Η παγίωση της Ιστορίας στη φωτογραφική παράσταση

Standard

Ένας εντυπωσιακός τόμος κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες από τις εκδόσεις «Μέλισσα»: Αναπαραστάσεις της Ιστορίας. Η δεκαετία του 1940 μέσα από τα αρχεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού της Τασούλας Βερβενιώτη. Υλικό άγνωστο και σημαντικό, που ξεπερνάει σαφώς την έννοια του «λευκώματος»: όχι μόνο χάρη στα εκτενή κείμενα της επιμελήτριας του τόμου Τασούλας Βερβενιώτη που αναδεικνύουν το εικονογραφικό υλικό, αλλά επειδή και καθαυτές οι φωτογραφίες με τον πλούτο, την οπτική και τη θεματολογία τους συγκροτούν μια αυτοτελή αφήγηση για την εποχή. Δημοσιεύουμε αποσπάσματα από το εισαγωγικό κείμενο του Σπύρου Ι. Ασδραχά, ο οποίος, στοχαστικά, ξετυλίγει την αξία του υλικού, προχωρώντας σε γενικότερες σκέψεις για τη σχέση φωτογραφίας και Ιστορίας. Αφού απονείμει τα εύσημα, για το «συγκλονιστικό έργο», στην Τασούλα Βερβενιώτη (που το σύνθεσε) και τις εκδόσεις Μέλισσα (η αισθητική των οποίων το ανέδειξε), χαρακτηρίζει τον τόμο «προσωπογραφία». Και εξηγεί:

Η παγίωση της Ιστορίας στη φωτογραφική παράσταση

του Σπύρου I. Ασδραχά

Koρίτσι σε καταυλισμό προσφύγων στα Γιάννενα, Ιούνιος 1949.

Koρίτσι σε καταυλισμό προσφύγων στα
Γιάννενα, Ιούνιος 1949.

Μια «προσωπογραφία» της πείνας, της καταστροφής, κυρίως του θανάτου, της εξασθένησης των ανθρώπων, της καρτερίας, αλλά και των αντιστάσεων. Πρωταγωνιστής, ο έμπειρος φωτογραφικός φακός, δηλαδή ο έμπειρος χρήστης του. Χρησιμοποίησα τον όρο «προσωπογραφία» στη φιλολογική και ιστορική του έννοια: καταγραφή προσώπων, στην κυριολεξία ονομάτων, παρωχημένων χρόνων, καταγραφή κειμενικής προέλευσης. Ωστόσο, ο φακός έδωσε κάτι, κάποτε δραματικό και συνάμα τραγικό, από ό,τι ονομάζουμε προσωπογραφία στη ζωγραφική. Στον τίτλο του βιβλίου προέχει η έννοια της «αναπαράστασης» της ιστορίας: πρόκειται, στο εικονικό πεδίο, για παραστάσεις που, στο σύνολό τους, απολήγουν σε αναπαραστάσεις ενός χρόνου που ανάγεται σε ιστορική περίοδο που συνεχίζεται και μετά την καταληκτήρια χρονιά του βιβλίου, έως το 1974.

Η συγγραφέας Τασούλα Βερβενιώτη αξιοποιεί και προσφέρει στους πολλαπλούς «χρήστες» του βιβλίου το φωτογραφικό υλικό του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, το αναφερόμενο στην τραγική δεκαετία· όχι μόνο το φωτογραφικό αλλά και το κειμενικό υλικό. Ας υπενθυμίσω ότι αυτό το υλικό από την ίδια του τη φύση δεν μπορεί να καλύψει όλες τις εκφάνσεις της ιστορικής αυτής περιόδου: λόγου χάρη τις στιγμές της έξαρσης (που πνίγονται στην απεικόνιση των ομαδικών εκδηλώσεων)· τις στιγμές αυτές φρόντισαν άλλοι φωτογράφοι να αποκρυσταλλώσουν και να σκηνοθετήσουν. Βεβαίως, ο φωτογραφικός φακός του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού δεν μπόρεσε να εμφιλοχωρήσει στις αίθουσες των βασανιστηρίων ούτε να απαθανατίσει πλήθος άλλων περιστάσεων και καταστάσεων της δεκαετίας: με δυο λόγια, η απαθανάτιση είναι εκ των πραγμάτων επιλεκτική, αλλά γι’ αυτό όχι σκοπιμοθηρική· έχει ως πεδίο παρατήρησης ό,τι εμπίπτει στις αρμοδιότητές του, στην έννοια, αλλιώς, για την «τύχη» των πληθυσμών που χρειάζονταν αρωγή για να επιβιώσουν. Αυτό δεν περιορίζει την εμβέλεια της μαρτυρίας. Το ίδιο ισχύει και για τις εκθέσεις που συνέτασσαν οι εντεταλμένοι του. Δεν εμποδίζει, επίσης, την απαθανάτιση των ατομικών παθών — τα πάθη και τα παθήματα. […]

Δεν περιττεύει να σημειωθεί ότι η συγγραφέας επισημαίνει την περίπτωση της επιχειρηματολογίας ή της προπαγάνδας των επίσημων αρχών, για παράδειγμα αναφορικά με τους λόγους της εξόδου της υπαίθρου προς τα αστικά κέντρα πριν και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου: εμφιλοχωρεί δηλαδή η εκδοχή ότι η εκκένωση των χωριών οφείλεται στον φόβο του πληθυσμού από την τακτική της Δημοκρατικής Στρατιάς, είναι έξοδος εθελούσια. Η ενοχοποίηση του αντιπάλου γίνεται αποδεκτή από τους συντάκτες των εκθέσεων του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, ως να μην υπήρξε σχέδιο εκκένωσης των πληθυσμικών στηριγμάτων του Δημοκρατικού Στρατού. Οι βρετανικές στρατιωτικές αρχές στην Αθήνα χρησιμοποιούσαν ως καταδότες τα μέλη της Χ και των Ταγμάτων Ασφαλείας. Τις ίδιες επισημάνσεις κάνει αναφορικά με τον επιλεκτικό τρόπο κατανομής της «βοήθειας» (θέτει τη λέξη μέσα σε εισαγωγικά) της UNRRA. Ωστόσο και οι «όμηροι» του ΕΛΑΣ και οι συλλαμβανόμενοι από τους βρετανούς ΕΑΜίτες και κομμουνιστές, ακόμη και οι «συμπαθούντες» βίωσαν τις ίδιες «άθλιες» (όπως λέγει) καταστάσεις στα στρατόπεδα ή στα αμπάρια των πλοίων που τους μετέφεραν στην Αίγυπτο. Οι φωτογραφίες έρχονται και αποτυπώνουν στα πρόσωπα, στα ενδύματα την ψυχική και σωματική αλλοίωση των πασχόντων.

Δεν θα επιμείνω στα καθέκαστα, στους τόπους του ολέθρου από τα Καλάβρυτα ως το Δίστομο, ούτε στις εικόνες του λιμού της κατεχόμενης Αθήνας. Θα πω μόνο ότι η ιστορική πλαισίωση θηρεύει τους αριθμούς: μεγάλους αριθμούς, μεγάλα ποσοστά ως προς τον συνολικό αριθμό του πληθυσμού. Επιπλέον, συγκριτικές αναφορές στη δημογραφική επίπτωση της πείνας ως προς τη γεννησιμότητα. Όλα αυτά και πολλά άλλα δείχνουν τη συνθετική ιστορική πρόβαση της συγγραφέως.

Η θεματική διάρθρωση του βιβλίου και οι χρονικότητές της επιτρέπει την αντίστοιχη συγκέντρωση ομοειδούς, ως προς το περιεχόμενο, φωτογραφικού υλικού, όπου πάντα, ωστόσο, είναι έκδηλος ο συνεχής μίτος της ταλαιπωρίας σωμάτων και ψυχών: εικόνες μετά την καταστροφή των οικισμών που είχαν υποστεί αντίποινα, εικόνες, όπως ήδη λέγαμε, της πείνας και του υποσιτισμού, εικόνες του εγκλεισμού στις εξορίες και στις φυλακές. Είναι αυτονόητο ότι υπάρχουν οι διαφοροποιήσεις, μάλιστα όταν πρόκειται για τον θεσμοθετημένο εγκλεισμό, διαφοροποιήσεις τονιζόμενες από τις συμβιωτικές συμπεριφορές των κρατουμένων και των εξόριστων που οργάνωναν, με τα λίγα τους μέσα, τη ζωή τους και συντηρούσαν την ανθρωπιά τους: πολλά, ωστόσο, διαφεύγουν –θετικά και αρνητικά–, καθώς είναι έξω από το πεδίο παρατήρησης του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού. Ανάμεσα στις παγιωμένες στη φωτογραφία παραστάσεις, η ενδυματολογία: δεν πρόκειται μόνο για την έκπτωση που επέφερε η Κατοχή και η ανέχεια· πρόκειται επίσης για την πολυμορφία του ενδύματος, μάλιστα του γυναικείου, που ανακρατεί την παράδοση και συγχρόνως την αλλάζει με τον ρουχισμό της «βοήθειας» ή τις άλλες λύσεις που έδινε η «διαχείριση» της ανέχειας. Σ’ αυτές τις θλιβερές εικόνες αντιπαρατίθενται εκείνες της οργανωμένης συμβιωτικής πρόνοιας: παιδιά καλοταϊσμένα που παίζουν, τα ίδια παιδιά υποσιτισμένα και ευεργετημένα από την ανθρωπιστική δράση του Ερυθρού Σταυρού. Δύο εικόνες που μαρτυρούν, ανάμεσα στ’ άλλα, την αλλαγή της  ψυχικότητας, την επάνοδο του γέλιου. Κάποια στιγμή, όμως, στην κάτω δεξιά γωνία ένα ευφυές και πονηρό παιδικό βλέμμα μας θυμίζει τον Ουτριγιό ή τον επαναλαμβανόμενο ηθοποιό του Παζολίνι, μας παραπέμπει αλλιώς στην παιδική ευφυΐα, που σύνδρομό της είναι η πονηρία, αν όχι προκαθορισμένη της διέξοδος.

Κέρτεζη Καλαβρύτων. Άφιξη βοήθειας του Διεθνούς και του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.

Κέρτεζη Καλαβρύτων. Άφιξη βοήθειας του Διεθνούς και του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.

Επιμένω στις παιδικές μορφές, γιατί ανήκουν στους κορυφαίους του τραγικού χορού της φωτογραφικής παράστασης. Αν τις απομόνωνε κανείς και τις έθετε σε χρονολογική τάξη, ίσως πρόσφερε το «εμπειρικό» υλικό μιας ιστορίας της παιδικής ηλικίας, όχι απλά και μόνο ιστορία συγκυριακή, αλλά μια βαθύτερη ιστορία, ίσως δομική. Ο παρατηρητής εντυπωσιάζεται από τις εκφράσεις των παιδικών προσώπων, ιδίως εκείνων που η κοιτίδα τους είναι η ύπαιθρος, το χωριό: εκφράσει που αποτυπώνουν κάτι σαν δειλία ή ντροπή — θα έλεγα ότι πρόκειται για εκείνο που η λαϊκή εθιμοτυπία χαρακτήριζε ως «ανασκοπή», δηλαδή σέβας. Οι εκφράσει αυτές δεν είναι συγκυριακές: η συγκυρία τις τονίζει σφραγίζοντάς τες με τον γενικευμένο φόβο. Είναι τα ίδια παιδιά με τα πολεμικά τους παιχνίδια, τα αγωνίσματα που συνέβαλαν στη διαμόρφωση των δεξιοτήτων του σώματος και του πνεύματος, τα παιδιά που έκλεβαν τα ξένα οπωρικά, που παγίδευαν τα μικρά πετούμενα, με δυο λέξεις τα παιδιά που μεγάλωναν και ετοιμάζονταν για τη μετάβαση στην εφηβική ηλικία: οι εκφράσεις όμως του προσώπου τους, μπροστά στους άλλους, τους μεγάλους, ήταν «σεβαστική», ίσως και καθημαγμένη. Τον απόηχο αυτής της βαθιάς ιστορίας διασώζει, νομίζω, η ποικιλόμορφη παράσταση των παιδικών προσώπων που διασπείρεται σε αυτό το βιβλίο.

Κορφολόγησα αυτό το ακραίο παράδειγμα, για να πω ότι η φωτογραφική αποτύπωση δίνει το έναυσμα για έναν ιστορικό και συνάμα ανθρωπολογικό στοχασμό που υπερβαίνει τον στιγμιαίο χαρακτήρα της.

Έχουμε, όμως, το δικαίωμα να εγκλωβίζουμε τη φωτογραφική μαρτυρία αποκλειστικά και μόνο στη σκοπιμοθηρία του ιστορικού; Θα έλεγα ναι, με την προϋπόθεση ότι η φωτογραφική μαρτυρία δεν είναι διαχειρίσιμη αποκλειστικά από τον ιστορικό: είναι έναυσμα και για άλλες μορφές έκφρασης, κι ακόμη μπορεί στην «εικόνα», στην τελετουργική της νοηματοδότηση, να πάρει τη θέση της ως αυτόνομη μορφοπλασία στο «εικονοστάσι», αγγίζοντας τα όρια τα λατρείας. […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s