Από δω και πέρα, εμπρός για μια Ελλάδα νέα…

Standard

Του Νίκου Κοταρίδη

Μια από τις πλέον δοκιμασμένες μεθόδους της εξουσίας είναι η απονομιμοποίηση των κοινωνικών διεκδικήσεων, μέσω της δημιουργίας εντάσεων στο εσωτερικό των εργαζομένων. Έγινε πια του συρμού και η πλέον ακραία εκδοχή αυτής της προπαγάνδας, το σκοτεινό μοτίβο «Έλληνες που χάνουν τη δουλειά τους – Ξένοι που παίρνουν τις δουλειές». Τώρα υποδαυλίζουν την ένταση ανάμεσα σε «δημοσίους υπαλλήλους, μήνας μπαίνει-μήνας βγαίνει» και «ξεκρέμαστους, εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα». Η Αριστερά βεβαίως αντιστάθηκε σθεναρά σε παρόμοιες προπαγανδιστικές εκστρατείες. Άξια Εστί η Αριστερά μας, και να το λέμε, που σηκώνει τις σημαίες της αλληλεγγύης και αποστρέφεται τη χαζομάρα εκείνων των αναλύσεων που ενοχοποιούν τα θύματα. Κι ας χάσουμε πάλι, τώρα που η ενοχοποίηση των εργαζομένων φέρνει και πάλι την Αριστερά στην τραγική θέση να εξαντλείται σε αυτονόητα.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, εξαγγέλλοντας πανηγυρικά την καταπολέμηση της διαφθοράς, θεσμοθετεί την απεχθή και αδιανόητη για τον πολιτισμό μας «ρουφιανιά του απατεώνα», η οποία εκτείνεται πλέον πέραν της συνδρομής στον Χρυσοχοΐδη και εγγίζει το σκασιαρχείο των υπαλλήλων. Και επειδή η Αριστερά ούτε υπέρ των τρομοκρατών ήταν τότε ούτε υπέρ των κοπανατζήδων είναι τώρα, είμαι βέβαιος ότι οι νομικοί μας θα απαντήσουν δεόντως.

Φερνάν Λεζέ, "Αφηνιασμένη αγελάδα"

Φερνάν Λεζέ, «Αφηνιασμένη αγελάδα»

Βέβαια, καμιά από τις διαδικασίες που προτείνει ο κ. υπουργός δεν μπορεί να εντοπίσει, να κατονομάσει και να καταλογίσει ευθύνες για το «πώς και πόθεν έσχεν» τη δύναμή του το ΠΑΣΟΚ ούτε το «πόθεν έσχε το δικό του πολιτικό κεφάλαιο» καθένας από αυτούς. Ούτε βεβαίως θα αναζητήσει (για να μην ξεχνάμε και τη Ζήμενς) «πρόθυμους πληροφοριοδότες» στα κόμματα. Όμως, τα αμφίβολης δημοκρατικής νομιμοποίησης μέτρα του υπουργού έχουν εδραίες αναφορές στην καθημερινότητα, στο σκοτεινό, τηλεοπτικό και ανορθολογικό πίσω μέρος του μυαλού των ανθρώπων. Η εξουσία ξέρει, εξού και η διατύπωση του παράδοξου διλήμματος: «υπέρ της τιμωρίας των διεφθαρμένων διά της ρουφιανιάς» ή «υπέρ της διαιώνισης της διαφθοράς», ανάλογο του μπερλοσκουνικού: «Κυκλοφορία του μαύρου χρήματος» ή «έλλειψη ρευστότητας στην αγορά»; Συνέχεια ανάγνωσης

Άμετρα μέτρα

Standard

του Νίκου Σαραντάκου

Άλλες φορές ψάχνεις πολύ να βρεις μια λέξη που να ξεχωρίζει από την τρέχουσα επικαιρότητα, τούτον το μήνα όμως είναι πανεύκολο, μια και υπάρχει μια λέξη πανταχού παρούσα: μέτρα. Μέτρα πρόσθετα απαιτούν οι Βρυξέλλες, μέτρα σκληρά έφερε στις βαλίτσες του ο Επίτροπος Όλι Ρεν, και τελικά η αναμενόμενη για τον Μάρτη (και γδάρτη) νέα ομοβροντία μέτρων, «με όποιο κόστος και πόνο», έπεσε προχτές: αύξηση φόρων, περικοπή επιδομάτων κι αποχαιρέτα τον, τον δέκατο τέταρτο που χάνεις· κι αν αυτά δεν φτάσουν, το πρόγραμμα προβλέπει άρση μονιμότητας και ορίου απολύσεων και αύξηση χρόνου συνταξιοδότησης.

 Μέσα σ’ αυτή τη μετρολαγνεία των κυβερνώντων –και πριν μας πιάσει μετροφοβία– ας διερευνήσουμε την ιστορία της λέξης. Η λέξη είναι αρχαία, ήδη ομηρική. Στον Όμηρο τα μέτρα είναι μονάδα μέτρησης της χωρητικότητας, όμως αλλού η λέξη χρησιμοποιείται στη στιχουργική (όπως και σήμερα), σημαίνει επίσης το μέτρο σύγκρισης, τον κανόνα· αλλά η διασημότερη αρχαία σημασία της λέξης μέτρον είναι η αρμόζουσα αναλογία, η συμμετρία, και το «μέτρον άριστον» που είπε ο Κλεόβουλος ο Λίνδιος και που εσείς κι εγώ το μάθαμε στο σχολείο «παν μέτρον άριστον» και που μπορεί σήμερα κάποιος λαθοθήρας να σας πει πως είναι λάθος να το λέτε έτσι.

Θα διαφωνήσω, διότι ναι μεν η αρχική μορφή της έκφρασης ήταν «μέτρον άριστον», αλλά αν κοιτάξουμε στην αρχαία και βυζαντινή γραμματεία θα δούμε ότι η έκφραση «παν μέτρον άριστον» είχε γίνει παροιμιακή ήδη από τα χρόνια του Μεγάλου Βασιλείου (ο οποίος τελειώνοντας μια επιστολή του γράφει: Αλλ’ ευχαριστήσαντες Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι πέρας επιθώμεν τω γράμματι, επειδή παν μέτρον άριστον, και η παροιμία φησίν, και επίσης «παν μέτρον άριστον» βρίσκουμε σε μια σειρά συγγραφείς (Ιωάννης Δαμασκηνός, Γ. Χοιροβοσκός, Μ. Ψελλός, Ν. Γρηγοράς), που μας πείθουν ότι εδώ και 1600 χρόνια η έκφραση είναι στο στόμα του λαού με τη μορφή «παν μέτρον άριστον», οπότε το να τη θεωρούμε λάθος δείχνει, θαρρώ, έλλειψη του μέτρου. Αλλά παρασύρθηκα. Συνέχεια ανάγνωσης

Η επιστροφή του Κατοχικού Δανείου: Ποιος έχει δίκιο σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο;

Standard

Του Αντώνη Μπρεδήμα

Τις τελευταίες μέρες, και με αφορμή τα γραφέντα σε μέρος του γερμανικού Τύπου σε βάρος τις Ελλάδας, ανασύρθηκαν από τα παλιά τεφτέρια οι απαιτήσεις της Ελλάδας από τη Γερμανία για τις πολεμικές επανορθώσεις και το Κατοχικό Δάνειο. «Παλιά τεφτέρια» για τις εκάστοτε, μετά το 1997, κυβερνήσεις, αν και σταθερά στην ατζέντα οργανώσεων όπως αυτή της οποίας προεδρεύει ο Μανώλης Γλέζος. Από την άλλη πλευρά, τη γερμανική, επαναπροβλήθηκε το χιλιομασημένο επιχείρημα της εξόφλησης των ελληνικών απαιτήσεων το 1961, ύψους 115 εκ. μάρκων. Σε κυβερνητικό επίπεδο είχαμε μια –πιθανότατα «στημένη»– απόκλιση θέσεων, με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης να θέτει το θέμα της επιστροφής του Κατοχικού Δανείου και την κυβέρνηση να «κρατά ανοικτό» το θέμα για το μέλλον. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν το ζήτημα του Κατοχικού Δανείου έχει πολιτική και μόνο διάσταση, όπως η περίπτωση των πολεμικών επανορθώσεων, ή εδράζεται σταθερά στους κανόνες του διεθνούς δικαίου.

Η σβάστικα κυματίζει στην Ακρόπολη (Βundesarchiv, Koblenz)

Η σβάστικα κυματίζει στην Ακρόπολη (Βundesarchiv, Koblenz)

Καταρχάς, θα πρέπει να λεχθεί ότι το Κατοχικό Δάνειο αποτελεί πράγματι «δάνειο», παρά το γεγονός ότι επιβλήθηκε στην Ελλάδα από τις δυνάμεις κατοχής (αναγκαστικό δάνειο). Στο νομικό επίπεδο, οι δυνάμεις κατοχής (Γερμανία, Ιταλία) είχαν τη δυνατότητα να αποσπάσουν από την Ελλάδα τα ποσά του δανείου ως «έξοδα κατοχής». Όμως, η ίδια η Γερμανία συνειδητοποίησε ότι η διατήρηση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας στην Ελλάδα ήταν η προϋπόθεση για την ισχυροποίησή της στη χώρα, ιδιαίτερα μετά τις εξελίξεις στο μέτωπο της Β. Αφρικής. Και αυτό δεν θα ήταν κατορθωτό με τη συνέχιση της αφαίμαξης από την Ελλάδα αυτών των τεράστιων ποσών (το κόστος κατοχής για την Ελλάδα αντιστοιχούσε στο 114% του ΑΕΠ της, ενώ σε άλλες κατεχόμενες χώρες το ποσοστό αυτό ήταν: 18% για την Ολλανδία, 24% για το Βέλγιο και 69% για τη Νορβηγία). Έτσι, προκειμένου να συνεχιστεί η χρηματοδότηση των στρατιωτικών δυνάμεων της Γερμανίας στην Ελλάδα (αλλά στην πράξη και σε άλλες περιοχές, όπως λ.χ. στη Βόρεια Αφρική), χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος του δανείου, ώστε να «ελαφρυνθεί» η κοινωνική πίεση σε βάρος των Ελλήνων, αφού τα δανεικά θα επιστρέφονταν κάποια στιγμή. Συνέχεια ανάγνωσης

Τα διλήμματα μιας αριστερής στρατηγικής για την Ευρώπη και ο ΣΥΡΙΖΑ

Standard

Μια συζήτηση των «Ενθεμάτων» με τον Γεράσιμο Μοσχονά

Το δίλημμα «προγραμματική» ή «αντισυστημική» αντιπολίτευση είναι ψευδές

Ένα από τα θέματα που απασχολούν τη συζήτηση στον ΣΥΡΙΖΑ σήμερα είναι «προγραμματική» ή «αντισυστημική» αντιπολίτευση. Το θίξατε πρόσφατα σε μια ομιλία σας.

Οι εκλογείς δεν διαβάζουν τα μακροσκελή προγράμματα. Επηρεάζονται όμως από τα «μεγάλα θέματα», από τις μεγάλες κεντρικές προτάσεις ενός κόμματος, όπως αυτές αναδεικνύονται από τους ηγέτες και τη δημόσια δράση του κόμματος, επηρεάζονται από τους ξεκάθαρους στόχους και τις ισχυρές ιδέες για την πορεία μιας χώρας ή ενός κοινωνικού τομέα. Οι πολιτικές ταυτότητες συγκροτούνται και μεταλλάσσονται γύρω από προγραμματικά και ιδεολογικά «κομβικά σημεία» που προσφέρουν στη κοινωνία προτάσεις πολιτικής για το παρόν και το μέλλον. Μια από τις διαδεδομένες πλάνες της εποχής μας είναι ότι τα προγράμματα «δεν μετράνε». Νομίζω ότι τα κομματικά προγράμματα μετράνε σήμερα περισσότερο από ποτέ. Έστω και αν τα διαβάζουν ελάχιστοι, διότι πράγματι μόνο ελάχιστοι τα διαβάζουν.

Καθώς οι ισχυροί δεσμοί που ιστορικά έδιναν ταυτότητα και συνοχή στα αριστερά κόμματα, δεσμοί ταξικοί, ιδεολογικοί, πολιτισμικοί και οργανωτικοί, έχουν σημαντικά υποχωρήσει, το πρόγραμμα, οι προτάσεις και δεσμεύσεις πολιτικής γίνονται, περισσότερο απ’ ό,τι στο παρελθόν, φορείς του συλλογικού «εμείς». Γίνονται κρίσιμα στοιχεία της κομματικής ταυτότητας, όπως και της εκλογικής δυναμικής ενός χώρου. 

Όμως τα προγραμματικά κείμενα συχνά περιλαμβάνουν τα πάντα και τίποτα…

6neoΤο «έχουμε πρόγραμμα» είναι από τις μεγάλες παρανοήσεις που κυκλοφορούν στην πολιτική αγορά. Το πρόγραμμα που «χάνεται» σε πολλά μικρά «project» χωρίς κεντρικό στόχο, που δεν έχει υψηλή «συγκέντρωση πυρός», που δεν έχει αιχμηρό κέντρο και συμπαγείς –δηλαδή επεξεργασμένες– προτάσεις πολιτικής, στερείται πολιτικού «μύθου» αλλά και εκλογικής αποτελεσματικότητας. Το πρόγραμμα πρέπει να έχει λίγες και μεγάλες κεντρικές αιχμές (3-4, όχι παραπάνω), «big issues» θα έλεγαν οι Αμερικανοί. Εάν δεν έχει κεντρικές αιχμές δεν είναι πρόγραμμα, εάν έχει πολλές είναι σαν να μην έχει καμία. Συνέχεια ανάγνωσης

Για τη σεξουαλικότητα και το φύλο: μαθήματα στο πανεπιστήμιο

Standard

Δημοσιεύουμε σήμερα το κείμενο της Αλεξάνδρας Μπακαλάκη «Για τη σεξουαλικότητα και το φύλο: μαθήματα στο πανεπιστήμιο», επεξεργασμένη μορφή ομιλίας στο δεύτερο πανελλήνιο συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας Γυναικών Πανεπιστημιακών με τίτλο «Το φύλο στη διδασκαλία. Επιστημολογικά και παιδαγωγικά ζητήματα» (Θεσσαλονίκη, 5-6.2.2010). Την προηγούμενη Κυριακή είχε δημοσιευτεί στα «Ενθέματα» το κείμενο της Ελένης Γιαννακοπούλου «Από το φεμινιστικό κίνημα στο θεσμοθετημένο  φεμινισμό». Πρόθεσή μας είναι, το επόμενο διάστημα, να ακολουθήσουν και άλλα κείμενα, πρωτότυπα και μεταφρασμένα, σε μια προσπάθεια στοχασμού γύρω από ζητήματα σχετικά με το κοινωνικό φύλο, τις έμφυλες ταυτότητες και το σύγχρονο φεμινιστικό κίνημα.

«Ε»

της Αλεξανδρας Μπακαλακη

 

Έργο του Ρόμπερτ Μπέρενυ

Έργο του Ρόμπερτ Μπέρενυ

Τα πανεπιστημιακά μαθήματα που αφορούν τη σεξουαλικότητα και το φύλο θεωρούνται συνήθως «λίγα». Ως προς αυτό συμφωνούν τόσο εκείνοι/ες που ανησυχούν για την ενδεχόμενη αύξησή τους, όσο και εκείνοι/ες που τη θεωρούν ευκταία. Ανήκοντας στη δεύτερη κατηγορία, και με βάση τη διδακτική μου εμπειρία, θα προσπαθήσω να εξετάσω κριτικά την αντίληψη ότι, ως εκ του ιδιαίτερου αντικειμένου τους, τα μαθήματα αυτά αφορούν, και πρέπει να αφορούν, κυρίως τα προσωπικά βιώματα και τις σχέσεις των φοιτητ(ρι)ών και να υποστηρίξω ότι η ιδέα αυτή ανταποκρίνεται σε ορισμένες κυρίαρχες πολιτισμικές αντιλήψεις, τις οποίες θα πρέπει να επανεξετάσουμε.

Ο αριθμός των φοιτητ(ρι)ών που επιλέγουν τα μαθήματα κοινωνικής ανθρωπολογίας του φύλου, του σώματος και της σεξουαλικότητας, τα οποία διδάσκω, δεν διαφέρει από εκείνον των εγγεγραμμένων σε μαθήματά μου που έχουν περισσότερο «συμβατικούς» τίτλους. Και στις δυο περιπτώσεις, τα παιδιά γράφονται στα μαθήματα χωρίς προηγουμένως να έχουν διαβάσει τις περιγραφές τους στον οδηγό σπουδών. Όπως και στα άλλα μαθήματα, τα περισσότερα δεν παρακολουθούν. Στην περίπτωσή μου τουλάχιστον λοιπόν, η «διαφορετικότητα» των μαθημάτων για το φύλο και τη σεξουαλικότητα δεν αντανακλάται σε ποσοτικές ή ποιοτικές διαφορές σε ό,τι αφορά τη ζήτησή τους εν σχέσει με άλλα μαθήματα. Συνέχεια ανάγνωσης

Γιατί οι Πακιστανοί δεν είναι Έλληνες;

Standard

Του Γιώργου Φουρτούνη

H έννοια του έθνους διαρκώς αμφιρρέπει ανάμεσα σε δύο σημασίες: από τη μια πλευρά, το έθνος ως ομογενοποίηση και αποκλεισμός, ως αιτία και αποτέλεσμα εθνοκάθαρσης (ως διαρκής εθνοκάθαρση ενδεχομένως), που αναζητά φαντασιακά τη θεμελίωσή της σε μια υπερβατική ουσία του έθνους και της εθνικότητας (φυλετική, πολιτισμική ή ό,τι άλλο)∙ από την άλλη, το έθνος ως έννοια της οποίας η ένταση και η έκταση (που θα έλεγαν οι φιλόσοφοι), δηλαδή το τι είναι έθνος και το ποιοι ανήκουν σε αυτό, ορίζεται από πολιτικές διαδικασίες, μια οντότητα ή ένα «σώμα» που συγκροτείται και διαρκώς ανασυγκροτείται πολιτικά (το έθνος ως διαρκής «συνέλευση»). Παρόλο που οι δύο σημασίες μοιάζουν αξεδιάλυτες, έτσι που το έθνος να μην μπορεί να ξεφύγει από το πεδίο έντασης που ορίζουν, ωστόσο αυτές είναι, τουλάχιστον στην λογικώς αμιγή εκδοχή τους, απολύτως αντιτιθέμενες: η μια αποκλείει την άλλη. Το έθνος ως πολιτική κοινότητα ή πολιτικό σώμα είναι η ριζική άρνηση του έθνους ως ουσίας, η άρνηση της υποστασιοποίησης του έθνους και κατ’ επέκταση της εθνικότητας: δεν είναι κατά κανένα τρόπο δεδομένο ότι κάποιοι δεν (μπορούν να) ανήκουν στο έθνος∙ αντιθέτως, αυτό είναι πάντοτε ένα ανοικτό πολιτικό ζήτημα και διακύβευμα.

Φωτογραφία του Izis, Παρίσι 1950

Φωτογραφία του Izis, Παρίσι 1950

Βεβαίως, δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με ολόκληρη την ιστορία και την πραγματικότητα του έθνους∙ αντιλήψεις είναι όλα αυτά, ιδέες, με μια λέξη: ιδεολογίες. Και γνωρίζουμε ότι οι ιδεολογίες δεν καταλαβαίνουν από λογικές καθαρότητες και αντιφάσεις. Γνωρίζουμε επίσης ότι οι ιστορικές ιδεολογίες είναι πάντοτε συγκροτητικές των αντίστοιχων πραγματικοτήτων. Υπαινίσσομαι εδώ, με όλες τις οφειλόμενες επιφυλάξεις κάποιου που δεν διεκδικεί αρμοδιότητα επί του θέματος, ότι η σημασιολογική αμφισημία του έθνους συστοιχεί με την καταστατική και αέναη, πραγματική πόλωση των νεωτερικών εθνών ανάμεσα σε αυτές τις δύο αντιτιθέμενες εκδοχές, και ότι η πόλωση αυτή είχε και έχει πάντα τον τροπισμό της κοινωνικής σύγκρουσης, του πολιτικού και ιδεολογικού αγώνα. Η Αριστερά είναι (ή οφείλει να είναι) μονίμως εμπλεκόμενη σε αυτή τη διαρκή διελκυστίνδα, εάν δεν αποτελεί μονίμως τον έναν πόλο της. Η Αριστερά οφείλει να καταφάσκει και να ριζοσπαστικοποιεί την πολιτική συγκρότηση του έθνους, να υπερασπίζεται και να διευρύνει τη δημόσια σφαίρα, να εντείνει και να επεκτείνει την πολυσύνθετη δημοκρατική διαδικασία που ορίζει το πολιτικό σώμα, την πολιτεία και τους πολίτες. Συνέχεια ανάγνωσης