Standard

Του Νίκου Χριστοφή

 

Στο παράθυρο. Μια γυναίκα κοιτάει προς τα έξω παραμερίζοντας  λίγο μια γιγάντια τουρκική σημαία, μπροστά από το άγαλμα του Κεμάλ Ατατούρκ. Κωνσταντινούπολη, 29 Οκτωβρίου 2003, ογδοηκοστή επέτειος της ανακήρυξης της Τουρκικής Δημοκρατίας.

Στο παράθυρο. Μια γυναίκα κοιτάει προς τα έξω παραμερίζοντας λίγο μια γιγάντια τουρκική σημαία, μπροστά από το άγαλμα του Κεμάλ Ατατούρκ. Κωνσταντινούπολη, 29 Οκτωβρίου 2003, ογδοηκοστή επέτειος της ανακήρυξης της Τουρκικής Δημοκρατίας.

Οι προσδοκίες των Τούρκων πολιτών από το «δημοκρατικό άνοιγμα» του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ευημερίας (ΑΚΡ) φαίνεται να μετριάστηκαν λόγω της απαγόρευσης της λειτουργίας του φιλοκουρδικού κόμματος Δημοκρατική Κοινωνία, την προηγούμενη βδομάδα. Το κόμμα τέθηκε εκτός νόμου επειδή, όπως αποφάνθηκε το Συνταγματικό Δικαστήριο, παραβίασε τα άρθρα 68 και 69 του Συντάγματος και του Νόμου περί Πολιτικών Κομμάτων. Όπως δήλωσε ο πρόεδρος του Δικαστηρίου Χασίμ Κιλίτς, «το κόμμα είχε μεταβληθεί σε εστία τρομοκρατίας εναντίον της ακεραιότητας του κράτους». Το κυβερνών κόμμα, από την άλλη, με δήλωση του Τ. Ερντογάν, απεφάνθη πως τάσσεται  «κατά της απαγόρευσης των πολιτικών κομμάτων, αλλά ακόμα και στις πιο πολιτισμένες χώρες η τρομοκρατία απορρίπτεται».

Η μετατόπιση του κόσμου της περιφέρειας προς τα αστικά κέντρα, που είχε αρχίσει να διαφαίνεται στην Τουρκία ήδη από τη δεκαετία του 1950, διαμόρφωσε μια νέα «αντι-ελίτ» μετά το 1983. Αυτή η «αντι-ελίτ», που πρόσφερε την εκλογική βάση κατά κύριο λόγο σε όλα τα ισλαμικά κόμματα που παρουσιάστηκαν στην Τουρκία, απαρτίζεται από πολιτικούς, δημοσιογράφους, διανοούμενους, επιχειρηματίες και επαγγελματίες εξίσου και αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, και την εκλογική βάση του ΑΚΡ. Το παράδοξο είναι ότι αντιπροσωπεύει τη «μετακίνηση του Ισλάμ από την περιφέρεια του συστήματος στο κέντρο, αλλά την ίδια στιγμή είναι και η ίδια προϊόν αυτού του [κεμαλικού] κέντρου, των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων του και της αστικής ζωής του»,[1] και ανταγωνίζεται με την σειρά της την ίδια την κεμαλική ηγεμονία.

Εκτός από τον κόσμο της περιφέρειας, το ΑΚΡ χαίρει της υποστήριξης και άλλων τμημάτων της τουρκικής κοινωνίας, τα οποία πιστεύουν πως το κυβερνών κόμμα είναι διατεθειμένο να εναντιωθεί στο κατεστημένο, διεκδικώντας τον εκδημοκρατισμό και  «εξευρωπαϊσμό» της τουρκικής κοινωνίας. Η πιο τρανταχτή απόδειξη επ’ αυτού είναι η προσπάθεια μεταρρύθμισης και εισαγωγής ενός πιο δημοκρατικού Συντάγματος, τον Ιούνιο του 2007.

Η προσπάθεια αυτή εκ μέρους του κυβερνώντος κόμματος ωστόσο, συνάντησε την έντονη αντίδραση των κοσμικών κύκλων της χώρας, και κυρίως του στρατού, εξαιτίας των υποτιθέμενων «κρυφών προθέσεων» της κυβέρνησης. Η πολιτική αυτονομία του στρατού, ήδη αισθητή και ισχυρή από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, έφτασε στο απόγειό της κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 και κατάφερε να επηρεάζει, άμεσα κι έμμεσα, δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις.[2] Όντως, η παραδοσιακή κοσμική ελίτ και ο στρατός, οι αυτοπροσδιοριζόμενοι προστάτες της Τουρκικής Δημοκρατίας, από την άνοιξη του 2007, ξεκίνησαν να πραγματοποιούν «πολιτικές μανούβρες αμφίβολης νομιμότητας, ούτως ώστε να διασώσουν το τελευταίο φρούριο της κοσμικής δημοκρατίας, το οποίο κινδύνευε να αλωθεί από μια υποτιθέμενης «“ισλαμική” δημοκρατία».[3] Η κοσμικότητα, όπως αναπτύχθηκε στο τουρκικό πλαίσιο, αποτελεί την ουσία της «κρατικής ιδεολογίας», ενώ η διακυβέρνηση του ΑΚΡ αντιμετωπίζεται ως  διάβρωση αυτής της ιδεολογίας.[4]

H κατηγορία ωστόσο είναι αβάσιμη. Το AKP δεν είναι ούτε ισλαμικό ούτε κοσμικό κόμμα. Είναι ορθότερο να αντιμετωπίζεται ως  «μουσουλμανικό» κόμμα, επειδή, σε αντίθεση με ένα «ισλαμικό» κόμμα, δεν αποβλέπει στην επαναφορά της Σαρία, του ισλαμικού θρησκευτικού νόμου, ούτε εναντιώνεται στην επιρροή της «διεφθαρμένης Δύσης». Ουδέποτε το ΑΚΡ δήλωσε ή άφησε να εννοηθεί ότι αποβλέπει στην επαναφορά του ισλαμικού νόμου ή στην επαναμουσουλμανοποίηση της κοινωνίας και του κράτους — για να μην αναφερθούμε φυσικά  στη φιλοδυτική του ατζέντα, καθώς, εξαιτίας του νεοφιλελεύθερου και φιλοδυτικού χαρακτήρα της οικονομικής του πολιτικής, χαίρει της υποστήριξης παλιών επιχειρηματικών ελίτ, όπως του  Συνδέσμου Τούρκων Βιομηχάνων και Επιχειρηματιών (TÜSİAD) και του Ομίλου Σαμπαντζί.

Αυτό που παρατηρείται είναι μια συνεπής πολιτική στάση της κυβέρνησης όσον αφορά τη σταθερότητα στο εσωτερικό της χώρας. Ένα από τα σημαντικότερα εσωτερικά θέματα είναι το Κουρδικό. Από τις πρώτες μέρες που το ΑΚΡ ανέβηκε στην εξουσία ανέλαβε την ευθύνη της γεφύρωσης του κενού ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια, δηλώνοντας περίτρανα την αφοσίωσή του σε μια δημοκρατική Τουρκία. Το «δημοκρατικό άνοιγμα», όπως έγινε γνωστή η πολιτική του ΑΚΡ για την επίλυση του Κουρδικού ζητήματος, δεν ξεκίνησε τώρα. Αρκεί να παρατηρήσει κανείς τη συνέπεια και την υπομονή με την οποία το ΑΚΡ ενεργούσε για  την επίλυση αυτού του προβλήματος. Από το 2005 η ρητορική που χρησιμοποιεί ο Ερντογάν στοχεύει στον εκ νέου ορισμό της τουρκικής ταυτότητας, σε συνάρτηση με το Κουρδικό ζήτημα και την επίλυσή του: μ’ αυτό τον τρόπο θα μπορέσει ενδεχομένως να συμπεριλάβει στην τουρκική ταυτότητα και εθνικές μειονότητες όπως οι Κούρδοι, και να τις ενώσει σε «ένα κράτος, σε ένα έθνος και με μία σημαία». Επιπλέον, πρόσφατα σε δηλώσεις του αναφέρθηκε στις σφαγές του 1936-1937 στην κουρδική περιοχή Τούντζελι από τον τουρκικό στρατό, με το κουρδικό όνομα της πόλης, Ντερσίμ, ένα γεγονός κι ένα όνομα ταμπού, ακόμα και σήμερα.

Όταν μιλάμε για το ΑΚΡ λοιπόν, μιλάμε ουσιαστικά για το τι είναι η Τουρκία. Σύμβολα όπως η απαγόρευση του αλκοόλ και η μαντίλα εργαλειοποιούνται από το ΑΚΡ ούτως ώστε να δημιουργήσει τη δική του ελίτ, και αυτή η προσέγγιση διαμορφώνει και εγκαθιδρύει ένα δικό του πελατειακό σύστημα. Τα ρεύματα τα οποία υποστηρίζουν την ανάπτυξη της δημοκρατίας, αλλά και του ΑΚΡ, είναι η «αντι-πολιτική» και «αντι-πολιτισμική» ελίτ, η κουρδική ελίτ, και η νέα αστική τάξη της Ανατολίας. Σε όλα αυτά τα ρεύματα υπάρχει ένα κοινό συμφέρον: σίγουρα δεν είναι θρησκευτικού περιεχομένου, και τα ενοποιεί η αντίθεσή τους στο πολιτικό και επιχειρηματικό κατεστημένο.[5]

Το ΑΚΡ υιοθετεί και ριζοσπαστικά αλλά και ακραία μέτρα στην πολιτική του ατζέντα. Στην πραγματικότητα όμως, ιδιοποιείται τις δυνάμεις του 1982, οι οποίες προσδίδουν ευρεία εξουσία σε κρατικούς θεσμούς, και δεν αντιτίθεται σε αυτές. Ενώ το ΑΚΡ ανέβηκε στην εξουσία εναντιωνόμενο στο δικτατορικό Σύνταγμα του 1982, φαίνεται να χρησιμοποιεί τους ίδιους μηχανισμούς για να διατηρήσει την εξουσία του. Οι πρόσφατες καταγγελίες πως μέλη του ΑΚΡ συμμετείχαν στην ακροδεξιά ομάδα Εργκενεκόν ενδυναμώνουν ίσως την εκτίμηση ότι πρόκειται για ένα κόμμα που προσπαθεί να προστατεύσει το ήδη υπάρχον κρατοκεντρικό σύστημα.

Στο ΑΚΡ, ακόμη, παρατηρούμε ομοιότητες με το Δημοκρατικό Κόμμα του Aντνάν Μεντερές της δεκαετίας του 1950. Ο Μεντερές εξελέγη το 1950 και κατάφερε να επανεκλεγεί το 1954, εξαιτίας της πρωτοφανούς οικονομικής ανάπτυξης που σημειώθηκε στην Τουρκία εκείνη την περίοδο. Η μεγάλη οικονομική επιδείνωση όμως, έκανε το καθεστώς Μεντερές σε ακόμα πιο αυταρχικό και διεφθαρμένο. Επιχειρώντας έναν «ιστορικό παραλληλισμό», αυτό που μένει τώρα να δούμε είναι αν το μοντέλο ΑΚΡ θα προσφέρει στην Τουρκία μια νέα αρχή, ένα νέο τέλος ή αν είναι «just business». Εκείνο που διαφαίνεται με σιγουριά, πάντως, είναι ότι το ΑΚΡ δεν στοχεύει στην ανατροπή του κεμαλισμού, τουλάχιστον όπως αυτός νοείται από τους ίδιους τους κεμαλικούς κύκλους αλλά στην αναδιατύπωση του, με απώτερο σκοπό να του δοθεί ένα ευρύτερο περιεχόμενο με την εγκόλπωση στοιχείων όπως οι μειονότητες και το Ισλάμ. Δεν πρόκειται, επομένως, για επαναμουσουλμανοποίηση, αλλά για έναν μουσουλμανοποιημένο δημοκρατικό κεμαλισμό.

Τέλος, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αγνοηθεί η δυναμική που δημιουργήθηκε τον τελευταίο καιρό από τη στάση του κυβερνώντος κόμματος και την πιθανή δημοκρατική προοπτική που μπορεί να επιφέρει η πραγματιστική πολιτική προσέγγιση του στο Κουρδικό ζήτημα. Ωστόσο, τίποτα από όλα αυτά δεν θα έχει  σημασία εάν ταυτόχρονα δεν ενισχυθούν δημοκρατικά οι κρατικοί θεσμοί και δεν ενδυναμωθεί η κοινωνία των πολιτών για να προσδώσουν περαιτέρω ώθηση στις προσπάθειες της κυβέρνησης.   

 

Ο Νίκος Χριστοφής είναι υποψήφιος δρ τουρκολογίας στο Πανεπιστήμιο του Λέιντεν και μένει, αυτό το διάστημα, στην Κωνσταντινούπολη

[1] Nilüfer Göle, «Secularism and Islamism in Turkey: The Making of Elites and Counter-Elites», Middle Eastern Journal, τόμ. 51, τχ. 1, 1997, σ. 54.

[2] Umit Cizre Sakallıoğlu, «The Anatomy of the Turkish Military’s Political Autonomy», Comparative Politics, τόμ. 29, τχ. 2, Ιανουάριος 1997, σ. 153.

[3] Ergun Özbudun and Ömer Faruk Gençkaya, Democratization and the Politics of Constitution-Making in Turkey, Central European University Press, Βουδαπέστη-Νέα Υόρκη 2009, σ. 97

[4] Στις 14 Μαρτίου ο Ανώτατος Εισαγγελέας της Τουρκίας, Αμπντουραχμάν Γιαλτσίνκαγια κατηγόρησε το AKP ότι είναι «εστία αντι-κοσμικών δραστηριοτήτων» και ότι «προσπαθεί να μετατρέψει τη χώρα σε ισλαμικό κράτος» και προσπάθησε να το θέσει εκτός νόμου.

[5] Όπως για παράδειγμα καταδεικνύει η πρωτοβουλία εγκαθίδρυσης του MÜSİAD (Μουσουλμανικός Σύνδεσμος Επιχειρηματιών), αντί του TÜSİAD, ως κυρίαρχου συνδέσμου των επιχειρηματιών στην Κωνσταντινούπολη.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s