Με αφορμή δύο βιβλία (Από)ανάπτυξη ή (μόνο) απομεγέθυνση;

Standard

του Τάκη Νικολόπουλου

Όττο Ντιξ, «Η Πράγκερ Στράσσε της Δρέσδης», 1920

Όλη η πολιτική μας αναπαράσταση, από την άκρα Δεξιά έως την άκρα Αριστερά, είναι εμποτισμένη από την έννοια της οικονομικής ανάπτυξης-μεγέθυνσης (growth-croissance), η οποία ταυτίζεται με την ανάπτυξη (development) ή θεωρείται προϋπόθεση αυτής.

Η τελευταία συστημική οικονομική κρίση (2008 -;), που βύθισε στην ύφεση και την αρνητική μεγέθυνση πολλές χώρες, έφερε στο προσκήνιο (από τις λίγες εξαιρέσεις η Ελλάδα της «πράσινης ανάπτυξης») τη συζήτηση γύρω από την «κίνηση» ή «σχολή» της αποανάπτυξης-απομεγέθυνσης (décroissance-degrowth) ως σταδιακή λύση όχι μόνο στο οικολογικό πρόβλημα αλλά και στο οικονομικό και, εν τέλει, στο ανθρωπολογικό. Ωστόσο στη Γαλλία η σχετική συζήτηση είχε ήδη (επαν)εμφανισθεί από το 2001, με πρωτοβουλία του B. Clementin και του V. Cheynet.

Δύο πρόσφατα βιβλία αποτελούν σημαντική παρέμβαση στην εντεινόμενη συζήτηση που αποκτά, σε συνθήκες κρίσης, ξεχωριστό ενδιαφέρον. Συγγραφείς τους είναι οι εκφραστές των δύο κύριων  –σε αδρές γραμμές–[1] πολιτικοφιλοσοφικών αλλά και στρατηγικών τάσεων της αποανάπτυξης: από τη μιαο συνιδρυτής, το 2004, του περιοδικού Décroissance, μεταρρυθμιστής, ρεπουμπλικανός, οικουμενιστής, κομματοεκλογεντρικός, «ατομικός και συλλογικός» V. Cheynet, και από την άλλη ο ριζοσπάστης, αντισυστημικός, αντικρατιστής, «τοπικιστής», «συλλογικός», Σ. Λατούς (με τίτλους αντίστοιχα: Le choc de la décroissance. Lhistoire immédiate, Seuil, 2008 και Το στοίχημα της αποανάπτυξης , Βάνιας/Περάσματα, 2008· σε αυτές τις εκδόσεις γίνονται οι παραπομπές στη συνέχεια του άρθρου).

Η σημερινή κρίση ως ευκαιρία για τους θιασώτες της αποανάπτυξης

Πράγματι, πολλοί θιασώτες της αποανάπτυξης θεωρούν ως ευκαιρία την σημερινή κρίση.[2] «Να μεγαλώσει η κρίση», αναφωνεί ο Σ. Λατούς, επαναλαμβάνοντας τον Fr. Partant. H ανθρωπότητα θα αναγκασθεί, συλλογικά ή και ατομικά, να συνετισθεί και –εύχονται άλλοι– να οδηγηθεί στην αποανάπτυξη. Να την επιλέξει αυτή τη φορά, και όχι να την υποστεί όπως σήμερα. Ούτως ή άλλως (N. Georgescu-Roegen ο οποίος εισήγαγε και τον όρο απομεγέθυνση και την «βιοοικονομία») η μεγέθυνση τελειώνει για λόγους αντικειμενικούς-εντροπιακούς (δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα).

Από την άλλη βέβαια η κρίση και, με αφορμή αυτή, μια «παιδαγωγική των καταστροφών»,  που φαίνεται, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, να υιοθετεί  ο Σ. Λατούς (βλ. όμως και σ. 338, βρίσκοντας ανεπιφύλακτα απέναντί του τον  Ph. Ariès[3] και τον V. Cheynet, σ. 137) οδηγεί τους ανθρώπους σε ατομικιστική ή ακόμα και «φασιστική» αναδίπλωση και απωθεί την πολυτέλεια του οικολογικού προβλήματος –ή νομίζει ότι το επιλύει μέσω της «πράσινης» ανάπτυξης-μεγέθυνσης.

Περί τίνος πρόκειται όμως; Πρόκειται για ένα οικοπολιτικό πρόταγμα με διάφορες τάσεις και παραλλαγές (τουλάχιστον δύο κύριες), οι οποίες κινούνται ανάμεσα στις αντισυστημικές προσεγγίσεις, την ισχυρή αειφορία και τα πράσινα κινήματα, ή ακόμα και τη βαθιά οικολογία. Δεν ταυτίζεται ούτε με τη «στάσιμη κατάσταση» των κλασικών, παρόλο που τη θυμίζει, ούτε με την αρνητική μεγέθυνση, αλλά ούτε και με τη μηδενική ή επιβραδυμένη ανάπτυξη μερικών οπαδών της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης και της ανθρώπινης ανάπτυξης (Attac, J. Harribey, A. Lipietz). Ανήκει σ’ εκείνη τη γενική (με αρκετές διαφοροποιήσεις πάντως) κατηγορία απόψεων που θεωρούν ότι η βαθύτερη ανάλυση των αιτίων της οικολογικής (αλλά και ανθρωπολογικής και συμβολικής) κρίσης προϋποθέτει ριζική κριτική στάση απέναντι σε κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές δομές και παγιωμένα αξιώματα, καθώς και αναθεώρηση και επαναπροσδιορισμό των αξιών που τις συνοδεύουν, όπως η ανάπτυξη και η πρόοδος, ο ορθολογισμός της ποσοτικοποίησης και η τυφλή «πίστη» στην τεχνοεπιστήμη.

Πιο συγκεκριμένα, έχει ως αφετηριακή παρατήρηση-δεδομένο ότι η –ποσοτική– ανάπτυξη (είτε «βιώσιμη» είτε «αυτοσυντηρούμενη» είτε ακόμα και «πράσινη» είτε «ανθρώπινη») υποβαθμίζει το περιβάλλον, ενώ εξακολουθεί να αυξάνει τις ανισότητες και τις αδικίες. Ευνοεί έτσι πρώτα τα ανώτερα στρώματα της κοινωνίας (V. Cheynet, σ. 25), τα πλούσια και «ανώτερα» κράτη του Βορρά δημιουργώντας φτώχεια στον Τρίτο Κόσμο, ενώ σταδιακά  καταβροχθίζει και την ευημερία, αφού δεν υπολογίζει, στο ΑΕΠ, το οικολογικό και κοινωνικό κόστος. Και τούτο επειδή κάθε ανάπτυξη είναι οικονομική, βασίζεται δηλαδή στην αύξηση του πλούτου («στο μεγάλωμα της πίτας»), είναι εν τέλει μεγεθυνσιακή. Η αποανάπτυξη, με άλλα λόγια, δεν νοείται χωρίς έξοδο από τον «οικονομισμό», και ειδικότερα την οικονομία της αγοράς και τον καπιταλισμό (σ. 92 και σ. 85).

Τη θέση αυτή των καθολικών «αντιρρησιών της ανάπτυξης», στον βαθμό που προαναγγέλλει «μια κοινωνία λιτότητας», δεν την αποδέχεται βέβαια το σύνολο των κατεστημένων πολιτικών δυνάμεων ούτε η πλειονότητα της Αριστεράς και της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης. Οι περισσότεροι οπαδοί της σχολής αυτής, όχι όμως όλοι, αρνούνται και την έννοια της (ποιοτικής) ανάπτυξης, η οποία δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη θανατηφόρα (ποσοτική) μεγέθυνση — εξ ου και η γενική χρήση στην ελληνική του όρου «αποανάπτυξη».

Οι πολιτικές υλοποίησης του προτάγματος

Οι προσεγγίσεις διαφέρουν και ως προς τις πολιτικές υλοποίησης του προτάγματος. Ο Σ. Λατούς (σημ. 515) θεωρεί τα «8Re» (επανατοπικοποίηση, επαναχρησιμοποίηση, επανάκτηση, επαναξιολόγηση κλπ.) ως τους βασικούς άξονες μιας διαδικασίας αποανάπτυξης. Ο V. Cheynet (σ. 113)  προτείνει δέκα μέτρα με τα οποία ήταν υποψήφιος των «αποαναπτυξιακών» με το κόμμα της αποανάπτυξης (PPLD, το οποίο απεκάλεσε «γελοιότητα» ο Σ. Λατούς) στις βουλευτικές εκλογές του 2007. Τα μέτρα αυτά εκτείνονται από την απαγόρευση όλων των μέσων σύγχρονης καταναλωτικής προπαγάνδας (διαφήμιση κλπ.) και την απελευθέρωση των ΜΜΕ από την επιτροπεία των πολυεθνικών και το σταδιακό «ξήλωμα» αυτών, μέχρι την κατάργηση του επαγγελματικού αθλητισμού, περνώντας από μέτρα όπως απαγόρευση κατοχής πάνω από δύο ακινήτων, θέσπιση σταδιακού ανώτατου εισοδήματος, επανατοπικοποίηση της οικονομίας και εγκαθίδρυση μικρών οικονομικών μονάδων, σταδιακή έξοδο από τον πολιτισμό του αυτοκινήτου υπέρ των μαζικών μεταφοράς κ.ά.

Είναι αλήθεια ότι πολλά από αυτά τα μέτρα υιοθετούνται και από το ρεύμα της οικολογικής ή «ανθρωπιστικής» οικονομίας (R. Passet κ.ά.) και επαναχαρακτηρισμού της ανάπτυξης («ανάπτυξη χωρίς μεγέθυνση»-«ανθρώπινη ή «κατάλληλη» ανάπτυξη» βλ. ATTAC, H. Daly, M. Mousel, περιοδικό Alternatives Economiques, εναλλακτικοί). Έτσι συχνά θεωρείται, λανθασμένα, ότι η βιώσιμη ή διαρκής ανάπτυξη είναι το ίδιο πράγμα με την απο-ανάπτυξη (βλ. λ.χ. A. Caillé). Είναι όμως φανερό ότι τα παραπάνω μέτρα δεν αρκούν για να αντιμετωπίσουν την μεγαμηχανή ούτε της –διεθνοποιημένης– οικονομίας της αγοράς-ανάπτυξης/μεγέθυνσης ούτε της –συνδεδεμένης με την προηγούμενη– τεχνοεπιστήμης.

Κριτικές στην αποανάπτυξη

H κριτική εναντίον αυτής της σχολής-προτάγματος δεν προέρχεται μόνο από τους κλασικούς φιλελεύθερους αναπτυξιολάγνους ή ορισμένους σοσιαλφιλελεύθερους (J.-P. Fittoussi, ο πρώην υπουργός του Λ. Ζοσπέν Cl. Allegre κ.ά.), αλλά και από τους οπαδούς της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης και της ανθρωπιστικής ανάπτυξης (κυρίως ATTAC[4] και ένα τμήμα του περιοδικού Alternatives Economiques), όπως και από Πράσινους (C. Di Meo, Y. Fremion) και αντισυστημικούς (Τ. Φωτόπουλος). Αυτή εντοπίζεται, μεταξύ άλλων, καταρχήν στο ότι η αποανάπτυξη, ή τουλάχιστον μια τάση της, δίνει την έμφαση στο ανθρωπολογικό στοιχείο και στη μη αναγνώριση των υλικών συνθηκών. Όπως σημειώνει ο J. Harribey,[5] ο χώρος της πολιτικής, ως χώρος διαμεσολάβησης και μετασχηματισμού, απωθείται στο όνομα μιας ελευθεριακής ή θρησκευτικής ριζοσπαστικότητας, η οποία γενικά δυσπιστεί απέναντι στους (υπάρχοντες πολιτικούς) θεσμούς και στο κράτος πρόνοιας. Επιπλέον, ακόμα και αν δεχθούμε ως ορθή την ανθρωπολογική αφετηρία του προτάγματος για μια συνολική κριτική του οικονομικού μοντέλου ανάπτυξης-μεγέθυνσης και συνεπώς κάθε έννοιας ανάπτυξης, πάλι φαίνεται να παραμένει μετέωρο και θολό το πολιτικό πρόβλημα και ένας –θετικός– πολιτικός ορισμός του προτάγματος (π.χ. μείωση ή κατάργηση ανισοτήτων, ισοκατανομής της εξουσίας κλπ.), σε επίπεδο συλλογικού φαντασιακού. Το ίδιο πρόβλημα παραμένει ακόμα κι αν θεωρήσουμε, όπως ο V Cheynet  αλλά και ο Η. Kempf,  ότι η αρχή της απομεγέθυνσης θα γίνει από τους έχοντες , αφού αυτοί καταστρέφουν τον πλανήτη μέσω της υπερκατανάλωσης.

Μαξ Μπέκμαν, «Λίντο», 1924

Μαξ Μπέκμαν, «Λίντο», 1924

Πράγματι, κατά τους υποστηρικτές της ανάπτυξης, δύσκολα μπορεί να απορριφθεί ο διαχωρισμός της ανάπτυξης  από τη μεγέθυνση, αν με την πρώτη (και έναν ορισμό αυτής) εννοούμε την διεκδίκηση των φτωχών ανθρώπων του (Νότου του) πλανήτη για πρόσβαση στην υγεία, την εκπαίδευση, το πόσιμο νερό ή άλλες βασικές ανάγκες. Είναι θεμιτό τα παραπάνω αγαθά να συνιστούν ανάπτυξη και να αποτελούν οικουμενικά δικαιώματα χωρίς αυτά να ταυτίζονται με τα φιλελεύθερα και «δυτικά» φυσικά δικαιώματα (π.χ. δικαίωμα της ιδιοκτησίας). [6] Είναι δυνατόν, με άλλα λόγια, διερωτώνται οι πολέμιοι της αποανάπτυξης (Attac, J. Harribey), να γίνει δεκτή η θέση του Σ. Λατούς ότι η φτώχεια είναι μόνο προβολή των δυτικών αξιών ή απλή προβολή του φαντασιακού; Βέβαια, εδώ ο συγγραφέας (σ. 188, 295, 307) κάνει λόγο για «μη μεγέθυνση» ή «α-μεγέθυνση», αναγνωρίζοντας ότι ο στόχος της αποανάπτυξης δεν αφορά όλους αδιακρίτως τους πληθυσμούς του πλανήτη, ιδίως του Νότου. Αλλά και ο V. Cheynet αναγνωρίζει επίσης, μαζί με τον H. Kempf, ότι η αποανάπτυξη απευθύνεται πρώτα στους πλούσιους και στα πλούσια κράτη του Βορρά (σ. 23 και σ. 60), με στόχο να καταστεί δυνατή μια –θεμιτή– οικονομική μεγέθυνση των φτωχών κρατών σε μια μη παραγωγιστική κατεύθυνση. Έτσι οι λαοί της Αφρικής έχουν ανάγκη ανύψωσης του υλικού επιπέδου ζωής, ακόμα κι αν δεν χρειάζεται προς τούτο να μιμηθούν τον –εθνοκεντρικό– δυτικό τρόπο ζωής και ανάπτυξης.[7]

Συνακόλουθα, αν η αποανάπτυξη υλοποιείτο κατά γενικευμένο τρόπο στις πλούσιες χώρες του Βορρά, κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε χωρίς επιπτώσεις  στο καθεστώς της απασχόλησης, με ορατό τον κίνδυνο επανεμφάνισης της μαζικής φτώχειας.  Για παράδειγμα, ο Τ. Φωτόπουλος, στον οποίο συχνά παραπέμπει ο Σ. Λατούς, θεωρεί ότι το σύστημα δεν μπορεί να ζήσει χωρίς οικονομική μεγέθυνση και ότι μια διαδικασία θεμελιακής ανατροπής της, που μερικοί αποκαλούν απομεγέθυνση, δεν είναι δυνατή στο ισχύον σύστημα της οικονομίας της αγοράς.

Ειδικότερα από την πλευρά της παραγωγής, μια μηδενική ανάπτυξη είναι καθαρή φαντασία, κυρίως διότι μια επιτυχημένη παγκόσμια πολιτική απομεγέθυνσης (εντός του ισχύοντος συστήματος της οικονομίας της αγοράς) θα επέσπευδε μια οικονομική ύφεση μεγαλύτερη από αυτή του 1929[8] ή τη σημερινή. Βέβαια, και ο ίδιος ο Σ. Λατούς , όπως προαναφέραμε,  δεν ταυτίζεται με την αρνητική ή μηδενική ανάπτυξη, αλλά κάνει λόγο για αποανάπτυξη σε μια «κοινωνία αποανάπτυξης» (passim), όπως αντίστοιχα ο V. Cheynet κάνει λόγο για «βιώσιμη ή υποστηρίξιμη αποανάπτυξη» (σ. 111 και σ. 116), κατ’ αντίθεση προς την «βιώσιμη ανάπτυξη». O Σ. Λατούς  επίσης αναγνωρίζει ότι ακόμα και η σταδιακή μετάβαση με προσωρινή διατήρηση της αγοράς και του κέρδους δεν θα γινόταν εύκολα αποδεκτή χωρίς βίαιες αντιδράσεις. Γι’ αυτό φαίνεται να «στοιχηματίζει», όπως ήδη αναφέρθηκε (κατ’ αντίθεση προς τον V. Cheynet, σ. 132) περισσότερο στην «αντικειμενική» αναγκαιότητα της απομεγέθυνσης, που εκπορεύεται από την αύξηση των –συστημικών– κρίσεων, όπως η σημερινή. Κρίσεων όλο και πιο συχνών, έντονων και πολύπλευρων, κατανοήσιμων και μέσα από το πρίσμα μιας, όπως αναφέρθηκε αρχικά, «παιδαγωγικής των καταστροφών» (έκφραση του D. de Rougemont που υιοθετεί ο Σ. Λατούς και άλλοι όπως ο F. Partant, αλλά απορρίπτουν ο P. Ariès και ο V. Cheynet, σ. 137 ), για την «απο-αποικιοποίηση του φαντασιακού».

 Επίσης, πώς μια «κοινωνία αποανάπτυξης» μπορεί να εξορκίσει την οικονομία (ανάλυση κόστους/αποτελεσματικότητας, το σύστημα των τιμών και της αναδιανομής του εισοδήματος),[9] εάν δεν υπάρξει μια γενικότερη και εξαρχής σε όλα τα επίπεδα οικονομική και, κυρίως, πολιτική (θεσμική) επανασχεδίαση της κοινωνίας; Ο Σ. Λατούς (σ. 319) υποστηρίζει ότι κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν στο ισχύον σύστημα, εάν δεν γίνει μια «συνολική ανατροπή» του και μια «επανασυγκρότηση της κοινωνίας», με βασικό και πρώτο ζητούμενο την «επανίδρυση της δημοκρατίας» (όχι αποκλειστικά στην άμεση μορφή της).

Τέλος, η αποανάπτυξη, στην ακραία της (άμεση) μορφή, όπως και η βαθιά οικολογία αλλά και η έκθεση της Λέσχης της Ρώμης, κατηγορείται για μαλθουσιανισμό. Ο Σ. Λατούς, αν και υποστηρίζει, όπως και ο P. Rabhi, ότι το πρόβλημα δεν είναι ο (υπερ)πληθυσμός του πλανήτη αλλά η δίκαιη διανομή του πλούτου και των πόρων, εντούτοις αναγνωρίζει ότι η δημογραφική αποανάπτυξη θέτει φοβερά προβλήματα, ακόμα κι αν είναι εφικτή ή επιθυμητή (σ. 180). Με τον Λατούς φαίνεται να συμφωνεί και ο V. Cheynet (σ. 127-128) ο οποίος, εντούτοις, θεωρεί ότι η συζήτηση για τη μείωση των φυσικών πόρων παραμένει ανοιχτή. Είναι αλήθεια ότι ο υπερπληθυσμός, όπως και κατά μερικούς η σπανιότητα των πόρων,[10] αποτελούν απατηλά επιχειρήματα, απολογητικά του ισχύοντος οικονομικού αγορα-μεγεθυνσιακού μοντέλου και της ισχύουσας τάξης πραγμάτων.

Εν πάση περιπτώσει, όλα τα παραπάνω επιχειρήματα κατά της αποανάπτυξης οδηγούν (V. Cheynet σ. 20-21) σε υπερβολικούς και αδικαιολόγητους αφορισμούς. Κυρίως, απορρίπτεται η αποανάπτυξη  ως αρνητική ουτοπία και οπισθοχώρηση της ανθρωπότητας αλλά και του περιβάλλοντος (στον βαθμό που άνθρωπος και φύση βρίσκονται σε διάδραση), με άλλοθι την καθολική υπεράσπιση της ιδεολογίας της «προόδου» — «ψευδοπροόδου» ή «προοδευτισμού», κατά τους αποαναπτυξιακούς.

Τελικά, η αποανάπτυξη δεν φαίνεται να συνιστά ένα μοντέλο ή σύστημα αλλά, σύμφωνα με τον V. Cheynet, μια εισαγωγή σε μια συζήτηση και ένα άνοιγμα του πεδίου των εναλλακτικών δυνατοτήτων, ή ένα πολιτικό σύνθημα, κατά τον Σ. Λατούς, διακηρύξεις αρχών, όχι όμως πολιτικό σχέδιο που βασίζεται σε συνολικές αναλύσεις.

Ο Τάκης Νικολόπουλος διδάσκει δίκαιο και πολιτική περιβάλλοντος στο Τμήμα Κοινωνικών-Συνεταιριστικών Επιχειρήσεων και Οργανώσεων του ΤΕΙ Μεσολογγίου.

[1] E. Dupin, «La décroissance, une idée qui chemine sous la récession», Le Monde diplomatique, Αύγουστος 2009, σ. 20-2.

[2] Στο ίδιο.

[3] Βλ συνέντευξη στη Liberation, που αναδημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία, 13.5.2008: «Η κρίση οδηγεί από την κοινωνία της αφθονίας στην κοινωνία των ορίων». Ακόμα, βλ. Ph. Ariès, Décroissance ou barbarie, Parangon, 2005.

[4] ATTAC,  Le petit Alter. Mille et une nuits, 2006, σ. 172 κ.ε.· J. Harribey, «Développement, croissance et environnement. Les théories de la décroissance: enjeux et limites », στο Développement et Environnement, Cahiers français, αρ. 337/2007, La documentation française, σ. 20-25.

[5] J. Harribey, ό.π., σ. 25.

[6] J. Harribey, «Faut-il renoncer au développement?», στο Ecologie le grand défi, Manière de voir , τ. 81/2005, σ. 72, 78.

[7] E. Dupin , ό.π.

[8] Τhe price of “development” and the limitations of direct action, http//:www.iclusivedemocracy.org/journal/vol3, no4 (October 2007).

[9] D. Clerc, Alternatives Economiques, αρ. 270 /2008 σ. 36, αναφορικά με το βιβλίο του V. Cheynet.

[10] Π. Παπακωνσταντίνου, Το χρυσό παραπέτασμα, η γέννηση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, Λιβάνης, 2009, σ.148

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s