Ασκήσεις στη «Δημόσια Οικονομική Ι» και κατευθύνσεις πολιτικής

Standard
του Γαβριήλ Σακελλαρίδη

Αμεντέο Μοντιλιάνι, «Καθιστή Καρυάτιδα που ακουμπάει στα τακούνια της», 1911-1913

Το άρθρο αντλεί την έμπνευσή του από μια άσκηση που καλούνται να λύσουν οι φοιτητές στο πλαίσιο του μαθήματος «Δημόσια Οικονομική», το οποίο διδάσκεται σε κάποιο τμήμα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Σκοπός του δεν είναι να ασκήσει κριτική επιστημονικού τύπου σε όσα διδάσκονται στα Πανεπιστήμια, αλλά να καταδείξει ότι ο τρόπος με τον οποίο τελικά τίθενται τα ερωτήματα –είτε σε εκκολαπτόμενους οικονομολόγους από τους καθηγητές τους είτε σε υπουργούς Οικονομικών από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή– είναι καθοριστικός για τις απαντήσεις που θα δοθούν. Και το σημείο αυτό είναι εξαιρετικά σοβαρό, όχι τόσο όταν από την απάντηση εξαρτάται ο βαθμός κάποιου φοιτητή σε μια εξεταστική, αλλά όταν αυτή η απάντηση δεσμεύει την κατεύθυνση μιας ολόκληρης οικονομικής πολιτικής μιας χώρας.
Πιο συγκεκριμένα λοιπόν, η άσκηση δίνει έναν μαθηματικό τύπο που συνδέει το πραγματικό χρέος μιας οικονομίας με τα επιτόκια, τον πληθωρισμό, το δημοσιονομικό έλλειμμα και τον ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Και αφού δίνει στην εκφώνηση το μέγεθος του χρέους, τα επιτόκια, τον πληθωρισμό και τον ρυθμό μεγέθυνσης της Ελλάδας, ρωτάει ποιο πρέπει να είναι το δημοσιονομικό πλεόνασμα ή έλλειμμα, ώστε το δημόσιο χρέος να πιάσει το όριο του Συμφώνου Σταθερότητας, που είναι 60% του ΑΕΠ. Με βάση τα δεδομένα της άσκησης, το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι ότι για τα υπόλοιπα δέκα χρόνια η ελληνική οικονομία πρέπει να παρουσιάζει δημοσιονομικό πλεόνασμα 2,56% του ΑΕΠ.
Δεν πρόκειται να αμφισβητήσω τους «σιδερένιους νόμους» των μαθηματικών εξισώσεων. Αφού αυτά είναι τα δεδομένα, αυτό είναι και το αποτέλεσμα. Ούτε και τα δεδομένα θα αμφισβητήσω. Αφού αυτά προκύπτουν από τις επίσημες στατιστικές, τότε, βάζοντας πολύ καλή θέληση, αυτά θα είναι (λέμε τώρα)… Το πρόβλημα που θέλω να επισημάνω είναι άλλο. Στο ότι λαμβάνονται ως δεδομένοι παράγοντες ο πληθωρισμός, τα επιτόκια, το χρέος και –πάνω από όλα– ο ρυθμός μεγέθυνσης της οικονομίας, ενώ το μοναδικό μέγεθος που διακυβεύεται από την οικονομική πολιτική είναι απλώς και μόνο η δημοσιονομική θέση. Για να κάνω πιο εμφανές το επιχείρημά μου, ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ απλώς λαμβάνεται ως μια παράμετρος την οποία ο υπουργός Οικονομικών την αποδέχεται ως έχει, και με βάση το μέγεθός της (και το μέγεθος των άλλων παραμέτρων) πρέπει να προσαρμόσει τη δημοσιονομική θέση της χώρας.
Αυτό ακριβώς το ερώτημα έχει θέσει η ΕΚΤ και Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην χώρα μας αλλά και σε όλα τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης. Σκοπός της οικονομικής πολιτικής δεν είναι η μεγέθυνση της οικονομίας που δημιουργεί εισόδημα και θέσεις απασχόλησης, αλλά ένα δημοσιονομικό έλλειμμα ή πλεόνασμα που θα μειώνει το δημόσιο χρέος στο πλαίσιο του 60% του ΑΕΠ, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Συμφώνου Σταθερότητας, λαμβάνοντας τον ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ ως μια μεταβλητή που απλώς μας δίνεται εξωγενώς.
Μια διαφορετική εκφώνηση της ίδιας άσκησης, που θα σηματοδοτούσε και μια οικονομική πολιτική με άλλες προτεραιότητες θα είχε ως εξής: ενώ θα δίνονταν ως δεδομένα τα ελλείμματα, το χρέος, τα επιτόκια και ο πληθωρισμός, η ερώτηση θα ήταν ποιος θα έπρεπε να είναι ο ρυθμός μεγέθυνσης της οικονομίας ώστε να πιάσουμε το όριο του δημόσιου χρέους ως 60% του ΑΕΠ. Σε αυτή την περίπτωση (δεν κάνω τις μαθηματικές πράξεις), η απάντηση θα ήταν σίγουρα ότι θα απαιτούνταν ένας ρυθμός μεγέθυνσης πολύ μεγαλύτερος από τον σημερινό καθηλωμένο.
Η φυσική απόρροια του ερωτήματος όπως τίθεται από τον καθηγητή (και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή) είναι να ακολουθηθεί μια περιοριστική δημοσιονομική πολιτική που θα αυξάνει τους φόρους και θα μειώνει τη δημόσια κατανάλωση και επένδυση, ώστε η Ελλάδα ετησίως να παρουσιάζει ένα δημοσιονομικό πλεόνασμα (με τα δεδομένα της άσκησης, πλεόνασμα της τάξης του 2,56% του ΑΕΠ). Οι συνέπειες μιας τέτοιας πολιτικής, ειδικά σε περίοδο κρίσης, είναι εύκολο να γίνουν αντιληπτές. Θα μιλάγαμε πραγματικά για μια αποτελεσματικότατη καταστροφή (με όλη τη σημασία της λέξης) της ελληνικής οικονομίας, με πραγματικά τραγικές συνέπειες για τους εργαζόμενους, τους ανέργους και τους συνταξιούχους. Επιπλέον, αυτή η άσκηση (αλλά και η πολιτική) δείχνει να αγνοεί το γεγονός ότι ένα δημοσιονομικό πλεόνασμα σε περίοδο κρίσης θα συρρίκνωνε περαιτέρω το ΑΕΠ, επομένως η οικονομία μας θα απομακρύνονταν περισσότερο από τον στόχο του δημόσιου χρέους στο 60% του ΑΕΠ (μην ξεχνάμε πως το όριο για δημόσιο χρέος 60% του ΑΕΠ μπορεί να επιτευχθεί είτε με μείωση του χρέους, είτε με αύξηση του ΑΕΠ).
Αν όμως το ερώτημα ετίθετο με τον άλλο τρόπο, δηλαδή πόση μεγέθυνση του ΑΕΠ απαιτείται για να μειωθεί το χρέος, η πολιτική που θα απαιτούνταν θα ήταν διαφορετική: ενίσχυση των εισοδημάτων για να αυξηθεί η η ιδιωτική κατανάλωση, ενίσχυση των επενδύσεων για να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας και προϊόν, ενίσχυση των δημόσιων δαπανών για να τονωθεί η οικονομική δραστηριότητα. Τα αυξημένα εισοδήματα σε αυτή την περίπτωση όχι μόνο θα αυξήσουν τον παρονομαστή του κλάσματος δημόσιο χρέος/ΑΕΠ και θα φέρουν το πραγματικό χρέος πιο κοντά στα όρια του Συμφώνου Σταθερότητας, αλλά παράλληλα θα αυξήσουν και τα φορολογικά έσοδα της οικονομίας και θα μειώσουν –πιο αργά αλλά πιο αποτελεσματικά– το δημοσιονομικό έλλειμμα, συνεπώς και το χρέος.
Επομένως, έχουμε μία άσκηση με τα ίδια δεδομένα, αλλά διαφορετικά ερωτήματα, που οι απαντήσεις τους οδηγούν σε εκ διαμέτρου αντίθετες πολιτικές. Και όλα αυτά χωρίς να αμφισβητείται άμεσα το όριο του δημόσιου χρέους ως 60% του ΑΕΠ.
Βέβαια, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Το όριο του Συμφώνου Σταθερότητας για 3% αναφορικά με το δημοσιονομικό έλλειμμα είναι ένα πρώτο εμπόδιο — αν και πλέον δεν τηρείται από καμιά χώρα. Επιπλέον, μια τέτοια πολιτική, όπως προκύπτει από την εναλλακτική διατύπωση του ερωτήματος, θα προκαλούσε την μήνιν των οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης, με αποτέλεσμα την αύξηση των spreads και το επιπλέον βάρος του δανεισμού (αν και γι’ αυτό θα όφειλε να υπάρχει μια συμμαχία των πιο αδύνατων χωρών της ευρωζώνης, όπως έγραφε ο Κέυνς διά χειρός Ευκλείδη Τσακαλώτου στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, στις 31.1.2010). Σε κάθε περίπτωση όμως, είναι εμφανές ότι μια εναλλακτική πολιτική που θα δημιουργεί θέσεις απασχόλησης και θα αυξάνει το παραγόμενο προϊόν είναι ρεαλιστική και μακροπρόθεσμα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει και το μεγάλο πρόβλημα του δημόσιου χρέους, χωρίς τις δυσάρεστες συνέπειες των πολιτικών σοκ που προτείνονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και βρίσκουν ευήκοα ώτα σε ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. Προϋπόθεση όμως και πάλι για κάτι τέτοιο είναι η χάραξη μιας αναπτυξιακής πολιτικής που θα ενισχύει την πραγματική οικονομία και δεν θα περιορίζεται στον χώρο της χρηματοπιστωτικής σφαίρας, όπως έγινε την περίοδο 1996-2004.

Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης είναι μέλος της Γραμματείας του Κ.Σ. της Νεολαίας Συνασπισμού και υποψήφιος διδάκτωρ στο Τμήμα Οικονομικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s