Αστοί στο χωριό: Ειρηνική συμβίωση ή σύγκρουση;

Standard

Του Αντωνη Μωυσιδη

Διαμαντής Διαμαντόπουλος, "Καρπούζια" (λεπτομέρεια)

Διαμαντής Διαμαντόπουλος, «Καρπούζια» (λεπτομέρεια)

Μέρες γιορτών, η ελληνική κοινωνία πληροφορείται ότι μια αποτρόπαια πράξη έλαβε χώρα στο χωριό Άγιος Λαυρέντιος του Πηλίου. Κάποιοι έκαψαν το σπίτι δύο νέων ανθρώπων, κατοίκων από επιλογή τους, εδώ και μερικά χρόνια, του χωριού. Πράξη ακραίας  βίας, πράξη εγκληματική όπως και ο εμπρησμός κατοικίας σε χωριό της Φωκίδας πέρυσι και ο ξυλοδαρμός του ιερέα στον Ασωπό. Μπροστά σ’ αυτά τα βίαια γεγονότα, το λιγότερο που οφείλει κανείς είναι να τα καταδικάσει και να ταχθεί αλληλέγγυος με τους παθόντες. Κοινό στοιχείο που συνδέει τα τρία αυτά γεγονότα είναι η κινηματική δράση των παθόντων για ζητήματα που αφορούν τον τόπο τους. Μια δράση που έρχεται προφανώς σε σύγκρουση με συγκεκριμένα συμφέροντα κάποιων άλλων. Κοινό στοιχείο τους αποτελεί επίσης η υφή των ιδεών και αντιλήψεων των δράσεων αυτών ως καινοτόμων ή και καινοφανών για τη χωρική κοινωνία των, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, παραδοσιακών αξιών και αντιλήψεων.

Ξεκινώντας από την τελευταία επισήμανση και με αφορμή τα παραπάνω ανησυχητικά φαινόμενα στην κοινωνία της υπαίθρου, πιστεύω ότι είναι πια άμεση ανάγκη να εγκύψουμε με μεγάλη προσοχή σε μια σειρά από γενικότερα ζητήματα και ερωτήματα που προκαλούν οι μεγάλες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές αλλαγές και αναδιαρθρώσεις των τελευταίων δεκαετιών στη χώρα μας, και ειδικότερα στον αγροτικό χώρο. Για την οικονομία του χώρου θα συνοψίσω τα ζητήματα σε έναν γενικό τίτλο ως έκφραση του κεντρικού προβλήματος: Το πρόβλημα του ιδιότυπου εξαστισμού της χωρικής κοινωνίας και της συμβίωσης αστών (κατοίκων της πόλης) και χωρικών στο χωριό.

Η σχέση των δύο αυτών κοινωνικών ομάδων και γεωγραφικών χώρων υπήρξε από το πολύ μακρινό παρελθόν θέμα, πηγή σκέψης και ανάλυσης στις κοινωνικές επιστήμες. Ήταν πάντα χώροι διακριτοί σε όλα τα επίπεδα, που σε πολιτισμικό και κοινωνικό επίπεδο εκφραζόταν συνήθως με τη λεκτική και γενικότερη απαξίωση των χωρικών και της ζωής στο χωριό. Το σύνηθες, από την εποχή της ανάπτυξης των πόλεων και ειδικά της βιομηχανικής ανάπτυξης, ήταν οι χωρικοί να μεταναστεύουν στην πόλη. Σύνηθες ήταν επίσης στα χωριά να υιοθετούν σιγά σιγά τις συνήθειες των πόλεων στην κατανάλωση, την αναψυχή, τη διασκέδαση, τη συμπεριφορά.

Στη χώρα μας η διαδικασία αυτή έγινε, κατά τη άποψή μας, σε πολύ σύντομο, ιστορικά, χρόνο, και άρα «βίαια». Εκπαίδευση, εκχρηματισμός της αγροτικής παραγωγικής διαδικασίας και συρρίκνωση της αυτοκατανάλωσης, ιδιαίτερα μετά το 1950, δρόμοι και σύγχρονα μέσα επικοινωνίας, σε συνδυασμό και με την εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση με τα εμβάσματά της, για να αναφέρουμε κάποιους από τους λόγους, επιτάχυναν τους ρυθμούς εξαστισμού του τρόπου ζωής στο χωριό.

Στα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια, τα πράγματα πήραν μια ριζική τροπή. Η κρίση της οικονομίας από τις αρχές του ’80, η αυξανόμενη ανεργία στα αστικά κέντρα εσωτερικού και εξωτερικού, οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα ζητήματα ασφάλειας των τροφίμων και η ανάπτυξη της περιβαλλοντικής ευαισθησίας άλλαξαν τα μέχρι τότε δεδομένα. Σταμάτησαν πια οι χωρικοί να πηγαίνουν στην πόλη και άρχισε μια αυξανόμενη ροή κατοίκων της πόλης προς το χωριό, με πρώτη ή δεύτερη κατοικία ή ως τουρίστες, σε μια προσπάθεια να αφήνουν πίσω τους, για λίγο ή και μόνιμα, τη δύσκολη, από πολλές απόψεις ζωή, στις πόλεις. Ευρωπαϊκά και εθνικά προγράμματα (Leader, αγροτουρισμός, περιφερειακά αναπτυξιακά προγράμματα κλπ.) συνέβαλαν αλλά και στόχευσαν στην εξέλιξη αυτή. Παράλληλα, γεννήθηκαν δεκάδες πολύμορφα κινήματα, με φορείς τους, κυρίως, κατοίκους των αστικών χώρων ή κατόχους αστικών επαγγελμάτων, που αναφέρονται σε περιβαλλοντικά-οικολογικά και κοινωνικά ζητήματα, αφορούν σε μεγάλο τους αριθμό τον χώρο της υπαίθρου και δραστηριοποιούνται σ’ αυτόν. Στο ίδιο το χωριό, η κρίση της αγροτικής παραγωγής επέτεινε την πολυαπασχόληση και την αύξηση των αγροτών που εγκαταλείπουν το αγροτικό επάγγελμα ή προσπαθούν να το συνδυάσουν με άλλα μη αγροτικά, παραμένοντας όμως στον τόπο τους.

Τι συνεπάγονται, σε πολύ αδρές γραμμές, όλα αυτά; Ριζικές αλλαγές και νέες συνθέσεις  στην κοινωνία, την οικονομία και τη ζωή στο χωριό, όπως, για παράδειγμα:

Χωρίς να αλλάξει ριζικά η δομή της αγροτικής παραγωγής, οι ρυθμοί και η φύση της αγροτικής εργασίας, αλλάζει η σύνθεση και η ζωή της αγροτικής κοινότητας· και ακόμα πιο πολύ, βέβαια, η σύνθεση, ο ρυθμός και τα χαρακτηριστικά της ζωής στα χωριά και τις περιοχές ιδιαιτέρου κάλλους. Η όλο και πιο μαζική παρουσία των κατοίκων της πόλης και των αστικών επαγγελμάτων διαρρηγνύει τον κοινωνικό ιστό, προκαλώντας τον κατακερματισμό της μικρής αγροτικής κοινότητας σε πολλές «μικρές κοινωνίες», με συγκρουόμενα, πολλές φορές, συμφέροντα, ενδιαφέροντα και τρόπους σκέψης. Αστοί μεγαλο- ή μικρο- επενδυτές που αποβλέπουν στο κέρδος, τουρίστες μικρής διάρκειας, αστοί με εξοχική ή μόνιμη κατοικία, συνταξιούχοι που επανακάμπτουν στον γενέθλιο τόπο τους ή επιλέγουν να ζήσουν σε χωριό της επιλογής τους, που είτε αποβλέπουν στο κέρδος είτε σε μια ποιοτικά καλύτερη ζωή, αποτελούν, λίγο ως πολύ, τις κύριες κατηγορίες νέων κατοίκων στο χωριό. Κατηγορίες με διαφορετικές αντιλήψεις, ευαισθησίες, επιδιώξεις και προσδοκίες από τη ζωή στο χωριό που «αναστατώνουν» τη δοσμένη λειτουργία της ζωής, τις δομές, τις αξιακές κατηγορίες, τις προσδοκίες κλπ. των ντόπιων.

Έτσι, σχετικοποιείται η έννοια του «ανήκειν» και της κοινωνικής συνοχής στην παραδοσιακή σύλληψη της χωρικής κοινότητας. Το γεγονός αυτό δυσχεραίνει πολύ ταυτίσεις και συμπτώσεις αντιλήψεων, συνειδήσεων και συμφερόντων, για να μπορεί να συζητά κανείς ωσμώσεις, πόσο μάλλον και για πιθανότητες κοινών συλλογικών εκφράσεων. Εδώ μάλλον τίθεται όλο και πιο έντονα ζήτημα ταυτότητας  του σύγχρονου χωριού και ιδιαίτερα του αγροτικού πληθυσμού που μετατρέπεται γρήγορα σε μειονότητα μέσα στο ίδιο του το χωριό. Γρήγορες εξελίξεις  και αλλαγές, αντιφάσεις και περίπλοκες ανασυνθέσεις, νέες ιδέες και ευαισθησίες εισβάλλουν και ανατρέπουν  γνωστές και οικείες εκφράσεις και εκφάνσεις του δημόσιου και ιδιωτικού βίου των ντόπιων.

Από τη μια έχουν υιοθετήσει, σε πολύ σύντομο χρόνο, καταναλωτικά πρότυπα του αστικού χώρου, χωρίς όμως απαραίτητα να έχουν αλλάξει οριστικά οι αξιακές τους κατηγορίες στον κοινωνικό τους βίο και τις ηθικές διαστάσεις της ατομικότητας και της συμβίωσης. Από την άλλη, εισβάλλει βίαια ο εκχρηματισμός και οι πιο σκληροί όροι αγοράς στη συναλλαγή τους με τους αστούς, οι οποίοι απαιτούν να μην αλλάξουν ή να αλλάξουν, κατά την αντίληψή τους ή κατά τα συμφέροντά τους (ας μην ξεχνάμε ότι δεν μετακινούνται μόνο οι κοινωνικά ευαίσθητοι προς τα χωριά), κτίσματα, ελεύθεροι χώροι, οικοπεδοποιήσεις, δόμηση κλπ. στο χωριό. Από τη μια οι αστοί «διεισδύουν» θέλοντας ένα κομμάτι της χωρικής ζωής, και από την άλλη διεκδικούν αυτό που ονειρεύονται ή αναπολούν, ένα ειδυλλιακό, δηλαδή, περιβάλλον κατοικίας και ζωής, που παραπέμπει στο βουκολικό παρελθόν απελευθερωμένο, όμως, από τα αρνητικά παρεπόμενα της αγροτικής παραγωγικής διαδικασίας (τις στάνες και τις οσμές τους, εκτροφεία ζώων και πτηνών, τον θόρυβος των μηχανών, ομορφές χρήσης των τοπικών πόρων κλπ.).

 Όλα αυτά θέτουν ζητήματα νομιμοποίησης των αγροτών στον τόπο τους, και κυρίως γίνονται γι’ αυτούς πηγή πολύμορφων αν-«ισορροπιών», καθώς αγγίζουν ή και  ανατρέπουν βαθιά ριζωμένες συνήθειες, στάσεις και αξίες, καθώς και διάφορες παραδοσιακές συλλογικές διευθετήσεις στο επίπεδο της κοινότητας. Συνιστούν, δε, παράγοντες διαφορετικότητας που δυσχεραίνουν τη συμβίωση και την ώσμωση και, εν δυνάμει, μετατρέπονται σε λόγους σύγκρουσης.

Συνεπώς, μαζί με την απόλυτη καταδίκη των πράξεων βίας και των δραστών τους, επαναλαμβάνω την ανάγκη σοβαρής περισυλλογής μας πάνω στα «γιατί;», αν η ανάλυση και οι ερμηνείες μας δεν σταματούν στον χαρακτηρισμό αυτών των βίας ως απλώς μεμονωμένων ενεργειών ορισμένων θερμοκέφαλων. Τα προβλήματα, απότοκα του νέου κοινωνικού υπόβαθρου, είναι εδώ και καιρό παρόντα και μας βρίσκουν, ως κοινωνία, ανέτοιμους για τις, όχι σπάνια και ακραίες πια, επιπτώσεις τους. 

Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται, καταρχάς, η παραδοχή της ύπαρξης και στη συνέχεια η μελέτη και ερμηνεία των κοινωνικών αλλαγών και ανασυνθέσεων, με εμβάθυνση στις πτυχές τους, με στόχο την αμοιβαία κατανόηση μεταξύ παλιών και νέων κατοίκων και την αναζήτηση νέων επιπέδων ισορροπίας στη συνύπαρξή τους. Απώτερος στόχος πρέπει να είναι η διαμόρφωση κοινών τόπων και, όπου είναι δυνατόν, κοινών μορφών συλλογικής έκφρασης απέναντι στα προβλήματα που απορρέουν από τη φιλελεύθερη αντίληψη της ανάπτυξης της υπαίθρου και τις πολύμορφες ανατροπές που προκαλεί η μαζικοποίηση της αστικής εξόδου προς τα χωριά.

O Αντώνης Μωυσίδης διδάσκει στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s