Ξανά για τον «νεοελληνικό Διαφωτισμό»

Standard
του Παναγιώτη Νούτσου

Πριν από λίγους μήνες κυκλοφόρησαν τα Πρακτικά του διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου που οργάνωσε το Τμήμα Ιστορίας του Ιόνιου Πανεπιστημίου για τη ζωή και το έργο του Ευγένιου Βούλγαρη (Αθήνα 2009, 601 σελίδες). Τι θα μπορούσε να ξαναγράψει κανείς γι’ αυτή την πλούσια συγκομιδή και για ό,τι συναφώς την κυοφόρησε; Δίδονται αρκετές ευκαιρίες να γνωρίσεις και να αποτιμήσεις την επιστημονική εμβέλεια ενός πανεπιστημιακού τομέα ή τμήματος, δημόσιου προφανώς. Για παράδειγμα, όταν μετέχεις στην εκλογή ενός νέου μέλους ΔΕΠ ή στην «εξέλιξη» ενός παλαιότερου. Επίσης, όταν μετέχεις στην επταμελή εξεταστική επιτροπή υποψηφίου διδάκτορα ή, ακόμη καλύτερα, στην τριμελή συμβουλευτική επιτροπή για την εκπόνηση της διατριβής του. Ή όταν λαμβάνεις μέρος ως εισηγητής σε επιστημονικό συνέδριο και μελετάς, στη συνέχεια, τα Πρακτικά του ή κάποιο άλλο συλλογικό δημοσίευμα. Πρόδηλα, όταν συντρέχουν όλες αυτές οι αφορμήσεις και με κάποια συχνότητα επαναλαμβάνονται, ώστε η εικόνα να καθίσταται πληρέστερη και διαρκέστερη. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ικανοποιούνται τα κριτήρια εφαρμογής των «evaluation studies», όχι πάντως αυτών που τελευταία προωθούνται και στη χώρα μας, με γνώμονα ποσοτικούς δείκτες.
Για πολλαπλή λοιπόν φορά επισκεφθήκαμε στο νησί των Φαιάκων και για πρώτη στο Τμήμα Ιστορίας του Ιόνιου Πανεπιστημίου, το οποίο οργάνωσε με επιτυχία στις αρχές Δεκεμβρίου του 2006 διεθνές επιστημονικό συνέδριο με αντικείμενο τη ζωή και το έργο του Ευγένιου Βούλγαρη. Πράγματι, κατά την τριήμερη αυτή φιλοξενία, σε συνθήκες μάλιστα που δεν προοιωνίζονταν χειμώνα, διεκπεραιώθηκε αποτελεσματικά μια γόνιμη κατάθεση και ανταλλαγή απόψεων, με επίκεντρο τον Βούλγαρη και με ευπρόσδεκτη εξακτίνωση στα ευρύτερα ζητήματα που θέτει η έρευνα της εποχής του Διαφωτισμού.

Από μια τέτοια διττή γωνία θα μπορούσα να σταθώ στις εξής εστίες προβληματισμού:
α) στην ανάγκη σύνθεσης μιας νέας μονογραφίας για τη ζωή του Ευγένιου, με αρκετά ακόμη τα κενά ή τις ασάφειες ως προς τους κύριους και τους δευτερεύοντες σταθμούς της σταδιοδρομίας του·
β) στην προτεραιότητα συγκεντρωτικής έκδοσης των ευρισκομένων επιστολών του με την ελπίδα ότι θα φωτισθούν έτσι αρκετές πτυχές αυτών των σταθμών·
γ) στην πληρέστερη αποτύπωση του πολυσχιδούς συγγραφικού του έργου, πρωτότυπου και μεταφραστικού (εδώ ανήκουν οι παραφράσεις και η σύστοιχη επισήμανση των πηγών τους)·
δ) στην αξίωση ακριβούς συστοίχησης μερών και όλου της σκέψης του, ώστε οι μελετητές-τριες ειδικότερων πλευρών της να μην αυτοεγκλωβίζονται στη γοητεία του μέρους και έτσι να μην το προβάλλουν ως «πεμπτουσία» του συνολικού συγγραφικού τοπίου που συνέθεσε ο «κλεινός Ευγένιος»·
ε) στην προσεκτικότερη περιοδολόγηση ενός πολυετούς έργου, πέρα από τους συμβατικούς χωρισμούς που έως τώρα γνώρισε·
στ) στην οριοθέτηση της παρουσίας του Βούλγαρη ως «διανοουμένου»·
ζ) στον καθορισμό των ορίων διακινδύνευσης του διδασκάλου που εμφανίσθηκε και ως κοινωνός της σκέψης των «νεωτέρων»·
η) στην ακριβέστερη αποτίμηση της συζυγίας που, με τους όρους του Κοραή, θα μπορούσε να αποδοθεί στο έργο του ως «αρχαϊσμός» και αντίστοιχα ως «νεολογία»·
θ) στην κατανόηση των όρων άσκησης της κριτικής που δέχθηκε η πρακτική του «ευγενίζειν»·
ι) στην κατάδειξη της συμβολής του εγχειριδίου του Βούλγαρη ως προς την ανασύνταξη της Λογικής, σύμφωνα με την αποβλεπτικότητα και τη «μέθοδο των νεωτέρων»·
ια) στην ανάδειξη της λειτουργίας του «εκλεκτισμού» ως μηχανισμού άμυνας του φιλοσόφου που προσπαθεί ταυτόχρονα να παρακάμψει τους «ακρατώς δογματικούς» και τους «ακράτως σκεπτικούς»·
ιβ) στην αξιολόγηση των μεταφραστικών του επιλογών και στην αντιμετώπιση της οικείας διακινδύνευσης·
ιγ) στην ανασυγκρότηση της έννοιας και της διαίρεσης του φιλοσοφείν·
ιδ) στη διακρίβωση του τρόπου εισαγωγής στη σκέψη και τη δράση του Βούλγαρη μιας μορφής προβληματισμού για το εθνικό ζήτημα.
Συνολικά, δόθηκε για μιαν ακόμη φορά η δυνατότητα αναστοχασμού του επιπέδου που βρίσκονται σήμερα οι νεοελληνικές σπουδές, ιδίως σε ό,τι αφορά εκφάνσεις της θεματολογικής και μεθοδολογικής ανανέωσης όσων τις καλλιεργούν. Και τούτο έχει την αξία του, όταν συχνά επιλέγεται –να το επαναλάβω– ένας εφησυχασμός που υποβλέπει ή μια ματαιοδοξία που περιφρονεί ό,τι σκιαγραφεί μια διαφορετική επιστημονική συμπεριφορά. Τώρα μάλιστα που οι νεοελληνιστές έχουν πληθύνει, σε πανεπιστημιακά τμήματα πρώτης και δευτέρας διαλογής, οι εξαιρέσεις που υπήρχαν συνεχίζουν να υπάρχουν, με αντοχές κυμαινόμενες ως προς τον κανόνα που τις περιβάλλει με την αδράνειά του.
Αν μια τέτοια εκτίμηση ανταποκρίνεται στα πράγματα, τότε απαιτείται μάλλον μια επιθετική τακτική. Δηλαδή μια νέα ανασυσπείρωση όσων για παράδειγμα ερευνούν τον «νεοελληνικό Διαφωτισμό», εντός και εκτός του πανεπιστημίου, εντός και εκτός της χώρας. Τώρα μάλιστα που η ψηφιοποίηση κειμένων και δεδομένων προχώρησε από το Ρέθυμνο ως τα Ιωάννινα, που εξακολουθεί να τελεσφορεί η ανάδραση διδασκαλίας και έρευνας, που ευδοκιμεί μια αποτελεσματικότερη σχέση «πομπού» και «δέκτη», που γίνονται περισσότεροι οι «μαθητές της καχυποψίας», δεν χαρίζονται με ευκολία τα εύσημα της «αρμοδιότητας». Συναφώς, οι ευκαιρίες για περάσουμε ξανά το «στάδιο του καθρέφτη» και να διακριβώσουμε τα όρια της αυτοδυναμίας μας συνεχίζουν να προσφέρονται. Έτσι, κατά το τριήμερο αυτό του Ιονίου Πανεπιστημίου δικαιώθηκε μάλλον ο Βιτγκενστάιν που προέτρεπε: το «Σάββατο δεν είναι απλώς η μέρα της ανάπαυλας και της αναψυχής, θα πρέπει να κοιτάμε την εργασία μας όχι μόνο από μέσα, αλλά κι απέξω»…


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s