Ποιος φοβάται τη σεξουαλικότητα;

Standard

της Βενετίας Καντσά

Ανιόλο Μπροντζίνο, «Αλληγορία του χρόνου» (λεπτομέρεια), 1545

Η ενασχόληση με τη σεξουαλικότητα δεν είναι κάτι νέο. Στο πλαίσιο του «δεύτερου» κύματος του φεμινισμού, τα ζητήματα της σεξουαλικότητας και της ετεροφυλοφιλίας αναδείχθηκαν σε κεντρικό ζήτημα συζητήσεων και αντιπαραθέσεων ανάμεσα στις φεμινίστριες. Aν στα τέλη της δεκαετίας του 1960 τα θέματα τα οποία απασχολούσαν το γυναικείο κίνημα σχετικά με τη σεξουαλικότητα ήταν κυρίως η υπεράσπιση του δικαιώματος των γυναικών στην προσωπική ερωτική τους ικανοποίηση και η νομική κάλυψη απέναντι σε ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, δηλαδή το δικαίωμα στην άμβλωση, η συζήτηση για την πολιτική διάσταση της σεξουαλικότητας στη δεκαετία του 1970 αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο η πατριαρχία δομεί τη γυναικεία σεξουαλικότητα και ενδιαφερόταν για τη δυνατότητα και δυναμική μιας αυτόνομης γυναικείας σεξουαλικής επιθυμίας.

Την ίδια περίοδο, ο χώρος των κοινωνικών επιστημών γνωρίζει, στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και τις αρχές του 1970, στην Ευρώπη και κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα έντονο ενδιαφέρον για θέματα που σχετίζονται με την ομοφυλοφιλία, ως συνέπεια, σε μεγάλο βαθμό, των πολιτικών κινητοποιήσεων, των αγώνων και των διεκδικήσεων του ομοφυλόφιλου κινήματος. Η έμπρακτη πολιτικοποιημένη δράση του κινήματος συνοδεύτηκε από την έκδοση βιβλίων, περιοδικών, εφημερίδων και φυλλαδίων, τα οποία ασχολήθηκαν αποκλειστικά με την ομοφυλόφιλη εμπειρία και αποτελούσαν μέρος της αγωνιστικής δράσης. Ενώ το  μεγαλύτερο μέρος αυτής της γραπτής παραγωγής γράφεται αρχικά έξω από τα πανεπιστήμια, σύντομα και ο ακαδημαϊκός χώρος αρχίζει να στρέφεται στη μελέτη της ομοφυλοφιλίας. Στην αρχή, τα ηνία αυτής της διερεύνησης ανήκουν στην ψυχολογία, την κοινωνιολογία, την ιστορία, για να τα παραλάβουν τη δεκαετία του 1980 οι πολιτισμικές σπουδές, η κριτική της λογοτεχνίας, ενώ από το 1990 και μετά ο χώρος του AIDS, ως πεδίο έρευνας και θεωρίας, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Το αποτέλεσμα ήταν ότι από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και μετά μπορεί να γίνει λόγος για τη θεσμοθέτηση ενός χωριστού πεδίου ακαδημαϊκής μελέτης, των λεσβιακών και γκέι σπουδών.

Για την ανάδυση του χωριστού αυτού πεδίου, σημαντική υπήρξε η διάκριση του φύλου από τη σεξουαλικότητα. Στο περίφημο άρθρο της «Σκέψεις για τη σεξουαλικότητα. Σημειώσεις για μια ριζοσπαστική θεωρία των πολιτικών της σεξουαλικότητας», τo 1984, η ανθρωπολόγος Γέιλ Ρούμπιν (Gayle Rubin) διατυπώνει την άποψη ότι είναι απαραίτητο να διαχωρίσουμε αναλυτικά το φύλο από τη σεξουαλικότητα και υποστηρίζει: «Το φύλο μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος της σεξουαλικότητας, και το σύστημα της σεξουαλικότητας να έχει τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που ορίζονται από το φύλο. Όμως, παρόλο που τα δύο σχετίζονται, δεν ταυτίζονται και αποτελούν διαφορετικά πεδία άσκησης της κοινωνικής πρακτικής».

Η διαφοροποίηση της σεξουαλικότητας από το φύλο και η μετατόπιση του ενδιαφέροντος στους τρόπους με τους οποίους αρθρώνονται οι δύο αυτές έννοιες, επέτρεψε την αμφισβήτηση της αντίληψης σύμφωνα με την οποία το «κοινωνικό φύλο» εκφράζεται διαμέσου της σεξουαλικής συμπεριφοράς, ενώ σε κάθε «βιολογικό φύλο» αντιστοιχεί μια συγκεκριμένη σεξουαλική επιλογή, ενώ επέτρεψε την εμφάνιση μιας σειράς σημαντικών ερευνών που δείχνουν ακριβώς τους διαφορετικούς τρόπους της μεταξύ τους σύνδεσης.

Η στενή σχέση ωστόσο του φύλου με τη σεξουαλικότητα θα αναδειχτεί ξανά, με άλλους όρους και υπό διαφορετικό πρίσμα, στο πλαίσιο της θεωρίας της παραστασιακής επιτέλεσης και της queer θεωρίας. Η μεγάλη επίδραση που θα ασκήσει η θεώρηση του φύλου από την Τζούντιθ Μπάτλερ θα θέσει νέους όρους στη μελέτη της σχέσης φύλου-σεξουαλικότητας, καθώς η συγγραφέας θα υποστηρίξει ότι σε συνθήκες κανονιστικής ετεροσεξουαλικότητας ο δυϊσμός του φύλου χρησιμοποιείται ως τρόπος διασφάλισης της ετεροφυλοφιλίας. Η προσέγγιση του φύλου ως μίμηση χωρίς πρότυπο είχε ως αποτέλεσμα να στραφεί ο αναλυτικός φακός από την κατασκευή του φύλου στην επιτέλεσή του  και η παρωδία, η αμφισημία, η ανατροπή να αναδειχτούν σε σημαντικούς ερευνητικούς τόπους. Σήμερα, οι μελέτες σεξουαλικότητας, κυρίως στα πλαίσια των queer studies, δίνουν έμφαση στην κριτική ανάλυση ηγεμονικών θεωριών του φύλου και της σεξουαλικότητας και στη σύνδεση μεταξύ θεωρίας και πολιτικής. Σε ακαδημαϊκό επίπεδο, τα προγράμματα, μεταπτυχιακών κυρίως, σπουδών –όπως, για παράδειγμα, στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ ή του Άμστερνταμ– συνδέουν άρρηκτα τη μελέτη του φύλου με εκείνη της σεξουαλικότητας και επιχειρούν διεπιστημονικές προσεγγίσεις που διερευνούν το φύλο με τη σεξουαλικότητα στις ποικίλες εκφάνσεις τους από τη σκοπιά των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών.

Στην Ελλάδα, οι σπουδές σεξουαλικότητας περιορίζονται προς το παρόν στην ύπαρξη ελάχιστων μεμονωμένων μαθημάτων σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο, δίνοντας έτσι μια εικόνα μερικής μόνο ενασχόλησης με το θέμα και απουσίας ενός συστηματικού ακαδημαϊκού λόγου. Οι λόγοι αυτής της απουσίας εγγράφονται σε δύο κυρίως κεντρικά ζητήματα όπου το πρώτο μπορεί να θεωρηθεί «ενδογενές» και αφορά το ίδιο το αντικείμενο της σεξουαλικότητας, ενώ το δεύτερο, περισσότερο «εξωγενές», συνδέεται με τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού πανεπιστήμιου. Στο πλαίσιο του πρώτου, η μεθοριοποίηση της ακαδημαϊκής ενασχόλησης με τη σεξουαλικότητα συνδέεται άμεσα με τον χαρακτηρισμό της ως «ευτελούς», «ασήμαντου» θέματος που αφορά «προσωπικά» κατά κύριο λόγο θέματα και για αυτό δεν έχει θέση σε πανεπιστημιακές αίθουσες.

Εναλλακτικά, αντί της μεθοριοποίησης, επιστρατεύεται συχνά ένας λόγος έντονης εξωτικοποίησης, ο οποίος εκ νέου απομονώνει τη σεξουαλικότητα ως αντικείμενο άγνωστο, πιθανά ενδιαφέρον, αλλά, σίγουρα, μη σχετιζόμενο με τα σημαντικά θέματα της πολιτικής ή της οικονομίας. Εκείνες δε οι περιπτώσεις στις οποίες αναγνωρίζεται ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης, άξιο ακαδημαϊκής ενασχόλησης, αφορούν κυρίως τον χώρο της ιατρικής και της ψυχικής υγείας, αποκαλύπτοντας έτσι την καταγωγή του επιστημονικού ενδιαφέροντος για τη μελέτη της σεξουαλικότητας στα τέλη του 19ου αιώνα και τη σύνδεσή του με θέματα ιατρικής, υγείας, αναπαραγωγής. Το δεύτερο ζήτημα σχετίζεται με τη μέχρι πρόσφατα απουσία θεσμοθετημένων σπουδών φύλου που θα επέτρεπαν κριτικές προσεγγίσεις του φύλου και της σεξουαλικότητας, τη μονοτμηματική οργάνωση σπουδών του ελληνικού πανεπιστημίου που δεν ευνοεί τη διεπιστημονικότητα και την από κοινού διερεύνηση θεματικών και, τέλος, την ελλιπή παρουσία ερευνητικών κέντρων και ινστιτούτων. Ως εκ τούτου, η σεξουαλικότητα, όταν και αν διδάσκεται, αξιολογείται ως μεθοριακό θέμα και εμφανίζεται ως απόρροια του «προσωπικού ενδιαφέροντος» ή της «παραξενιάς» της/του διδάσκουσας/άσκοντα, χωρίς να αναγνωρίζεται ότι  πολλές παράμετροι της πολιτικής ή της οικονομίας συνδέονται άμεσα και αναπόδραστα με τη σεξουαλικότητα.

Τα παραπάνω αντλούν από ένα πλαίσιο που αντιμετωπίζει τη σεξουαλικότητα ως μια κοινή, γνωστή, δεδομένη πρακτική για την οποία όλοι φαίνονται να ξέρουν γιατί μιλούνε όταν αναφέρονται σε αυτήν. Ωστόσο, το έργο του Φουκώ, της Μπάτλερ και πολλών άλλων έχει δείξει ότι το «γνωστό» και «δεδομένο» καλύπτει συχνά ταξινομήσεις, κατηγοριοποιήσεις, αποκλεισμούς, αποσιωπήσεις και ανισότητες. Στις πρόσφατες συζητήσεις που αφορούν στη θεσμοθέτηση σπουδών φύλου εμφανίζεται μια σημαντική τάση η οποία προτρέπει σε προγράμματα σπουδών φύλου που θα θέτουν διαρκώς σε αμφιβολία το ίδιο το αντικείμενό τους. Διατυπώνεται, με άλλα λόγια, η άποψη ότι η ανάγκη για αυτοδυναμία και αυτοτέλεια σπουδών φύλου δεν συνεπάγεται μια ουσιοκρατική προσέγγιση του ίδιου του φύλου, την ενασχόληση δηλαδή με το φύλο ως διακριτό, μοναδικό και στατικό αντικείμενο μελέτης, αλλά, αντίθετα, συνδέει την διατήρηση της αυτονομίας του ως κριτικού αναλυτικού εργαλείου με τον διαρκή επαναπροσδιορισμό του.

Αυτή η θεώρηση αφορά άμεσα τις σπουδές σεξουαλικότητας. Γιατί όσο πιο δεδομένη έχουμε την τάση να θεωρούμε τη σεξουαλικότητα, τόσο περισσότερο χρειάζεται, ίσως, να σκεφτούμε, ότι «είναι χίλια πράγματα και ποτέ μόνο σεξουαλικότητα»· είναι χρήμα, σώμα, συγγένεια, αναπαραγωγή, καταγωγή, μετανάστευση, χώρος, ανταλλαγή, και η μελέτη της ενδιαφέρει ακριβώς γιατί η σεξουαλικότητα φέρει πάνω της πολιτισμικές σημασίες, πειθαρχίες, σχέσεις και λόγους εξουσίας, περιορισμούς και αποκλεισμούς μιας ολόκληρης εποχής.

Η Βενετία Καντσά διδάσκει κοινωνική ανθρωπολογία στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Ποιος φοβάται τη σεξουαλικότητα;

  1. Πίνγκμπακ: Ποιος φοβάται τη σεξουαλικότητα; « Vanessa111's Weblog

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s