Καταδικασμένες οι αδύνατες χώρες της ευρωζώνης, εκτός εάν…

Standard

Εθνικές και ευρωπαϊκές πολιτικές για την κρίση: Αναζητώντας μια αριστερή στρατηγική-2

του Παυλου Κλαυδιανού

 

Tα περιθώρια άσκησης εθνικής πολιτικής

Βέρνερ Σολτς, «Οι θρηνούντες», 1930

Βέρνερ Σολτς, «Οι θρηνούντες», 1930

1. Η συζήτηση για τη δημοσιονομική κρίση της Ελλάδας, τα όρια που έχει για να αναζητήσει λύσεις, το πώς αυτά συνδέονται με την αντίληψη περί οικονομικής πολιτικής της Κομισιόν και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με τη θεσμική πραγματικότητα της Ε.Ε., τη διεθνή κρίση και τα ενδογενή προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, είναι συζήτηση εξελισσόμενη. Είναι ένα ενδιαφέρον σίριαλ γεμάτο με λίγες αλήθειες, ψίθυρους και πολλά ψέματα. Αρχικά, εμφανίστηκε σαν ένα αμιγώς ελληνικό πρόβλημα. Επιπλέον, ως πρόβλημα που λειτουργεί αποσταθεροποιητικά για το ευρώ. Στη συνέχεια, οι πιο σοβαροί, υποστήριξαν ότι «πρέπει να πάρουμε μέτρα, για να μπορούμε να διεκδικήσουμε τα δίκαιά μας», μετά, στα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. Τώρα, και επειδή, ιδίως στο Διεθνή Τύπο, η συζήτηση με τη βοήθεια και οικονομολόγων ή οικονομικών αναλυτών μεγάλου βεληνεκούς ισορρόπησε, γίνεται πιο ουσιαστική. Υπάρχει ένα μείζον ζήτημα στη θεμελίωση της ευρωζώνης, συνδεόμενο με την οικονομική πολιτική που εφαρμόζει και με την οικονομική κρίση, το οποίο ανέδειξε με δραματικό τρόπο η ελληνική περίπτωση. Αποδείχθηκε ότι η ευρωζώνη έχει πολλούς αδύνατους κρίκους και παράγει συνεχώς νέους.

Τα όρια της οικονομικής φιλοσοφίας της Ε.Ε.

2. Άρα, δεν είναι μόνο το καθεστώς επιτήρησης, που είναι πράγματι ασφυκτικό και «ηλίθιο», με την έννοια που είχε ο Πρόντι χαρακτηρίσει το Σύμφωνο Σταθερότητας, ότι δηλαδή δεν μπορεί να αντιληφθεί καμιά ιδιαιτερότητα. Είναι επιπλέον τα μέτρα πολιτικής που επιβάλλει στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, όπως και η θεσμική αδυναμία να παρθούν άλλα, έστω και μετριοπαθή. Στην οικονομική κρίση, που μέρος της, και όχι το δραματικότερο, είναι και η δημοσιονομική κρίση, εφόσον η ανεργία έχει ξεπεράσει το 10%, ήλθε μια στιγμή που νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και ευρωπαϊκή ενοποίηση, ταυτιζόμενες, είχαν προκαλέσει σοβαρά ρήγματα στην αξία της ευρωπαϊκής προοπτικής. Είχαν διαμορφώσει τους «χαμένους» και «κερδισμένους» της διαδικασίας ενοποίησης. Μάλιστα, από ένα σημείο και πέρα, τους «χαμένους» και «κερδισμένους» μεταξύ χωρών-μελών. Το μόνο που έκανε η Ε.Ε. για ν’ αντιμετωπιστεί η κρίση, είναι ισχυρές κρατικές παρεμβάσεις για να διασωθεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα, η περαιτέρω απελευθέρωση της αγοράς εργασίας και η μετατόπιση της οικονομικής πολιτικής στα κράτη-μέλη. Εκείνη όμως κρατούσε τη νομισματική πολιτική και διατηρούσε ως άτεγκτο οδηγό το, έστω και τραυματισμένο, Σύμφωνο Σταθερότητας. Αυτό για τις αδύνατες χώρες της ευρωζώνης ήταν ένα διπλά δυσμενές πλαίσιο άσκησης πολιτικής. Ιδίως σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία είχε ήδη έντονα διαρθρωτικά προβλήματα, που βάδιζε όντως προς το αδιέξοδο, με ευθύνη των δυνάμεων του δικομματισμού. Πράγματι, λοιπόν, τίθεται οξύ ζήτημα άσκησης, όχι απλώς εθνικής, αλλά ορθολογικής οικονομικής πολιτικής, με δεδομένα τη διεθνή κρίση, τη συμμετοχή της ελληνικής οικονομίας σε μια νομισματική ένωση και τα οξυμένα διαρθρωτικά προβλήματά της.

Η οικονομική κρίση μπορούσε να αποτελέσει μια ικανή αφορμή ώστε οι κυρίαρχες δυνάμεις στην Ε.Ε. να επανεξετάσουν την πολιτική που ασκούσαν, καθώς είχε πια σαφή καταστροφικά αποτελέσματα. Ειδικότερα οι σοσιαλδημοκράτες, εφόσον έλεγαν ότι απλώς διαχειρίζονται τα πράγματα ασκώντας νεοφιλελεύθερη πολιτική, αν και οι ίδιοι δεν είναι νεοφιλελεύθεροι. Όμως, δεν άλλαξε τίποτε. Οι επιπτώσεις είναι δραματικές. Η οικονομική πολιτική της Ε.Ε. υπολείπεται κι αυτής του Ομπάμα. Επιδιώκει να περισώσει τον χρηματοπιστωτικό μηχανισμό, αλλά ασκεί ακόμη μεγαλύτερη πίεση στο κοινωνικό κράτος και στις δυνάμεις της εργασίας (ύψος μισθού, σχέσεις εργασίας). Τα στοιχεία δηλαδή που όρισαν την πολιτική η οποία χαράχθηκε για την αντιμετώπιση της κρίσης είναι το ιδεολογικό και το ταξικό. Εκτιμήθηκε, μάλιστα, ότι ως στόχοι είναι πιο εύκολα επιτεύξιμοι στις συνθήκες της κρίσης. Αυτό κρίνουν, ίσως, ότι είναι αναγκαίο στο Νότο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που καθυστερεί στη νεοφιλελεύθερη προσαρμογή, και έτσι η Ελλάδα έπαιξε και τον ρόλο του παραδείγματος. Προσφερόταν ασφαλώς, διότι η οικονομία της όντως έχει σοβαρά προβλήματα.

Αν θα θέλαμε να κωδικοποιήσουμε τα όρια μέσα στα οποία καλείται ο Νότος –και όχι μόνο– να αντιμετωπίσει την κρίση δεν πρόκειται απλώς για ύφεση, εξαιτίας του τρόπου που θα μειωθούν τα ελλείμματα και το χρέος και αυτών που θα κληθούν να πληρώσουν, αλλά και για μονεταριστική προσέγγιση, εφόσον ορίζει ακριβό χρήμα και για το κράτος και για τις επιχειρήσεις και για τα νοικοκυριά. Ιδιαίτερα για χώρες όπως η Ελλάδα, που είναι ανάγκη επείγουσα να ακολουθήσουν μια πολιτική αναδιάρθρωσης, αναζωογόνησης και ανάπτυξης της παραγωγικής βάσης και ταυτόχρονα μείωσης των ανισοτήτων.

Μια αριστερή πολιτική στρατηγική για την οικονομία στην Ευρώπη

3. Νομίζω ότι τα εμπόδια είναι τρία για μια αριστερή πολιτική στρατηγική για την οικονομία στην Ευρώπη. Το πρώτο είναι, ασφαλώς, η κυριαρχία της Δεξιάς η οποία συγκυβερνά με τους σοσιαλιστές που έχουν απομακρυνθεί από κάθε προσπάθεια να ασκηθεί έστω και η πιο μετριοπαθής κεϋνσιανή πολιτική. Το δεύτερο είναι ένα πλέγμα δυνάμεων που έχει διαμορφωθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση από θεσμούς που επιβάλλουν αρνητικές, νεοφιλελεύθερες πολιτικές, τις αγορές που έχουν αναγορευθεί θεσμικά ή ντε φάκτο σε δυνάμεις πειθαρχίας (οίκοι αξιολόγησης κ.τ.λ.), καθώς και μεγάλες επιχειρήσεις. Κάθε χώρα καλείται να λύσει το πρόβλημά της, ενώ της έχουν αφαιρεθεί κρίσιμα εργαλεία. Το τρίτο εμπόδιο είναι η μειωμένη ικανότητα της Αριστεράς και των συνδικάτων να συγκροτήσουν εναλλακτικές προτάσεις και ταυτόχρονα να επιδείξουν τη μαχητικότητα και τον συντονισμό που απαιτείται πανευρωπαϊκά, για να επηρεάσουν τις εξελίξεις.

Νομίζω ότι αυτό μπορεί να επιδιωχθεί και τώρα ακόμη, και είναι εξαιρετικά επείγον για τρεις λόγους. Πρώτον, διότι η κρίση δεν έχει ξεπεραστεί, παρά τα όσα λέγονταν τελευταία, ότι είμαστε στην αρχή της ανόδου. Το προηγούμενο Σαββατοκύριακο στον Καναδά, οι υπουργοί Οικονομικών των G7 συνεδρίασαν μαζί με τους κεντρικούς τραπεζίτες, και, αλλάζοντας άποψη, συμφώνησαν ότι «η ανάκαμψη είναι ανομοιογενής και παραμένει εξαρτημένη από τη στήριξη της πολιτικής», δηλαδή της χαλαρής νομισματικής πολιτικής –για το χρηματοπιστωτικό τομέα, εννοείται, όχι την παραγωγή, τις επενδύσεις, τα νοικοκυριά– και τα δημοσιονομικά πακέτα στήριξης. Η οικονομία βρίσκεται πάντοτε σε κατάσταση «μηχανικής υποστήριξης», όπως σημειώθηκε. Δεύτερον, διότι σοβαροί οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι θα έχουμε ξανά έξαρση της κρίσης λόγω, τώρα, της ασκούμενης πολιτικής. Τρίτον, διότι υπάρχει πια έντονη συζήτηση και στις παρυφές των δυνάμεων του συστήματος ή και στο εσωτερικό τους, που φαίνεται ότι αντιλαμβάνονται το αδιέξοδο και αναζητούν λύσεις. Η πρότασή μας θα απευθύνεται σε ολόκληρη την Ε.Ε. και θα θέτει επιτακτικά την ανατροπή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που ασκείται και πριν και μετά την κρίση, την κατάργηση του Συμφώνου Σταθερότητας, τη ριζική μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου, όπου λειτουργεί. Θα αναζητήσει τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που θα υποστηρίξουν τις προτάσεις. Θεσμικές αλλαγές και ανατροπές που υπηρετούν και την προοπτική μας για μια Ευρώπη της κοινωνικής αλληλεγγύης, σοσιαλιστική.

Η πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης, απάντηση στην κρίση;

4. Η κρίση ασφαλώς συνδέεται με το είδος της ενοποίησης που επιλέχθηκε και της οικονομικής πολιτικής που υιοθετήθηκε. Είναι μια καπιταλιστική κρίση και συνδέεται με την παγκοσμιοποίηση αυτή καθ’ εαυτή που, βεβαίως, όπως σημειώσαμε και στην αρχή, μαζί με τη διαδικασία ενοποίησης υπήρξαν παράλληλες ως διαδικασίες. Επιμένω στη διάκριση αυτή, διότι, αν δεν γίνει, τότε η προηγούμενη πρότασή μου για ανατροπή της πολιτικής που ασκείται και ριζική μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι προβληματική. Αυτή τη στιγμή, μπορούμε να προβάλουμε μαχητικά την πρότασή μας για μια Ευρώπη με προϋπολογισμό περί το 10% του ΑΕΠ, άρα δυνατότητα να μεταφέρει πόρους σε περιοχές που χρειάζεται και να δημιουργεί ανάπτυξη και απασχόληση. Με μια Κεντρική Τράπεζα που θα είναι πράγματι η τελευταία καταφυγή για δανεισμό των κρατών. Με ένα Σύμφωνο που θα εγγυάται ανάπτυξη, απασχόληση, δημοσιονομική σταθερότητα, κοινωνική αλληλεγγύη, προστατευμένο περιβάλλον. Με μια νομισματική ζώνη που, όχι μόνο δεν θα έχει πετάξει το σωσίβιο στη θάλασσα χάριν μονεταριστικής ορθοδοξίας, αλλά θα διασφαλίζει το σύστημα από την κερδοσκοπία και τη φοροδιαφυγή, που θα έχει στόχο την κοινωνική σύγκλιση κ.τ.λ.

Αυτή θα ήταν μια εντελώς διαφορετική Ευρώπη. Θα ήταν ικανή να υπερβεί την κρίση και να την αποτρέπει στο μέλλον. Ειδικά στην Ελλάδα χρειαζόμαστε μια πολιτική η οποία,  σε εύλογο χρόνο, θα υπερβεί συγχρόνως την αναπτυξιακή καχεξία και τη δημοσιονομική κρίση, ανατρέποντας και τις τεράστιες ανισότητες.

Ο Παύλος Κλαυδιανός είναι οικονομολόγος, στέλεχος της ΑΚΟΑ και συνεργάτης της εφημερίδας «Η εποχή»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s