Ιθαγένεια και μετανάστευση: Να μετατοπίσουμε το κατώφλι του αποκλεισμού

Standard

Tων Δημήτρη Δημούλη και Δημήτρη Χριστόπουλου

Στις 4 Ιανουαρίου 2010, οι βουλευτές του ΛΑΟΣ κκ. Πλεύρης και Γεωργιάδης κατέθεσαν στη Βουλή την εξής ερώτηση προς τον υπουργό Μεταφορών:

«Ιδιαίτερα ανησυχητικές και επικίνδυνες διαστάσεις έχει λάβει τον τελευταίο καιρό η μεταφορά παρανόμων εμπορευμάτων από αλλοδαπούς ιδίως εξ Αφρικής στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς στην Αθήνα. Οι αλλοδαποί ως επί των πλείστων [sic] λαθρομετανάστες μεταφέρουν τεράστιους σάκους με διάφορα είδη, με αποτέλεσμα να καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος των οχημάτων (λεωφορεία ή τρόλεϊ) και των συρμών (ΗΣΑΠ και Μετρό). Το επιβατικό κοινό αναγκάζεται να συνωστίζεται εξ αιτίας αυτής της κατάστασης, πολλοί επιβάτες είναι αδύνατον να επιβιβαστούν λόγω του ότι δεν υπάρχει χώρος, ενώ δεκάδες είναι και τα ατυχήματα τα οποία έχουν προκληθεί εξ αιτίας των σάκων οι οποίοι εμποδίζουν την διέλευση, την επιβίβαση και την αποβίβαση των επιβατών. Συνεπώς ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός, Πως προτίθεστε να αντιμετωπίσετε το σοβαρό αυτό πρόβλημα τόσο στο Μετρό και στον ΗΣΑΠ, όσο και στις λεωφορειακές γραμμές και τα τρόλεϊ;».

Οι ερωτώντες βουλευτές μπορούν να είναι υπερήφανοι: μάλλον κατέθεσαν την πιο ρατσιστική επερώτηση από καταβολής του ελληνικού Kοινοβουλίου. Η απάντηση στον απροκάλυπτο –στα όρια του κωμικού και ποινικά κολάσιμου– ρατσιστικού λόγου δεν μπορεί να είναι μισόλογα. Ούτε μπορεί να αγνοήσει τη βαθιά ταξικότητα της εν λόγω οπτικής, μια και οι ερωτώντες δεν επιθυμούν την καταστολή αλλοδαπών εν γένει, αλλά εκφράζουν περιφρόνηση και μίσος για αλλοδαπούς που εντάσσονται στα κατώτερα στρώματα της εργατικής τάξης. Ως γνωστόν, οι δυτικοευρωπαίοι μάνατζερ που διαμένουν στα Βόρεια Προάστια δεν συνηθίζουν να κουβαλούν στην πλάτη τους και με τρόλεϊ τα εμπορεύματα που πωλούν. Συνέχεια ανάγνωσης

Από το φεμινιστικό κίνημα στον θεσμοθετημένο φεμινισμό

Standard

της Ελένης Γιαννακοπούλου

Στη δεκαετία του 1970 ο αγώνας για τα δικαιώματα των γυναικών και οι περισσότερες εκδοχές του ριζοσπαστικού φεμινιστικού κινήματος, στη Δυτική Ευρώπη και στις ΗΠΑ, ανέπτυξαν στον λόγο και στη δράση τους μια πλήρη αντίθεση στους κρατικούς θεσμούς, θεωρώντας τους μηχανισμούς πατριαρχίας και αποκλεισμού των γυναικών από τη δημόσια ζωή. Με την παρουσία τους διακριτή από το κράτος, αλλά και από τα πολιτικά κόμματα και τα εργατικά συνδικάτα, δεν διεκδίκησαν να επηρεάσουν το κράτος και τις πολιτικές του, αλλά να τροποποιήσουν τις κυρίαρχες κοινωνικά απόψεις για το φύλο και το ρόλο των γυναικών. Στις επόμενες δεκαετίες του ’80 και του ’90 η διεκδίκηση των φεμινιστικών αιτημάτων, ιδίως στην Ευρώπη, μεταφέρθηκε στους κρατικούς, πολιτικούς και εργατικούς θεσμούς, διεκδικώντας τη συμμετοχή των γυναικών στα κέντρα λήψης των αποφάσεων και θεωρώντας ότι ένα είδος θεσμοθετημένου φεμινισμού μπορεί να είναι αποτελεσματικό. Στην Ελλάδα η πορεία αυτή εμφάνισε μια χρονική υστέρηση λόγω της δικτατορίας, αλλά, τηρουμένων των αναλογιών, είχε μια ανάλογη εξέλιξη.

Φωτογραφία του Ουίλιαμ Κλάιν

Φωτογραφία του Ουίλιαμ Κλάιν

Η στροφή αυτή, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, είχε για πολλά αιτήματα θετικά αποτελέσματα. Ιδρύθηκαν γραφεία ισότητας σε επίπεδο κρατικών και αυτοδιοικητικών οργανισμών με ποικίλες σε έκταση και περιεχόμενο δραστηριότητες, τμήματα ισότητας σε κόμματα και συνδικάτα, κρατικά χρηματοδοτούμενα κέντρα μελετών και πανεπιστημιακά τμήματα γυναικείων σπουδών. Όλοι αυτοί οι θεσμοί ισότητας επηρέασαν θετικά τις κρατικές πολιτικές και μια γενικότερη αξιολόγηση της ευρωπαϊκής, αλλά και της ελληνικής εμπειρίας, καταλήγει σε θετική αποτίμηση των εξελίξεων αυτών. Σήμερα, πολλά από τα θεσμικά και αρκετά από τα κοινωνικά εμπόδια, τα οποία περιόριζαν τη συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική δραστηριότητα έχουν αρθεί, με χαρακτηριστικά ελληνικά επιτεύγματα τη ριζική τροποποίηση του οικογενειακού δικαίου (1983) και τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων (1986). Συνέχεια ανάγνωσης

Νοσηρά συμπτώματα: η υγεία στον καπιταλισμό

Standard

Συνέντευξη του Κολιν Λις

μετάφραση: Κατερίνα Λαμπρινού 

Η συνέντευξη του Κόλιν Λις, που μαζί με τον Λίο Πάνιτς είναι οι επιμελητές του Socialist Register (SR), δόθηκε με την ευκαιρία της φετινής έκδοσης του SR, η οποία είναι αφιερωμένη στο ζήτημα της υγείας (Morbid symptoms: Health under capitalism). Τη συνέντευξη πήρε ο Γκρεγκ Άλμπο, καθηγητής πολιτικής οικονομίας, στο Πανεπιστήμιο του Γιορκ του Τορόντο, για λογαριασμό του Socialist Project, του μεγαλύτερου δικτύου αριστερών καναδών ακτιβιστών και διανοούμενων. Το πλήρες κείμενο της συνέντευξης (στα “Ενθέματα” δημοσιεύεται με μικρές περικοπές) είναι προσιτό στο ηλεκτρονικό δελτίο τού Socialist Project, The Bullet, 20.11.2009. Ας θυμίσουμε ότι το SR πρωτοκυκλοφόρησε το 1964 από τους αείμνηστους Ραλφ Μίλιμπαντ και Τζον Σάβιλ και από τότε σταθερά υπηρετεί τον διάλογο ανάμεσα σε διανοούμενους της μη δογματικής και κυρίως ριζοσπαστικής Αριστεράς. Με καθαρή την πεποίθηση ότι η «επανάληψη του δογματισμού δεν μπορεί να αποτελεί απάντηση στα προβλήματα του παρόντος», το SR φιλοξένησε συμβολές σημαντικότατων διανοητών από όλο τον κόσμο. Το SR εκδίδεται ή έχει κατά καιρούς εκδοθεί στην Ιταλία, την Ισπανία, την Κορέα, την Ινδία, την Τουρκία, τη Βραζιλία, τη Ν. Αφρική κ.α. Στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Σαββάλας κυκλοφορούν οι τόμοι: The New Imperial Challenge, The Empire Reloaded, Telling the Truth, Coming to Terms with Nature, Global Flashpoints: Reactions to Imperialism and Neoliberalism, Violence Today: Acturally Εxisting Barbarism. Περισσότερα στο www.merlingpress.co.uk και στο www.savalas.gr 

1

Ο ετήσιος τόμος του Socialist Register με τίτλο Νοσηρά Συμπτώματα: η υγεία στον καπιταλισμό (επιμ. Leo Panitch και Colin Leys) παρέχει μια ριζοσπαστική αποτίμηση της υγείας στον καπιταλισμό, επιδιώκοντας μια συστηματική περιγραφή της ανταγωνιστικής σχέσης μεταξύ καπιταλισμού και ανθρώπινου σώματος, του τρόπου που η σύγχρονη υγειονομική περίθαλψη έχει διαβρωθεί σε βάθος από τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό και των τρόπων με τους οποίους οι εργαζόμενοι στον χώρο της υγείας, οι ακτιβιστές και οι σοσιαλιστές αγωνίζονται και ακολουθούν εναλλακτικές πορείες αλληλεγγύης για την ανθρώπινη υγεία. 

Ποια είναι τα κεντρικά θέματα που θίγει το νέο Socialist Register; 

Βίλι Μπαουμάιστερ, «Μορφές σε μπλε φόντο», 1952

Βίλι Μπαουμάιστερ, «Μορφές σε μπλε φόντο», 1952

Κόλιν Λις: Υπάρχουν στην πραγματικότητα δύο κεντρικά ζητήματα. Αφενός η ανάγκη να επικεντρωθούμε στη μαχητική εκστρατεία που διεξάγεται από το κεφάλαιο –τη βιομηχανία ασφαλίσεων υγείας, τη φαρμακευτική και βιοτεχνολογική βιομηχανία και τις εταιρείες υγειονομικής περίθαλψης–για να διαλυθούν τα κρατικά συστήματα υγείας, στις χώρες όπου υφίστανται, και να μετατραπούν σε πεδία συσσώρευσης. Σε χώρες με μεσαίο και υψηλό εισόδημα οι δυνητικές αγορές αντιστοιχούν στο 7 έως 12% του εθνικού εισοδήματος. Ίσως και παραπάνω. Η δύναμη των επιχειρήσεων που κινούνται στον χώρο των υπηρεσιών δημόσιας υγείας είναι τεράστια και συνεχώς διευρύνεται. Στον Καναδά και το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και σε άλλες ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, αποτελούν παράγοντες εξαιρετικής σημασίας για την αναδιάρθρωση των κρατών πάνω σε νεοφιλελεύθερους άξονες, η οποία, λίγο έως πολύ, προωθείται τα τελευταία τριάντα χρόνια σε όλες τις χώρες, ενώ όλο και περισσότερο εγκαθίσταται στην καρδιά του σχεδιασμού της κυβερνητικής πολιτικής. Τα υπουργεία Υγείας και τα διάφορα σχετικά τμήματα έχουν συρρικνωθεί και ο πολιτικός σχεδιασμός παραδίνεται στον ιδιωτικό τομέα, του οποίου το προσωπικό είτε αναλαμβάνει χρέη συμβούλου είτε καταλαμβάνει κυβερνητικές θέσεις, ενώ παράλληλα υπουργοί και δημόσιοι υπάλληλοι με πολυετή πείρα σπεύδουν να αναλάβουν επικερδείς θέσεις στον ιδιωτικό τομέα. Το σύνορο ανάμεσα στο δημόσιο και ιδιωτικό συμφέρον συνεχώς επικαλύπτεται, ειδικά όσον αφορά την υγεία. Αυτό δεν έχει γίνει πέρα για πέρα αντιληπτό. Συνέχεια ανάγνωσης

Πειραματόζωα σε φαύλο κύκλο

Standard

Εθνικές και ευρωπαϊκές πολιτικές για την κρίση. Αναζητώντας μια αριστερή στρατηγική-1

Δημοσιεύουμε σήμερα τα κείμενα του  Μάκη Καβουριάρη και του Βασίλη Πεσμαζόγλου, που εντάσσονται στη σειρά άρθρων σχετικά με την αναζήτηση μιας αριστερής πολιτικής στρατηγικής για την οικονομική κρίση, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο∙ την επόμενη Κυριακή θα δημοσιευθεί το κείμενο της Μαρίας Καραμεσίνη.

«Ε»

του Μάκη Καβουριάρη

Τα περιθώρια άσκησης εθνικής πολιτικής 

Περιορισμένα θα έλεγα. Στην ευρωζώνη η νομισματική πολιτική ασκείται κατ’ αποκλειστικότητα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Γερμανία, όπως θα δούμε παρακάτω,  δεν  είναι διατεθειμένη να δεχτεί αλλαγές στην υπάρχουσα κατάσταση. Παρά το γεγονός ότι μας καταλογίζουν την κρίση του ευρώ, ακόμα και τον κίνδυνο διάλυσης της ΟΝΕ, η επιρροή μας στην διαμόρφωση της νομισματικής πολιτικής είναι ελάχιστη. Μικρότερη και από τη συμβολή μας στο ΑΕΠ της ευρωζώνης, που και αυτή δεν υπερβαίνει το 3%.

Η δημοσιονομική μας πολιτική προσδιορίζεται από τα όρια που επιβάλει το Σύμφωνο Σταθερότητας για τα δημόσια ελλείμματα και το χρέος. Και στο σημείο αυτό βλέπουμε ότι ο τρόπος που μας αντιμετωπίζουν είναι αμείλικτος.

Αν όμως μια χώρα έχει δεμένα τα χέρια της στο πεδίο της νομισματικής και της δημοσιονομικής πολιτικής, δεν μπορεί να ασκήσει με κυρίαρχο τρόπο την οικονομική και κοινωνική πολιτική, που θα της επιτρέψει να αντιμετωπίσει τα οικονομικά και κοινωνικά της προβλήματα. Ιδιαιτέρως σε περιόδους ύφεσης, όπου τα μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής παίζουν καθοριστικό ρόλο για την ανάκαμψη της οικονομίας.

Φερνάν Λεζέ, «Σύνθεση με δύο παπαγάλους», 1935-1939

Φερνάν Λεζέ, «Σύνθεση με δύο παπαγάλους», 1935-1939

Σε ό,τι αφορά στην αντιμετώπιση της κρίσης από την κυβέρνηση, πιστεύω ότι ο εμπροσθοβαρής προσανατολισμός του προγράμματος σταθερότητας και ανάπτυξης ήταν μεγάλο λάθος. Για την όσο το δυνατόν γρηγορότερη αποκατάσταση της αξιοπιστίας μας επιλέχθηκε, για το 2010, μείωση του ελλείμματος κατά 4% του ΑΕΠ, δηλαδή κατά 9,6 δισ. ευρώ. Για τα δε δύο επόμενα έτη κατά 3% στο πρώτο και ό,τι θα περίσσευε στο δεύτερο. Με τα μέτρα που έχουν προταθεί μέχρι στιγμής, είναι αδύνατη η επίτευξη αυτού του στόχου. Αντίθετα, αν ο προσανατολισμός του προγράμματος ήταν οπισθοβαρής, με 3% το 2010 και το 2011 και 4% το 2012, η επίτευξη του στόχου για το 2010 θα ήταν εφικτή ή σχεδόν εφικτή. Θα μπορούσαμε δε, το 2012, με καλύτερες προϋποθέσεις από ό,τι σήμερα (μεγαλύτερη δανειοληπτική ικανότητα και ανάκαμψη της οικονομίας), να επιτύχουμε τη μείωση του ελλείμματος κατά 4%. Το 4% διαφέρει από το 3% κατά μία ολόκληρη μονάδα, δηλαδή κατά 2,4 δισ. ευρώ. Περίπου όσα μας λείπουν και για την κάλυψη των οποίων, υπό επιτήρηση, θα υποχρεωθούμε να πάρουμε και άλλα μέτρα, εξοντωτικά για μεγάλες κατηγορίες του πληθυσμού και με μεγάλο κοινωνικό κόστος και κινητοποιήσεις των εργαζομένων. Γιατί η συναίνεση έχει όρια.  Η κυβέρνηση, αναζητώντας την χαμένη αξιοπιστία μας στις αγορές και τους εταίρους μας στην ΟΝΕ, κινδυνεύει να χάσει την αξιοπιστία της σ’ αυτούς που για μια ακόμα φορά καλούνται να πληρώσουν την κρίση. Συνέχεια ανάγνωσης

Με αφορμή ένα ασανσέρ: η Ελλάδα, η κρίση και η ΟΝΕ

Standard

Εθνικές και ευρωπαϊκές πολιτικές για την κρίση. Αναζητώντας μια αριστερή στρατηγική-2

Tου Βασίλη Πεσμαζόγλου

Φεβρουάριος 2010, Ευαγγελισμός. Μπαίνω στο ασανσέρ. Ακολουθούν και άλλοι. Πολλοί. Ανάβει το λαμπάκι. Ο ανελκυστήρας  δεν ανεβαίνει. Πρέπει κάποιος να βγει. Κανείς δεν προθυμοποιείται. Μένουμε όλοι εκεί, καθηλωμένοι, περιμένοντας ποιος θα πάρει την πρωτοβουλία. Παραλυσία. Μικρογραφία της ελληνικής πολιτικοοικονομικής παθογένειας: το ζήτημα της κατανομής των βαρών της δημοσιονομικής προσαρμογής.

Γιώργος Βακαλό, «Ταυρομάχος»

Γιώργος Βακαλό, «Ταυρομάχος»

Ή μήπως προσαρμογή δεν χρειάζεται; Κάτι τέτοιο διατείνονται ή υπονοούν ορισμένοι όταν, εστιάζοντας στο εξωτερικό, διαδηλώνουν ενάντια στο «κακό» Σύμφωνο Σταθερότητας. Ορισμένοι υποστηρίζουν ευθέως να βγούμε εκτός ευρωζώνης, πίσω στη δραχμή. Αυτό θα έσωζε ή θα επιδείνωνε την κατάσταση; Ας κοιτάξουμε προς Ουγγαρία ή Λετονία. Ας θυμηθούμε το πρόσφατο παρελθόν ενός φαύλου κύκλου πληθωρισμού-υποτίμησης, όπου μισθοί και (κυρίως) συντάξεις προσπαθούσαν ασθμαίνοντας να παρακολουθήσουν τον τιμάριθμο.

Με την είσοδο στην ΟΝΕ, ελλείψει νομισματικής πολιτικής, περιοριστήκαμε στη δημοσιονομική. Ο προϋπολογισμός, ακόμα και στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας, παρέχει σημαντικά περιθώρια. Μπορείς να έχεις «πολύ κράτος» (μεγάλες δαπάνες, υψηλή φορολογία) ή «μικρό κράτος» (χαμηλές δαπάνες, περιορισμένη φορολογία). Επιλέγεις εσύ πού δαπανάς (εξοπλισμοί, καταβόθρα Ολυμπιακών Αγώνων, φαραωνική εκτροπή Αχελώου), πώς φορολογείς (έμμεσοι-άμεσοι φόροι).

Οι Έλληνες κρατούντες επέλεξαν επί παχειών αγελάδων (2000-2008) να λυμαίνονται, αντί να εξοικονομούν. Με τις ισχνές, όπως και πολλά μέλη της ΟΝΕ, υπερβήκαμε το όριο του 3% του Συμφώνου Σταθερότητας: το ΑΕΠ μειώθηκε, συμπαρασύροντας τα φορολογικά έσοδα, επηρεάζοντας διττά το κλάσμα Δαπάνες-Έσοδα/ΑΕΠ. Η Ελλάδα συνδυάζει θεαματικά ελλείμματα-χρέος με χαμηλή ανταγωνιστικότητα. Λόγω αυτών, αλλά και αναξιοπιστίας (στατιστικές λαθροχειρίες), βρισκόμαστε υπό επιτήρηση. Κάτοχοι ελληνικών ομολόγων θέλουν να διασφαλιστούν, οι δε εταίροι μας να προστατέψουν την ΟΝΕ. Πρόσφορο έδαφος για κερδοσκοπία και σκαρφάλωμα των spreads στις παγκοσμιοποιημένες νευρικές χρηματαγορές. Ας προστεθεί η αγγλοσαξονική πολιτικής έμπνευσης υπονόμευση του ευρώ. Συνέχεια ανάγνωσης

Με αφορμή την απόλυση

Standard

Του Στρατή Μπουρνάζου

Πάμπλο Πικάσο, «Οι δεσποινίδες της Αβινιόν»

Πάμπλο Πικάσο, «Οι δεσποινίδες της Αβινιόν»

Πριν ενάμιση μήνα οι εκδόσεις Άγρα απέλυσαν τον Ντίνο Παλαιστίδη. Κατά τoν εκδότη για «αντισυμβατική, αντιδεοντολογική συμπεριφορά και άρνηση εκτέλεσης καθήκοντος»∙ κατά τον απολυμένο και το σωματείο του, επειδή διεκδίκησε τα δικαιώματά του, προσφεύγοντας στην Επιθεώρηση Εργασίας. Ακολούθησαν απεργία των εργαζόμενων, καταγγελίες εναντίον της Άγρας, διαμαρτυρίες. Μέχρις εδώ, για μένα, εκτός από τη διεκδίκηση της επαναπρόσληψης, δεν θα υπήρχε κανένα ζήτημα να σχολιάσω. Ωστόσο, όσα ακολούθησαν, με αφετηρία το κείμενο των 48 διανοουμένων, θέτουν ένα γενικότερο ζήτημα: Με ποια κριτήρια τοποθετούμαστε;

Θεωρώ ότι κριτήριο δεν μπορεί να είναι ούτε η προσφορά του καθενός (η μεγάλη προσφορά της Άγρας και του Πετσόπουλου στα ελληνικά γράμματα ή η αντίστοιχη  του Παλαιστίδη στον ανεξάρτητο συνδικαλισμό: είναι ο άνθρωπος που ανάστησε το Σωματείο Βιβλίου-Χάρτου), ούτε ποιον γνωρίζει ο καθένας μας, ούτε μόνο μια επισταμένη διερεύνηση των περιστατικών. Πρέπει να αναζητήσουμε και κριτήρια γενικότερα — άλλωστε όταν μαθαίνουμε καθημερινά για απολύσεις και απεργίες δεν είναι δυνατόν να προβαίνουμε σε εξονυχιστικές έρευνες για τα καθέκαστα, ως προϋπόθεση της τοποθέτησής μας. Συνέχεια ανάγνωσης

Ελληνική εθνική ανεξαρτησία ή πολιτική αυτονομία της Ελλάδας;

Standard

Του Νικου Κοταριδη

Δεν πρόκειται για λογοπαίγνιο. Είναι όμως τραγικό: Η Αριστερά οφείλει να υπερασπιστεί τον δημόσιο χώρο, αυτόν που διαχειρίζονται οι εθνικές δυνάμεις του δικομματισμού, αυτοί που μας οδήγησαν στην ουσιαστική αναίρεση της πολιτικής μας αυτονομίας. Πού καταντήσαμε!  Εδώ και κάτι αιώνες, το εθνικό κράτος λογίζεται ως ενσάρκωση και εγγυητής της πολιτικής αυτονομίας του έθνους, ενός πολιτικού υποκειμένου ικανού να διεκδικεί και να απολαμβάνει πολιτική αυτονομία. Μάλιστα, το Σύνταγμα, όπως και κάθε άλλη ιδρυτική και καταστατική συνθήκη, είναι υπεράνω εσωτερικών διαφοροποιήσεων και δεν συναρτά την άσκηση της εξουσίας με κατεστημένες κοινωνικές ιεραρχίες. Σε κάθε περίπτωση, παρά τις εμπειρίες και τις ιστορικές πραγματικότητες, συνιστά εθνική ύβρι η αναγωγή επιμέρους συμφερόντων στο καθεστώς του εθνικού. Έτσι, ο «αταξικός» και, στο επίπεδο των πολιτικών τουλάχιστον δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, «εξισωτικός» χαρακτήρας του εθνικού κράτους συνιστά εξαρχής τον κοινό παρονομαστή των εθνικισμών παντός καιρού. Η Αριστερά βέβαια, ιδίως στις αναρχοκομμουνιστικές της εκδοχές, και χωρίς να εγκαταλείπει τις εξισωτικές αξιώσεις της πολιτείας μας, υποσημείωνε ανέκαθεν ότι ανάλογες αντιλήψεις   συντρέχουν την ταξική εκμετάλλευση.

Χαρακτικό του Ότο Νίκελ, από το λεύκωμα «Πεπρωμένο» (1932).

Χαρακτικό του Ότο Νίκελ, από το λεύκωμα «Πεπρωμένο» (1932).

Η αφετηριακή αντίληψη της Αριστεράς περί της σχέσεως κράτους και ταξικότητας, την τοποθέτησε εκτός των πολιτικών κέντρων όπου διαμορφώνεται το εθνικό συμφέρον, μόνιμο ή περιστασιακό. Αρχής γενομένης από τον εθνάρχη Βενιζέλο έως τον Μεταξά, από τις μετακατοχικές κυβερνήσεις έως το μπλοκ των εθνικών δυνάμεων που απέκλεισε τον Κωνσταντόπουλο από την Προεδρία της Δημοκρατίας, Αριστερά σε όλες τις εκδοχές της και εθνικό σε όλες τις παραλλαγές του δεν πολυταίριαξαν. Είτε γιατί η συνάντηση αυτή δοκίμαζε τον ταξικό χαρακτήρα του κράτους είτε γιατί ο διεθνισμός της Αριστεράς δεν έτυχε ανάλογης με τον διεθνισμό του κεφαλαίου νομιμοποίησης στο εσωτερικό της χώρας  είτε, τέλος, γιατί ποτέ δεν συναίνεσε η Αριστερά στην «εθνική» φύση ταξικών συμφερόντων ούτε στη νόθευση των καταστατικών αρχών της πολιτείας. Δεν είναι παράξενο που και τώρα το εθνικό συμφέρον είναι περίπου οι συμπτώσεις του τρικομματισμού. Συνέχεια ανάγνωσης