Μετανάστευση, ιθαγένεια και κοινωνική ένταξη: Ελληνική πραγματικότητα και διεθνής εμπειρία

Standard

Του Περικλή Παπανδρέου

Αλέξης Ακριθάκης, «Le bateau», 1976

Αλέξης Ακριθάκης, «Le bateau», 1976

Έχουν πλέον περάσει είκοσι χρόνια από τότε που η Ελλάδα μετατράπηκε με τρόπο αμετάκλητο σε χώρα υποδοχής μεταναστών. Η μαζική είσοδος των μεταναστών τροφοδότησε  εχθρικά αντανακλαστικά και δεν έλειψαν οι συγκρούσεις, αλλά σε γενικές γραμμές διαψεύστηκαν οι φοβικές τοποθετήσεις που αναγόρευαν σε μείζονα απειλή την έλευση των μεταναστών, καθώς και όσοι υπερεκτιμούσαν την απήχηση των ρατσιστικών αντιλήψεων μιας δραστήριας ακροδεξιάς μειονότητας. Δεδομένου του μεγέθους των πληθυσμών που εισέρευσαν σε μικρό σχετικά διάστημα, μπορούμε να πούμε ότι ο εικοσαετής απολογισμός της ελληνικής μεταναστευτικής εμπειρίας είναι θετικός. Σήμερα γνωρίζουμε ότι μεγάλο τμήμα των μεταναστών που ήλθαν τη δεκαετία του 1990 έχει νομιμοποιήσει την παρουσία του και έχει ενταχθεί στα εργατικά στρώματα της χώρας, συμβάλλοντας σημαντικά στην οικονομία και συνεισφέροντας στα ασφαλιστικά ταμεία, ενώ πολλοί είναι εκείνοι που έχουν αγοράσει σπίτι ή έχουν ανοίξει επιχειρήσεις. Οι περισσότεροι νέοι πέρασαν από το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, πολλοί το εγκατέλειψαν πρόωρα, αλλά δεν είναι λίγοι εκείνοι που συνεχίζουν τις σπουδές τους σε τριτοβάθμιο επίπεδο. Βέβαια ο δρόμος μέχρι εδώ δεν ήταν στρωμένος με ρόδα και οι μετανάστες και τα παιδιά τους κέρδισαν με επιμονή και σκληρή δουλειά τη θέση που κατέχουν σήμερα.

Γιατί ιθαγένεια τώρα;

Όλα τα κράτη τα οποία δέχονται μετανάστες βρίσκονται αργά ή γρήγορα αντιμέτωπα με την ανάγκη να αναθεωρήσουν τις διαδικασίες ένταξης στην πολιτική κοινότητα και στο έθνος. Ο έντονος διάλογος που ακολούθησε την πρόσφατη δημοσίευση του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών για την πολιτική συμμετοχή των αλλοδαπών επικεντρώθηκε στη γενεαλογία της ελληνικής ιθαγένειας και το ποιος μπορεί να είναι Έλληνας σήμερα. Επισημάνθηκε η σημασία την οποία έχει για τη ζωτικότητα μιας κοινωνίας το να είναι ανοιχτή, το να προσελκύει «ξένους» αλλά και να τους ενσωματώνει. Κατά τη γνώμη μου, τα θέματα που θα μπορούσε να καλύψει διεξοδικότερα η συζήτηση είναι τα σχετικά με τη σκοπιμότητα της επιχειρούμενης μεταρρύθμισης από τη σκοπιά της συνολικής μεταναστευτικής πολιτικής. Εδώ θα πρέπει κατ’ αρχάς να αναφερθεί ότι αυτό που καθιστά απαραίτητη τη μεταρρύθμιση είναι η εξέλιξη του φαινομένου της μετανάστευσης και η ανάγκη διασφάλισης της διαγενεακής συνέχειας των πολιτικών ενσωμάτωσης που έχουν ήδη εφαρμοσθεί. Με άλλα λόγια, τα παιδιά, των οποίων οι μετανάστες γονείς νομιμοποίησαν την παρουσία τους στη χώρα αξιοποιώντας τα διαδοχικά προγράμματα νομιμοποίησης, σπούδασαν στα ελληνικά σχολεία και στα πανεπιστήμια και συμμετείχαν στα μαθητικά ή φοιτητικά συμβούλια. Όλα αυτά δεν μπορούν να οδηγούν στο κενό και οι νέοι αυτοί μετά την αποφοίτησή τους να στερούνται κάθε μορφή πολιτικής συμμετοχής. Θα πρέπει να τους προσφερθεί αργά ή γρήγορα η συμμετοχή στον δήμο και στην εθνική κοινότητα. Οι πολιτικές παροχής δικαιωμάτων, που στην περίπτωση των μεταναστών αφορούν την εξασφάλιση της πρόσβασης στην εκπαίδευση, το δικαίωμα στην περίθαλψη, στην κοινωνική ασφάλεια κτλ., είναι ανεπαρκείς αν δεν συνοδεύονται και από πολιτικές αναγνώρισης και συμμετοχής. Το να αρνείσαι να παρέχεις την ιδιότητα του πολίτη σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας, σε ανθρώπους που έχουν επιδιώξει και έχουν επιτύχει την κοινωνική ενσωμάτωση, ή όταν αυτό παρατείνεται πέραν κάποιων ορίων, λαμβάνει πλέον τον χαρακτήρα συλλογικής απόρριψης και καθήλωσης μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού σε υποτελή θέση. Η πικρία των ανθρώπων αυτών δεν μπορεί παρά να  πυροδοτήσει την αποξένωσή τους και την αμυντική αυτοπεριχαράκωση. Τέλος, το δημοκρατικό έλλειμμα που παράγεται θέτει σε αμφισβήτηση τη νομιμοποίηση ενός φιλελεύθερου κράτους.

Οι απόψεις των παιδιών των μεταναστών 

 «Ελληνοαλαβανικά σύνορα, 1991». Φωτογραφία του Νίκου Οικονομόπουλου από το λεύκωμα «για τα παιδιά», Μεταίχμιο Αθήνα 2001

«Ελληνοαλαβανικά σύνορα, 1991». Φωτογραφία του Νίκου Οικονομόπουλου από το λεύκωμα «για τα παιδιά», Μεταίχμιο Αθήνα 2001

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι μετανάστες πρώτης γενιάς δεν έχουν λόγους να επιδιώκουν την πολιτογράφηση. Πολλοί προτιμούν να θεωρούν την παραμονή τους στη χώρα υποδοχής προσωρινή και θέλουν είτε να επαναπατριστούν είτε να μεταβούν σε τρίτη χώρα. Τελικά βέβαια οι περισσότεροι παραμένουν, εγκαθίστανται μόνιμα και είτε φέρνουν είτε δημιουργούν οικογένεια. Τα πράγματα είναι διαφορετικά για τα παιδιά τους.

Στην έρευνα πεδίου που πραγματοποίησα το 2004-05, στο πλαίσιο της διδακτορικής  διατριβής μου, είχα την ευκαιρία να πάρω συνεντεύξεις από μαθητές λυκείων του κέντρου της Αθήνας οι οποίοι ήταν αλλοδαποί, γεννήθηκαν στο εξωτερικό αλλά μεγάλωσαν στην Ελλάδα. Τα νέα αυτά παιδιά, παρά τις αντιξοότητες που σχετίζονται τόσο με την ίδια τη συνθήκη της μετανάστευσης όσο και με τις αρνητικές πλευρές του κλίματος υποδοχής, ήταν ενταγμένα στο σχολικό και ευρύτερο περιβάλλον τους, γνώριζαν πολύ καλά τη γλώσσα και την κουλτούρα των συνομηλίκων τους. Με άλλα λόγια δεν ξεχώριζαν από τους συμμαθητές τους και παρά τις εντάσεις και την υποβόσκουσα επιφυλακτικότητα ανέφεραν πολυεπίπεδες επαφές και ανταλλαγές μαζί τους. Είχαν βέβαια όλοι επίγνωση των προβλημάτων, αλλά επέλεγαν να τα παραμερίζουν έτσι ώστε να μην αποτελέσουν εμπόδιο στην προσπάθειά τους για «μια καλύτερη ζωή». Κάποια παιδιά ανέφεραν σχέδια για μετάβαση σε άλλη χώρα, αλλά σχεδόν κανένα δεν σκεφτόταν να γυρίσει πίσω στη χώρα καταγωγής του, και όλα αναγνώριζαν ότι στην Ελλάδα έχουν επιτύχει πρόοδο και έχουν αναπτύξει δεσμούς. Σε κάθε άλλη χώρα θα έπρεπε να ξεκινήσουν πάλι την προσπάθεια από πολύ χειρότερη θέση. Τα περισσότερα ήταν διστακτικά όταν τους ζήτησα να προσδιορίσουν τις απώτερες προοπτικές της ενταξιακής πορείας που ακολουθούσαν, κυρίως γιατί δέχονταν από το ελληνικό κράτος και την ελληνική κοινωνία αδιευκρίνιστα και αντιφατικά μηνύματα. Η εμπειρία τα είχε διδάξει να μη βασίζονται στην κρατική συνδρομή, αλλά αυτό δεν φαινόταν να μετριάζει τη διάθεσή τους να συσχετιστούν ακόμη περισσότερο με την κοινωνία υποδοχής, ούτε και την πρόθεση να διεκδικήσουν τη θέση τους σε αυτήν.

Περισσότερο ομιλητικοί για τα θέματα αυτά ήταν μόνο κάποιοι μαθητές αλβανικής καταγωγής. Αυτοί έδειξαν να θεωρούν πρόωρο το ερώτημα της συμπερίληψής τους στους πολίτες του ελληνικού κράτους. Έλεγαν ότι προτιμούν να είναι «όπως ήσασταν εσείς στη Γερμανία», δηλαδή προέβαλλαν την ταυτότητα του μετανάστη-εργάτη, ο οποίος διεκδικεί κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα, ένα «έντιμο» και αμοιβαία επωφελές συμβόλαιο με τη χώρα υποδοχής, αλλά δεν επιθυμεί να εγκαταλείψει την εθνικοπολιτιστική του ταυτότητα. Παρά το ότι οι ίδιοι ήταν ενταγμένοι στον κοινωνικό τους χώρο και διεκδικούσαν την ισότιμη συμμετοχή στα σχολικά δρώμενα, διατύπωσαν επιφυλάξεις για την απόφαση άλλων ομοεθνών τους να αναλάβουν σημαιοφόροι στις παρελάσεις. Οι αντιλήψεις που μετέφεραν δείχνουν ότι απασχολούσε τόσο τους ίδιους όσο και τους γονείς τους η ραγδαία αφομοίωσή τους από την κουλτούρα της χώρας υποδοχής. Ξέρουμε ότι όταν οι έλληνες μετανάστες δεύτερης ή τρίτης γενιάς διαπίστωσαν πως η κοινότητά τους στην Αμερική ακολουθούσε πορεία γοργής αφομοίωσης είχαν ανάλογες ανησυχίες.

Δεν πρέπει επομένως να μας διαφεύγει ότι παρά την πολυπολιτισμική όψη των σχολείων και γειτονιών της Αθήνας οι αφομοιωτικές πιέσεις είναι πανταχού παρούσες.  Η Αθήνα δεν είναι Νέα Υόρκη, μια πόλη όπου η πλειονότητα είναι μετανάστες, και δεν μοιάζει να είναι εύκολα ανεκτή η εμφάνιση στα καθ’ ημάς αφρο-ελληνικών ή αλβανο-ελληνικών κοινωνικών ταυτοτήτων. Αυτή τη διάσταση, των αφομοιωτικών πιέσεων, τείνουμε να την παραγνωρίζουμε όταν επικεντρώνουμε αποκλειστικά στους αποκλεισμούς που μεθοδεύουν οι ακροδεξιές δυνάμεις. Δεν διαφεύγει όμως της προσοχής των μεταναστών. Η εντύπωση που αποκόμισα το 2004-05 ήταν ότι κάποιοι από τους συνομιλητές μου δεν έλκονταν ιδιαίτερα από την ιδέα της αποδυνάμωσης των εθνοπολιτισμικών προσδιορισμών της ταυτότητάς τους. Πέντε χρόνια μετά, η βελτίωση του κλίματος  απέναντι στους μετανάστες, αλλά και η ενηλικίωση των παιδιών αυτής της γενιάς, είναι πιθανό να έχουν οδηγήσει σε δεύτερη μοίρα τη σημασία των διακρίσεων της εθνικής καταγωγής και να έχουν αναβαθμίσει τον ρόλο άλλων μορφών «ανήκειν».

Σε κάθε περίπτωση δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι οι νέοι μετανάστες είναι «ελεύθεροι εθνικών ή πολιτιστικών αναφορών», άνθρωποι χωρίς ταυτότητα, οι οποίοι πρόκειται να αξιοποιήσουν χρησιμοθηρικά και με ελαφρά τη καρδία τις δυνατότητες πολιτογράφησης που ο νέος κώδικας ιθαγένειας προσφέρει.

Από την άλλη πλευρά, η νομοθεσία θα πρέπει να εξασφαλίσει σε όσους νέους αλλοδαπής καταγωγής πληρούν τις προϋποθέσεις, αλλά δεν επιθυμούν να πολιτογραφηθούν έλληνες, τη νομιμότητα της μακρόχρονης παραμονής και απασχόλησής τους, καθώς και οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα και υποχρεώσεις ισοδύναμα με αυτά των πολιτών. 

Κοινωνική ένταξη και ιθαγένεια 

Έργο του Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ

Έργο του Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ

Η μεταναστευτική πολιτική έχει σημαντικό αντίκτυπο στην καθημερινή ζωή των μεταναστών. Το πλέον αδιαμφισβήτητο παράδειγμα αφορά τις πολιτικές νομιμοποίησης των μεταναστών που εισήλθαν στη χώρα «αντικανονικά». Η παράταση του καθεστώτος «παρανομίας» καθιστά τους μετανάστες ομήρους εγκληματικών κυκλωμάτων αλλά και της περιθωριακής οικονομίας.

Από την άλλη πλευρά, δεν θα πρέπει να υπερεκτιμάται η δυνατότητα των μεταναστευτικών πολιτικών να καθορίσουν την πορεία και τις προοπτικές ένταξης μιας μεταναστευτικής ομάδας. Οι διακρατικές συγκρίσεις είναι εδώ χρήσιμες: Το γαλλικό ρεπουμπλικανικό μοντέλο προβλέπει την παραχώρηση υπηκοότητας στα παιδιά των νόμιμων μεταναστών τα οποία γεννιούνται στο γαλλικό έδαφος. Αντίθετα, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’90 το γερμανικό μοντέλο πολιτογράφησης ακολουθούσε τη λογική του δικαίου της κοινής καταγωγής. Παρά τις διαφορές των δύο αυτών μοντέλων, η διαχρονική κατάσταση των μεταναστών στη Γαλλία και στη Γερμανία παρουσιάζει περισσότερα κοινά στοιχεία παρά διαφορές. Ο παρατεταμένος κοινωνικός αποκλεισμός των τουρκικής καταγωγής μεταναστών στη Γερμανία και οι αργοί ρυθμοί κοινωνικής  ένταξής τους έχουν αναλογίες με τα προβλήματα των νέων γάλλων υπηκόων βορειοαφρικανικής ή υποσαχάριας καταγωγής που μας υπενθυμίζουν με τακτικότητα οι ταραχές των διαβόητων γαλλικών προαστίων. Συγκρίσεις αυτού του χαρακτήρα έχουν πείσει τους κοινωνιολόγους της μετανάστευσης για την προτεραιότητα που έχει η κατανόηση  των ενεργών κοινωνικών διεργασιών μεταξύ μεταναστών και γηγενών έναντι της μελέτης των σχετικών κρατικών πολιτικών. Είναι οι πρώτες αυτές που κυρίως κρίνουν το αποτέλεσμα –την ενσωμάτωση ή τον αποκλεισμό των μεταναστών– και γι’ αυτό το περιεχόμενο και ο χρόνος εισαγωγής των μεταναστευτικών πολιτικών θα πρέπει να παρακολουθούν στενά το τι συμβαίνει στην κοινωνία. 

Η γερμανική εμπειρία 

Η εμπειρία της μεταρρύθμισης του γερμανικού κώδικα ιθαγένειας που εισήχθη το 2000 οδηγεί σε κάποιες σκέψεις και συμπεράσματα. Μέχρι το 2007, οι αλλοδαποί που αξιοποίησαν τις νέες δυνατότητες πολιτογράφησης ήταν περίπου 1,7 εκατομμύρια, αριθμός ο οποίος αντιπροσωπεύει μικρό μέρος των μεταναστών που ζουν στη Γερμανία, ενώ το 2008 ο αριθμός των αλλοδαπών που αποφάσισαν να διεκδικήσουν τη γερμανική ιθαγένεια είχε επιστρέψει στα προ του 2000 επίπεδα. Φαίνεται ότι η κοινωνικοοικονομική στασιμότητα  ενός τμήματος του μεταναστευτικού πληθυσμού έχει επιπτώσεις και στους ρυθμούς πολιτογράφησης. Ερευνητικά ευρήματα υποδεικνύουν ότι οι τουρκικής καταγωγής μετανάστες που επιδιώκουν συχνότερα την πολιτογράφηση είναι εκείνοι που έχουν επιτύχει κάποιο βαθμό κοινωνικής ενσωμάτωσης. Οι πλέον περιθωριοποιημένοι ενδέχεται να ανταποδίδουν την απόρριψη που εισέπραξαν και να έχουν το βλέμμα στραμμένο είτε σε επόμενο μεταναστευτικό προορισμό είτε στον επαναπατρισμό. Σε κάθε περίπτωση επίσης επισημαίνονται τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η απόκτηση της γερμανικής ιθαγένειας στην αγορά εργασίας και σε ό,τι αφορά τη μισθολογική εξέλιξη.

Είναι έτσι καθαρό ότι η πολιτογράφηση αξιοποιείται συχνότερα από μετανάστες που βρίσκονται περί το μέσο της ενταξιακής τους πορείας. Δεν αποτελεί επομένως –όπως ισχυρίζονται κάποιοι σχολιαστές– το επιστέγασμα των πολιτικών ενθάρρυνσης της ένταξης αλλά θα πρέπει να συνιστά ενδιάμεσο τμήμα τους.

Οι διεθνείς αυτές εμπειρίες αλλά και τα δεδομένα που παράγει η οικονομική ύφεση αναδεικνύουν την ανάγκη να συνδυαστεί η μεταρρύθμιση του ελληνικού κώδικα ιθαγένειας με μια νέα δέσμη πολιτικών ενίσχυσης της κοινωνικής ένταξης των νέων, υποστήριξης της παραμονής τους στο εκπαιδευτικό σύστημα γενικότερα και στην τεχνική εκπαίδευση ιδιαίτερα, επιτήρησης των όρων εργασίας, δημιουργίας υποδομών και υπηρεσιών. 

Η πολιτική συμμετοχή των μεταναστών και το μέλλον του κέντρου της Αθήνας 

Μια άλλη διάσταση που δεν έχει συζητηθεί αφορά την κατάσταση στο κέντρο της Αθήνας και τη θετική επίδραση που θα έχει η πολιτική συμμετοχή των μεταναστών.  Γνωρίζουμε ότι οι παλαιότεροι κάτοικοι άρχισαν να εγκαταλείπουν τις γειτονιές του κεντρικού δήμου της Αθήνας πριν από τη δεκαετία του ’90 και τη μαζική έλευση μεταναστών. Αυτή ακριβώς η φυγή προς τα προάστια παρήγαγε την προσφορά φτηνής κατοικίας, η οποία προσέλκυσε την εγκατάσταση μεταναστών. Σήμερα όμως αυτές οι γειτονιές αδυνατούν να συγκρατήσουν ακόμη και τους πληθυσμούς που εισέρευσαν από το 1990 και μετά. Οι δημοτικές αρχές και το κράτος αδιαφορούν, γιατί δεν βλέπουν ψηφοφόρους μεταξύ των κατοίκων και επομένως δεν έχουν λόγους να αφιερώνουν πόρους για τη συντήρηση και αναβάθμιση των υποδομών και των υπηρεσιών. Με άλλα λόγια, έχει δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος μετατροπής κάποιων συνοικιών σε τόπους προσωρινής και μόνο εγκατάστασης νεοεισερχόμενων μεταναστών. Η παραχώρηση πολιτικών δικαιωμάτων στους μόνιμους μετανάστες (ακόμη και όσους δεν έχουν πολιτογραφηθεί) θα συμβάλει στην αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ κοινωνίας, πολιτικής κοινότητας και δημοτικής αρχής. Η εκπόνηση σχεδίων αναμόρφωσης αυτών των περιοχών, με την αντιπροσωπευτική συμμετοχή του συνόλου των σημερινών κατοίκων, είναι ο μόνος δρόμος αναβάθμισής τους, συγκράτησης του μόνιμου πληθυσμού και επιστροφής  παλαιότερων κατοίκων και δραστηριοτήτων. Αυτά τα μέτρα αντιστροφής της σημερινής πορείας ενδεχομένως θα επιτρέψουν την ανάδυση σε τοπικό επίπεδο συλλογικών ικανοτήτων επίλυσης των συγκρούσεων και διευθέτησης των προβλημάτων.

Ο Περικλής Παπανδρέου έκανε σπουδές στις κοινωνικές επιστήμες στο πανεπιστήμιο του Sussex (ΜΑ), και στο LSE (PhD). Εργάζεται στο Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων ως υπεύθυνος του τμήματος Σχεδιασμού και Μελετών.

2 σκέψεις σχετικά με το “Μετανάστευση, ιθαγένεια και κοινωνική ένταξη: Ελληνική πραγματικότητα και διεθνής εμπειρία

  1. Πίνγκμπακ: 18 κείμενα των «Ενθεμάτων» για τον νόμο 3838, την ιθαγένεια, την ψήφο στους μετανάστες, την προσφυγή για αντισυνταγματικότητα στο ΣΤΕ. Κατάλογ

  2. Πίνγκμπακ: Κείμενα και συνεντεύξεις για την ιθαγένεια στα Ενθέματα | ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s