Αντιφιλελευθερισμός ή αντικαπιταλισμός: ζήτημα προσανατολισμού και όχι ορισμού

Standard

Ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ, από τους πρωταγωνιστές του Μάη του 1968, ηγετικό στέλεχος της Δ΄ Διεθνούς, της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Λίγκας και πιο πρόσφατα του Νέου Αντικαπιταλιστικού Κόμματος, μαρξιστής φιλόσοφος και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Paris VIII, πέθανε το πρωί της Τρίτης 12ης Ιανουαρίου. Στη μνήμη του μεγάλου αγωνιστή και στοχαστή, που προσπαθούσε διαρκώς, με το παράδειγμά του, να γεφυρώνει το χάσμα θεωρίας και πράξης, δημοσιεύουμε ένα παλιότερο κείμενό του, που είχε δημοσιευθεί με τίτλο «Des mots et des choses» στο περιοδικό «Politis», στις 11.11.2007.

Αντιφιλελευθερισμός ή αντικαπιταλισμός: Zήτημα προσανατολισμού και όχι ορισμού

του Ντανιελ Μπενσαΐντ

μετάφραση: Δημήτρης Μπαλαμπανίδης

Ο αντιφιλελευθερισμός είναι ένας τίτλος ευρύτατος, τόσο ευρύς και πολυσήμαντος όσο οι ίδιοι οι φιλελευθερισμοί. Εμπεριέχει το φάσμα των αντιστάσεων στη φιλελεύθερη αντιμεταρρύθμιση οι οποίες εμφανίστηκαν από την εξέγερση των Ζαπατίστας του 1994, τις απεργίες του χειμώνα του 1995 και τις διαδηλώσεις του κινήματος της «ετεροπαγκοσμιοποίησης» του 1999 στο Σιάτλ. Εκφράζει μια σημαντική κοινωνική και ηθική άρνηση, που δεν έχει καταφέρει (ακόμη;) να εξοπλιστεί με πραγματικά εναλλακτικές πολιτικές στρατηγικές. Αφού αναδείχτηκε σε παγκόσμια κλίμακα από τα Κοινωνικά Φόρουμ και έγινε ευρύτερα γνωστός από τα αφοριστικά βιβλία της Βιβιάν Φόρεστερ (Viviane Forrester) ή της Ναόμι Κλάιν, είναι αναμφίβολα η κατάλληλη στιγμή του αρνητικού: «Ο κόσμος δεν είναι εμπόρευμα, ο κόσμος δεν είναι για πούλημα…». Ένας άλλος κόσμος είναι αναγκαίος, αλλά ποιος; Και, κυρίως: Πώς θα γίνει εφικτός;

Αυτή η «αντιφιλελεύθερη στιγμή», που σημαδεύτηκε από την επιστροφή του κοινωνικού ζητήματος και την εισβολή των κοινωνικών κινημάτων (παλαιών και «νέων»), επέτρεψε να απονομιμοποιηθεί ο θριαμβεύων φιλελεύθερος λόγος των αρχών της δεκαετίας του ’90. Αλλά, με τις απαντήσεις που δόθηκαν στην «παθητική επανάσταση» του νεοφιλελευθερισμού, το φάσμα διευρύνθηκε σημαντικά. Το να μιλάμε στον ενικό για ένα και μόνο κίνημα της ετεροπαγκοσμιοποίησης, σαν να πρόκειται για ένα μεγάλο υποκείμενο ικανό να διαδεχτεί ένα υπό εξαφάνιση προλεταριάτο, είναι όχι μόνο επικίνδυνο αλλά και λάθος. Στον «πλανήτη της ετεροπαγκοσμιοποίησης» συνυπάρχουν ουσιαστικά –και πράγματι έτσι είναι, αν δεν καταπνίγουμε τις υπαρκτές αποκλίσεις με διπλωματική συναίνεση– ριζικοί αντίπαλοι θεσμών όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, αλλά και υποστηρικτές των δικών τους σχεδιασμών· υποστηρικτές του «Ναι» και του «Όχι» στο δημοψήφισμα για το Ευρωσύνταγμα· αυτοί που θέλουν μια εμπορευματοποίηση του κόσμου με ανθρώπινο πρόσωπο και αυτοί που θέλουν να ρίξουν τις μάσκες· αυτοί που διαχειρίζονται τις ιδιωτικοποιήσεις και τις μεταρρυθμίσεις της κοινωνικής προστασίας, και αυτοί που τις αντιμάχονται…

Είναι όλοι αυτοί αντιφιλελεύθεροι; Σε ένα βαθμό και μέχρις ενός σημείου. Σε διαφορετικά επίπεδα και με διαφορετικό τρόπο. Ορισμένους θα τους ικανοποιούσε να διορθώσουν επιφανειακά τις υπερβολές του αποκτηνωμένου φιλελευθερισμού, χωρίς να αμφισβητούν την καπιταλιστική του μήτρα. Άλλοι θέλουν να αλλάξουν ριζικά πλαίσιο. Οι διαχωριστικές γραμμές δεν προκύπτουν, ούτε καν δευτερευόντως, από ζητήματα ορολογίας (αντιφιλελευθερισμός ή αντικαπιταλισμός), αλλά από συγκεκριμένες πολιτικές. Ο Λούλα και το Κόμμα των Εργατών, στη Βραζιλία, και η Κομμουνιστική Επανίδρυση, στην Ιταλία, υπήρξαν, από τις αρχές των Κοινωνικών Φόρουμ το 2001, δύο πυλώνες του ετεροπαγκοσμιοποιητικού κινήματος,  στη Λατινική Αμερική και στην Ευρώπη. Ο πρώτος είναι σήμερα ένας ενθουσιώδης, υποδειγματικός μαθητής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Ο δεύτερος συνεργάζεται με πειθαρχία στην πολεμοχαρή και αντικοινωνική πολιτική  του Ρομάνο Πρόντι. Και οι δύο αποκαθαίρουν τα κόμματά τους από τους δύστροπους ψηφοφόρους τους. Είναι σαφές στη Λατινική Αμερική ότι ο «αντιφιλελευθερισμός» του Τσάβες ή του Μοράλες δεν έχει την ίδια έννοια, ούτε την ίδια δυναμική με αυτόν του Λούλα ή του Κίρχνερ.

Ο αντιφιλελευθερισμός είναι λοιπόν, στην καλύτερη περίπτωση, το ρευστό σημαίνον ενός μετώπου άρνησης που εκτείνεται από την επαναστατική Αριστερά μέχρι τις νεοκεϋνσιανές ουτοπίες, από τον θεολογικό πασιφισμό μέχρι τον στρατευμένο αντιιμπεριαλισμό. Μπορεί να είναι ένας αποτελεσματικός συνδετικός κρίκος συγκεκριμένων δράσεων και εκστρατειών, ενάντια στο χρέος ή ενάντια στον πόλεμο, ενάντια στην οδηγία Μπολκενστάιν ή ενάντια στη συνταγματική συνθήκη (ακόμη κι αν, στο σημείο αυτό, το μέτωπο διχάζεται). Δεν είναι από μόνος του πολιτικό πρόταγμα. Είναι αυτό ακριβώς που κατέδειξε η διάσπαση της ριζοσπαστικής Αριστεράς στη Γαλλία κατά τις βουλευτικές και προεδρικές εκλογές: η «αμυντική νίκη» που αντιπροσωπεύει το «Όχι» του δημοψηφίσματος για το Ευρωσύνταγμα δεν μπορούσε να μετατραπεί αυτόματα σε επιθετική δυναμική γύρω από ένα πρόγραμμα και μια στρατηγική συμμαχιών.

Οι ερωτήσεις που θέτει το περιοδικό σας είναι ως επί το πλείστον διατυπωμένες υπό τύπο ορισμού. Μια αυθεντική Αριστερά οφείλει να αυτοπροσδιορίζεται ως αντικαπιταλιστική ή ως αντιφιλελεύθερη; Πώς προσδιορίζεται σε σχέση με την οικονομία της αγοράς; Η εμμονή στον ορισμό είναι χαρακτηριστικό της αρέσκειας των Γάλλων στην ταξινομική λογική και στη μανία για τακτοποίηση. Ο ορισμός σταθεροποιεί και ακινητοποιεί. Αντίθετα, ο διαλεκτικός προσδιορισμός δίνει έμφαση στο γίγνεσθαι και στη δυναμική. Αντιφιλελευθερισμός ή αντικαπιταλισμός; Δεν είναι ζήτημα ταμπέλας ή ορισμού, αλλά προσανατολισμού· δεν είναι ζήτημα μιας σειράς μέτρων και διεκδικήσεων που ξεδιπλώνονται στις εκλογές, αλλά ζήτημα παρέμβασης που επιτρέπει να αξιολογούμε, μέσα από τη δοκιμασία της πρακτικής, τις συμμαχίες και τους συμβιβασμούς που προσεγγίζουν τον επιζητούμενο στόχο και αυτούς που του γυρνούν την πλάτη.

Μια πολιτική ρήξης με τον ανώνυμο δεσποτισμό των αγορών απαιτεί σήμερα την επικράτηση της λογικής του κοινού αγαθού, του δημόσιου τομέα και της αλληλεγγύης έναντι της λογικής του κέρδους με κάθε τίμημα, του εγωισμού και του ανταγωνισμού όλων εναντίον όλων. Γι’ αυτό, απαιτεί να τολμήσουμε δυναμικές επιδρομές στο ιερό της ατομικής ιδιοκτησίας (συμπεριλαμβανομένης της ακίνητης και της έγγειας, που παίζουν ρόλο-κλειδί στα ζητήματα της οικολογίας όπως και του εξαστισμού και της στέγασης). Απαιτεί μια αδιάλλακτη αντίθεση στον πόλεμο για την επανάκτηση των αποικιών, στην οικονομία των πολεμικών εξοπλισμών, στα στρατιωτικά ιμπεριαλιστικά σύμφωνα. Περνάει μέσα από τη ρήξη με τον κλοιό των κριτηρίων σύγκλισης και του ευρωπαϊκού Συμφώνου Σταθερότητας, μέσα από μια δημοσιονομική «νύχτα της 4ης Αυγούστου»[1] κλπ. Μια αποφασιστική μάχη γι’ αυτούς τους σκοπούς είναι αυστηρά αντίθετη με τις κοινοβουλευτικές και κυβερνητικές συμμαχίες με τον Μπλερ ή τον Σρέντερ χτες, τον Πρόντι ή τη Ρουαγιάλ σήμερα, διαφορετικά η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά κινδυνεύει να γίνει τόσο διάτρητη, που όσοι αυτομολούν να μπορούν πλέον να την περνούν (προς αμφότερες κατευθύνσεις!) χωρίς το παραμικρό αίσθημα ότι την αρνούνται. Το ζήτημα των συμμαχιών δεν είναι ένα τεχνικό συμπλήρωμα ή μια απλή εργαλειακή προέκταση ενός προγράμματος που έχει στόχο να αλλάξει τον κόσμο· είναι αναπόσπαστο κομμάτι του.

Μπορούμε να εμπιστευθούμε λειτουργίες του δημόσιου τομέα στον ιδιωτικό; Το 1977, ο Μισέλ Ροκάρ είχε ξαφνιάσει –ευχάριστα– μια μερίδα των εργοδοτών, δηλώνοντας ότι οι λογικές της ρύθμισης (σχεδιασμός ή αγορά) είναι διεθνείς και ότι δεν αστειευόμαστε με την αγορά. Ήταν μια δήλωση ειλικρινής. Τόσο ειλικρινής που, μόλις η Αριστερά ήρθε στα πράγματα, ο Λοράν Φαμπιούς έγινε ο πρώτος πρωθυπουργός που προώθησε την ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων· και ο Πιερ Μπερεγκοβουά, «ο πρώτος θιασώτης της απουσίας ρύθμισης του τραπεζικού τομέα». Δεν πρόκειται να καταργήσουμε όλες τις εμπορικές σχέσεις, αλλά να ξέρουμε από ποιον ελέγχονται, από τη δημοκρατική κυριαρχία (τη λαϊκή συντακτική εξουσία) ή από  τον αυτοματοποιημένο φετιχισμό των αγορών. Το ζήτημα δεν περιορίζεται στο κομμάτι της αυτοδιαχειριζόμενης κοινωνικής ιδιοποίησης των μέσων παραγωγής, επικοινωνίας και συναλλαγής. Αφορά επίσης τη δημοσιονομική πολιτική, τον πολιτικό έλεγχο των νομισματικών εργαλείων, τον επαναπροσδιορισμό των δημόσιων υπηρεσιών, τον επαναπροσανατολισμό του εξωτερικού εμπορίου. Έτσι, σε ένα τέτοιο πλαίσιο, λειτουργίες του δημόσιου τομέα μπορούν να αναλαμβάνονται από ιδιωτικούς φορείς χωρίς να τίθεται ζήτημα αρχής, εφόσον πλαισιώνονται από δεσμευτικές φορολογικές και κοινωνικές ρυθμίσεις.

Εξάλλου, οι μορφές κοινωνικής ιδιοποίησης μπορεί να ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό, από τη δημόσια επιχείρηση μέχρι τον αυτοδιαχειριζόμενο συνεταιρισμό. Αλλά, κι εδώ ακόμα, το κρίσιμο ζήτημα αφορά τον κοινωνικό και πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων και την πραγματική αποφασιστική εξουσία.

Για να φτάσουμε στην ουσία των πραγμάτων, ένας ριζοσπαστικός αντιφιλελευθερισμός πρέπει να αγγίζει τον «σκληρό δίσκο» του κεφαλαίου, να αντιτάσσει το δικαίωμα στη ζωή (στη στέγαση, στην υγεία, στην εκπαίδευση, στην εργασία) στο δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Πρέπει να αντιτάσσει στην ιδιωτικοποίηση και την εμπορευματοποίηση του κόσμου μια πολιτική κοινωνικής αλληλεγγύης, αποεμπορευματοποίησης και ελεύθερης πρόσβασης. Έτσι, η τυπική διάκριση ανάμεσα στον αντιφιλελευθερισμό και τον αντικαπιταλισμό αίρεται: όταν αντιμαχόμαστε το ακαταμάχητο, γινόμαστε επαναστατικοί χωρίς κατ’ ανάγκη να το γνωρίζουμε.

[1] Τη νύχτα της 4ης Αυγούστου 1789 η Συντακτική Συνέλευση έβαλε τέλος στο φεουδαρχικό σύστημα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s