Η επιστροφή του δόγματος «business as usual»

Standard

Έπειτα από μακρά περίοδο κυοφορίας και προεργασιών, κυκλοφορεί το «Μπλόκο», περιοδική έκδοση του ΣΥΡΙΖΑ. Το «τεύχος 0» (όπως ονομάζεται το πρώτο, δοκιμαστικό τεύχος) θα βρίσκεται από αύριο Δευτέρα 22 Μαρτίου στα περίπτερα. Από την πλούσια ύλη του, σημειώνουμε τις ακόλουθες θεματικές: για το μέτωπο πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων στην Ευρώπη, τον νόμο για την ιθαγένεια, την καμπάνια για την επισφάλεια, το τρίπτυχο κρατική καταστολή-επιτήρηση-αστικός έλεγχος. Επίσης, τον φάκελο για την οικονομική κρίση και τις απαντήσεις της Αριστεράς, το «Μπλοκ Ιδεών» (με άρθρα για τον Χάουαρντ Ζιν και τον Ντανιέλ Μπενσαΐντ) και την ενότητα για τον Γιάννη Μόραλη. Τέλος, την εκτενή κάλυψη τοπικών δραστηριοτήτων του ΣΥΡΙΖΑ σε όλη την Ελλάδα, καθώς και των παρεμβάσεων για το περιβάλλον.

Μαζί με τις ευχές μας για μακροημέρευση του εγχειρήματος, προδημοσιεύουμε σήμερα μετά χαράς το άρθρο του Bob Jessop (καθηγητή κοινωνιολογίας και πολιτικής θεωρίας στο Πανεπιστήμιο του Λάνκαστερ, γνωστού στην Ελλάδα, εκτός των άλλων από την ενασχόλησή του με το έργο του Νίκου Πουλαντζά), το οποίο γράφτηκε ειδικά για το «Μπλόκο».

«E»

του Μπομπ Τζέσοπ

Ανρί Ματίς, «Αυτός που καταπίνει σπαθιά», 1943-1946

Ανρί Ματίς, «Αυτός που καταπίνει σπαθιά», 1943-1946

Η παγκόσμια οικονομική κρίση έφερε στο προσκήνιο αμέτρητες ερμηνείες, στρατηγικά σχέδια και πολιτικές προτάσεις. Όλα αυτά συγκρότησαν ένα ευρύ φάσμα, που περιλαμβάνει από ισχυρισμούς περί τελικής κρίσης του καπιταλισμού μέχρι ευφάνταστα ιδεολογήματα που μιλούν για μια προσωρινή κατάσταση στο εσωτερικό μιας, κατά τα άλλα, εύρυθμης και αυτορυθμιζόμενης αγοράς. Το πιο ενδιαφέρον πολιτικό αποτέλεσμα είναι ότι η οικονομική κρίση ευνόησε τη συγκέντρωση ισχύος στα χέρια ενός μικρού αριθμού τεχνοκρατών, δηλαδή στους «συνήθεις υπόπτους», οι οποίοι ήξεραν πού ήταν θαμμένα τα πτώματα γιατί τα είχαν θάψει οι ίδιοι. Επιπλέον, οι τεχνοκράτες αυτοί προώθησαν τη συγκέντρωση του χρηματιστικού κεφαλαίου και έστρεψαν το κόστος της κρίσης προς τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και τις λαϊκές μάζες. Η συνθήκη αυτή αποτελεί σχεδόν πιστή εφαρμογή εγχειριδίου οικονομίας για τον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό. Επίσης, αποτελεί παραδειγματική εφαρμογή αυτού που ονομάζεται, με την κλασική ορολογία, «δικτατορία» μικρής διάρκειας, κατά την οποία το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στη διαχείριση κρίσεων, με σκοπό, υποτίθεται, την επιστροφή στην κανονικότητα μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, έχω την αίσθηση πως η κατάσταση αυτή θα συμβάλει περαιτέρω στην τάση προς τον «αυταρχικό κρατισμό» κατά την ορολογία του Πουλαντζά.

Υπό μία έννοια, η λήψη αυτών των έκτακτων μέτρων ήταν εφικτή καθώς η οικονομική κρίση δεν συνοδεύτηκε από μια κρίση στους κόλπους του κράτους και μια ευρύτερη πολιτική κρίση. Η αντιδιαστολή ανάμεσα στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κατά το οικονομικό κραχ του 1929 είναι ενδεικτική. Ορισμένες αναλύσεις αναδεικνύουν πως η οικονομική κρίση χτύπησε τις Ηνωμένες Πολιτείες πιο απότομα και με μεγαλύτερη σφοδρότητα απ’ ό,τι τη Γερμανία, αλλά η «ομαλότητα» στην πολιτική κατάσταση επικράτησε, με αποτέλεσμα οι θεσμικές αλλαγές που εισήχθησαν μέσω του New Deal (και η ζήτηση που ενεργοποιήθηκε από την εμπόλεμη κατάσταση) να οδηγήσουν την αμερικανική οικονομία ξανά στην ευημερία. Στη Γερμανία, αντίθετα, οι διαδοχικές και αμοιβαία συσχετιζόμενες κρίσεις στον κρατικό τομέα, στη νομιμοποίηση της εξουσίας και στην ταξική ηγεμονία, μπλοκάρισαν την «πολιτική ομαλότητα» και συγκρότησαν τις συνθήκες εκείνες που επέτρεψαν τη στροφή στη δικτατορία.

Μια από τις συνέπειες της αδιατάρακτης πολιτικής ομαλότητας ήταν ότι οι πολιτικές αντιπαραθέσεις γρήγορα περιορίστηκαν σε προτάσεις για αλλαγές περιορισμένου εύρους. Η εξέλιξη αυτή διευκόλυνε τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ των ισχυρών καπιταλιστικών οικονομιών, καθώς έθεσε όρια στην πολιτική συζήτηση, υπονοώντας ότι οι σωστές πολιτικές επιλογές μπορούν να επιλύσουν την κρίση, θεραπεύοντας τα συμπτώματά της και απομακρύνοντας τις βαθύτερες αιτίες της. Η ερμηνεία που επικράτησε ύστερα από την έντονη ιδιωτική και δημόσια αντιπαράθεση ήταν πως η συγκεκριμένη κρίση είναι μια κρίση εντός του χρηματιστικού σκέλους της συσσώρευσης ή, στην καλύτερη περίπτωση, εντός του νεοφιλελευθερισμού. Ως τέτοια, μπορεί να ξεπεραστεί μέσω της παροχής εκτεταμένων, αλλά αυστηρά προσωρινών, οικονομικών παρεμβάσεων, μέσω της ανακεφαλαιοποίησης των μεγαλύτερων (αλλά όχι όλων των) ζημιογόνων τραπεζών, μέσω σφιχτότερων ρυθμίσεων και ενός μετασχηματισμένου (αλλά νεοφιλελεύθερου πάντοτε) διεθνούς οικονομικού καθεστώτος. Το πλαίσιο αυτό θα επιτρέψει την επιστροφή στο νεοφιλελεύθερο δόγμα «business as usual». Οι συνέπειες που απορρέουν είναι η αναγκαία επιβάρυνση του δημόσιου τομέα και η επαναδιαπραγμάτευση της ισορροπίας ανάμεσα στη χρηματιστική και την «πραγματική» οικονομία. Η εξέλιξη αυτή έχει αποσπάσει την προσοχή από τα πιο ουσιώδη ερωτήματα, που αφορούν το θεσμικό σχεδιασμό, και τα ακόμα πιο σημαντικά ζητήματα, που έχουν να κάνουν με τις θεμελιώδεις κοινωνικές σχέσεις που αναπαράγουν τις κρισιακές τάσεις και σχηματίζουν τη μορφή τους.

Η πιο δυσάρεστη εξέλιξη είναι η ανικανότητα των προοδευτικών δυνάμεων να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία που πρόσφερε η κρίση. Πέρα από τις θεωρητικές και στρατηγικές αδυναμίες της Αριστεράς, οι οποίες ποικίλλουν από χώρα σε χώρα, η εξήγηση μπορεί να εντοπιστεί στο γεγονός ότι, σε αντίθεση με την «οικονομική ύφεση» των δεκαετιών του ’20 και του ’30, στις μέρες μας ένα μεγάλο μέρος των λαϊκών μαζών έχει ενσωματωθεί στο κύκλωμα του χρηματιστικού και του βιομηχανικού κεφαλαίου. Η «χρηματιστικοποίηση της καθημερινότητας» έχει διευκολύνει διάφορους αστούς σχολιαστές και τα αστικά μέσα ενημέρωσης να συνδυάσουν λαϊκιστικές (αλλά επί της ουσίας ακίνδυνες) επιθέσεις στους άπληστους τραπεζίτες με προσπάθειες ενοχοποίησης των απλών εργαζομένων και καταναλωτών, καθώς και οι τελευταίοι παρασύρθηκαν από το μύθο της νέας οικονομίας, δηλαδή την υπερβολική επέκταση της πίστωσης (για την αγορά κατοικίας ή για την καθημερινή κατανάλωση), οπότε πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη, από τη στιγμή που έσπασε η φούσκα. Έτσι οφείλουν να επιστρέψουν στην καθημερινότητα και να γίνουν ο απορροφητής των κραδασμών για τις έσχατες ανάγκες της οικονομικής κρίσης. Αυτό που μένει να δούμε είναι για πόσο καιρό ακόμα θα είναι αποδεκτή η κάλυψη του κόστους που δημιούργησε η νεοφιλελεύθερη χρηματιστικοποίηση από τις περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, από την απώλεια θέσεων εργασίας στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα και, εν γένει, από τα μέτρα λιτότητας. Το μόνο σίγουρο είναι πως το πλαίσιο αυτό θα προσφέρει στην Αριστερά μια ευκαιρία ακόμα.

Η ανάπτυξη αντιστάσεων ενάντια στις συνέπειες που απορρέουν από τη διαχείριση της κρίσης στη νότια Ευρώπη, αλλά και το δεύτερο κύμα της κρίσης στην καρδιά του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, θα μπορούσαν να προκαλέσουν μια πιο επικίνδυνη πολιτική κρίση, η οποία με τη σειρά της να δώσει στην Αριστερά την ευκαιρία να οξύνει την πόλωση, μέσω της επεξεργασίας μιας εναλλακτικής οικονομικής και πολιτικής στρατηγικής που θα μπορέσει να αντιμετωπίσει τα πολλαπλά προβλήματα στους τομείς του περιβάλλοντος, της ενέργειας, του νερού, της σίτισης, αλλά και τη χρηματιστική και οικονομική κρίση. Ωστόσο, οι συνθήκες αυτές είναι ευνοϊκές και για μια δεξιά μετατόπιση, βασισμένη στον εθνικισμό, το ρατσισμό και τον αυταρχικό λαϊκισμό. Αυτή είναι μια όψη του δόγματος «business as usual» η οποία πρέπει να αποτραπεί.

μετάφραση: Χ.Σ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s