Μετά την πτώση του Τείχους, πρέπει να βρούμε μια νέα γλώσσα των συλλογικών ιδεωδών

Standard

Λούντβιχ Κίρχνερ, «Η καλλιτέχνις (Μαρκέλα)», 1910

Συνέντευξη του ιστορικού Τόνυ Τζαντ στην Κρ. Μπότσιτς

Οι Ευρωπαίοι ερωτευθήκαμε τον Ομπάμα προτού ακόμα γίνει πρόεδρος. Ταυτόχρονα, δεν ξέρουμε καλά καλά το όνομα του νέου μας προέδρου, του προέδρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα αισθήματα λοιπόν δεν φαίνεται να είναι αμοιβαία…

Υπήρχε στην αρχή τεράστιος ενθουσιασμός για τον Μπάρακ Ομπάμα στις ΗΠΑ, η δυναμική του οποίου πήγαζε ωστόσο, σε πολύ μεγάλο βαθμό, από εσωτερικές καταστάσεις της αμερικανικής κοινωνίας: το στοίχημα ότι η Αμερική θα μπορούσε να εκλέξει έναν μαύρο για πρόεδρο, μόλις 140 χρόνια μετά το τέλος της δουλείας και μόλις 40 μετά το τέλος των φυλετικών διακρίσεων. Η εκλογή σήμαινε –παρόλο που αυτό ήταν κάπως υπεραισιόδοξο–  ότι ήμασταν έτοιμοι να κλείσουμε μια για πάντα το φυλετικό ζήτημα.

Από κει και πέρα, σήμαινε την αλλαγή πολιτικής, την εμφάνιση ενός νέου προσώπου της Αμερικής, τον τερματισμό της εποχής Μπους και την έναρξη μιας νέας σχέσης της Αμερικής και του υπόλοιπου πλανήτη — όλες αυτές τις σκέψεις όμως τις συμμερίζονταν μόνο ένας μικρός  αριθμός Αμερικανών. Στο σημείο αυτό έγκειται  και η ασυμμετρία μεταξύ των προσδοκιών των Αμερικανών και των Ευρωπαίων: οι Ευρωπαίοι πίστευαν ότι θα υπάρξει ριζική βελτίωση, μια ηθική αναγέννηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής­· και νιώθουν, ή θα νιώσουν, απογοήτευση επειδή αυτό δεν πρόκειται να συμβεί. Αντίθετα, οι προσδοκίες των Αμερικανών εκπληρώθηκαν, σε ένα βαθμό τουλάχιστον, από αυτή καθαυτή την εκλογή Ομπάμα. Ήταν αναμενόμενο γι’ αυτούς ότι η πορεία θα ήταν απογοητευτική από κει και πέρα: ο πρώτος μαύρος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών δεν επρόκειτο, επ’ ουδενί, να είναι ένας δεδηλωμένος ριζοσπάστης, ένας ασυμβίβαστος, θαρραλέος, καινοτόμος προοδευτικός ή σοσιαλδημοκράτης.

Ο Ομπάμα δεν είναι τίποτα από τα παραπάνω. Είναι ένας πολιτικός που πιστεύει στον συμβιβασμό, που προσπαθεί διαρκώς να οικοδομήσει μια διακομματική συνεννόηση μεταξύ Ρεπουμπλικάνων και Δημοκρατικών. Επιπλέον, στην Αμερική ήταν πολύ πιο εμφανές από ό,τι στην  Ευρώπη πως ο Ομπάμα εντάσσεται σαφέστατα στην παράδοση της αμερικανικής ρητορικής. Είναι σπουδαίος ρήτορας, ένας πολιτικός που μπορεί με μαεστρία να ξεσηκώνει τα πλήθη και τέλος, κατά κάποιον τρόπον, ένας άνθρωπος που χειρίζεται με επιδεξιότητα την ηθική και τα ηθικά ιδεώδη. Εντάσσεται έτσι σε μια μακρά παράδοση πολιτικών, από τον Αντλάι Στήβενσον μέχρι και τον Αβράαμ Λίνκολν. Εκείνο που λείπει από τον Ομπάμα είναι η ικανότητα να μετατρέψει τη ρητορική του σε πολιτική ισχύ.  Ο κίνδυνος που διαβλέπουμε εμείς οι Αμερικανοί είναι ότι θα αποδυναμωθεί εξαιτίας του χάσματος μεταξύ της ρητορικής και των πράξεών του. Αυτό ισχύει όσον αφορά την πολιτική του  για τη Μέση Ανατολή, και σε ένα βαθμό, για την οικονομική κρίση. Οι Ευρωπαίοι δεν το διακρίνουν ακόμα. Έτσι,  η απογοήτευση στις ΗΠΑ είναι πολύ μεγαλύτερη, αλλά φοβάμαι ότι θα αυξηθεί και στην Ευρώπη.

Όσον αφορά  τον πρόεδρό σας, τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τον Χέρμαν βαν Ρομπέι είμαι ίσως ένας από τους 20 ανθρώπους σε όλη  την Αμερική που γνωρίζουν το όνομά του. Ο διορισμός του, όπως και ο διορισμός της Κάθριν Άστον ως υπάτης εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής, είναι καταστροφή. Λέμε συχνά ότι η Ευρώπη θα εξακολουθήσει να αδυνατεί να μετατρέψει την οικονομική της δύναμη, καθώς και το εξαιρετικά σημαντικό θεσμικό της πρότυπο, σε πολιτική ισχύ. Ασφαλώς, η επιλογή αδύναμων εκπροσώπων κάθε άλλο παρά βοηθάει· δείχνει επίσης την πρόθεση να εμποδιστεί η μετατροπή της ΕΕ σε ισχυρό παίκτη. Κι αυτό δεν συνέβη κατά τύχη. Εκείνοι που πρωταγωνίστησαν σε αυτή την επιλογή είναι οι πιο ισχυροί ηγέτες της Ευρώπης: η  Μέρκελ, ο Σαρκοζί και ο Γκόρντον Μπράουν. Με το νέο σύνταγμα της ΕΕ, ανοίγονταν δύο δυνατότητες. Επειδή η εκτελεστική εξουσία  σε μεγάλο βαθμό εξαρτιόταν από τον τρόπο επιλογής των εκπροσώπων, καθώς και από το ποιοι θα ήταν αυτοί, η εκτελεστική εξουσία  μπορούσε να είναι είτε πολύ ισχυρή ή πολύ αδύναμη. Διαλέξαμε την εκδοχή της αδυναμίας. Πιστεύω ότι πρόκειται για καταστροφή.

Ωστόσο, η καχυποψία της Ευρώπης ως προς τους ισχυρούς ηγέτες δεν είναι κατανοητή από μια ιστορική σκοπιά;

Δεν φαντάζομαι ότι ο Σαρκοζί και Μέρκελ κάθησαν στις Βρυξέλλες και είπαν: «Αγαπητέ μου, μα για σκεφτείτε τον Στάλιν!  Πρέπει να έχουμε λιγότερο ισχυρούς  ηγέτες: είναι προτιμότερο για τη δημοκρατία μας». Μου φαίνεται πιο πιθανό ότι είπαν: «Κοιτάξτε, χρειαζόμαστε σπουδαιοφανή διακοσμητικά πρόσωπα που δεν πρόκειται να θίξουν τους στόχους της πολιτικής του καθενός μας — της Γαλλίας, της Γερμανίας ή της Βρετανίας. Αν έχουμε αδύναμους, απλώς συμβολικούς αντιπροσώπους, η πραγματική εξουσία θα παραμείνει στα μεγάλα κράτη».

Η Ευρώπη, εάν αναλώνει υπερβολικά πολύ χρόνο ανησυχώντας μήπως επαναλάβει τα σφάλματα του παρελθόντος, αν είναι εξαιρετικά προσεκτική για να μην αποκτήσει αυταρχικούς ηγέτες κ.ο.κ., κινδυνεύει να μείνει κοιτάζοντας εκστατική τον εαυτό της και λέγοντας: «Θεούλη μου, τι καλοί που είμαστε! Έχουμε θαυμάσιους θεσμούς, σπουδαία συστήματα πρόνοιας, ευημερούμε· είμαστε πιο πολιτισμένοι από την Αμερική, δεν εφαρμόζουμε τη θανατική ποινή, ξέρουμε πώς να αντιμετωπίσουμε τους μετανάστες, δεν συμπεριφερόμαστε άσχημα στους παρείσακτους δεν πάμε γυρεύοντας να επιτεθούμε σε άλλες χώρες,  τι καλή ήπειρος που είμαστε ! Κι όλοι οι άλλοι θα μας ακούνε με προσοχή». Αν κάνουμε κάτι τέτοιο, θα νιώθουμε περίφημα και θα είμαστε εντελώς αναποτελεσματικοί. Παλιότερα, που ταξίδευα συνέχεια, πολλοί μού έλεγαν:  «Πείτε μας, σας παρακαλούμε, πείτε μας για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τι θαυμάσιο πράγμα, με τα εθνικά κράτη και τους υπερεθνικούς θεσμούς, με τους νόμους της, τα δικαστήρια και ενωσιακές διευθετήσεις κι οι άνθρωποι υπακούουν. Πώς μπορούμε να πετύχουμε κάτι τέτοιο; Πώς μπορούμε να πάμε από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στο Μάαστριχτ και την ΕΕ;».Οι Ευρωπαίοι δεν καταλαβαίνουν ότι αυτό αποτελεί ένα εκπληκτικό ιστορικό προηγούμενο.

Στην εισαγωγή του βιβλίου σας Reappraisals γράφετε ότι οι άνθρωποι προτιμούν να περιγράφουν τις  δυσάρεστες πολιτικές καταστάσεις χρησιμοποιώντας μια γλώσσα που τις κάνει κάπως πιο ανεκτές. Στο Ιράν οι άνθρωποι έλεγαν ότι ζούσαν σε μια «περιορισμένη δημοκρατία», μέχρι που έγινε σαφές πόσο περιορισμένη ήταν. Τι είδους γλωσσικές υπεκφυγές χρησιμοποιούμε στην Ευρώπη και την Αμερική;

Στην Αμερική  η στρέβλωση και η κατάχρηση της γλώσσας είναι συνήθως πολιτισμική και όχι πολιτική. Οι  Αμερικάνοι κατηγορούν τον Ομπάμα ως σοσιαλιστή – ενώ οι Ιταλοί, πχ, θα έλεγαν μακάρι να ήταν! Ωστόσο, κανείς δεν τα παίρνει αυτά πολύ στα σοβαρά. Το σοβαρό πρόβλημα στις ΗΠΑ είναι η επιτήρηση των πολιτισμικών κοινοτήτων για το τι μπορούν να πουν και τι όχι, και αυτό καθορίζει το πώς ορίζουμε τη διαφορά. Η κεντρική ιδέα είναι ότι δεν μπορούμε  να έχουμε μια ελίτ, αφού ο ελιτισμός είναι αντιδημοκρατικός και προάγει την ανισότητα. Ως εκ τούτου, πάντα καταλήγουμε στο ότι οι άνθρωποι  είναι, κατ’ ουσίαν, το ίδιο. Αν έχουν κάποια σοβαρή αναπηρία όπως εγώ [ο Τ. Τζουντ πάσχει από αμυοτροφική πλευρική σκήρυνση], είναι «άτομα με ειδικές ικανότητες», έκφραση που βρίσκω τη πολύ διασκεδαστική: Δεν πρόκειται για κάποιες «ειδικές ικανότητες», αλλά για έλλειψη ικανότητας! Δεδομένου όμως ότι είναι πολιτικά μη ορθό να κάνεις τη διάκριση μεταξύ ανθρώπων που μπορούν να κάνουν πράγματα και ανθρώπων που δεν μπορούν, η δεύτερη κατηγορία περιγράφεται ως άνθρωποι με ξεχωριστές αλλά ισοδύναμες ικανότητες. Υπάρχουν πολλά προβλήματα με αυτό: Πρώτον, είναι μια άθλια γλώσσα. Δεύτερον, δημιουργεί την ψευδαίσθηση μιας ομοιότητας ή ενός επιτεύγματος, ενώ δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο. Τρίτον, αποκρύπτει τις επιπτώσεις της πραγματικής δύναμης και ικανότητας, τον πραγματικό πλούτο και την επιρροή. Λέμε δηλαδή ότι όλοι έχουν τις ίδιες ευκαιρίες, ενώ στην πραγματικότητα κάποιοι έχουν περισσότερες από άλλους.  Και με αυτή την απατηλή γλώσσα της ισότητας, οι βαθιές ανισότητες επιβιώνουν πολύ πιο εύκολα.

Στη Βρετανία, το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα καταχρηστικής χρήσης της γλώσσας είναι ο επαναπροσδιορισμός των ιδιωτικών, επικερδών οικονομικών δραστηριοτήτων σαν υπηρεσιών που παρέχονται από το κράτος. Ένα απτό παράδειγμα είναι ο τρόπος που δόθηκε το δικαίωμα σε ιδιώτες επιχειρηματίες να λειτουργούν οίκους ευγηρίας. Ωστόσο, κανείς δεν θέλει να το πει ξεκάθαρα, γι’ αυτό και το περιγράφουν σαν «παροχή υπηρεσιών» λες και πρόκειται για τον γαλατά που φέρνει το γάλα στους ηλικιωμένους.  Και η γλώσσα αυτή εμποδίζει  τους ανθρώπους  να αντιληφθούν πλήρως ότι το κράτος έχει εκχωρήσει τις εντεταλμένες αρμοδιότητές του στους ιδιώτες κίνητρο των οποίων είναι να προσφέρουν τη φτηνότερη δυνατή υπηρεσία αποκομίζοντας το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος.

Στη Γαλλία συμβαίνει κάτι διαφορετικό, ένα είδος καταχρηστικής αναδιατύπωσης του ρεπουμπλικανισμού. Το παλιό γαλλικό ιδεώδες του εξισωτικού ρεπουμπλικανισμού χωρίς διακρίσεις, χωρίς συμβιβασμούς με τη θρησκεία ή τους τοπικισμούς, όπου ο καθένας έχει τις ίδιες ευκαιρίες, μιλάει την ίδια γλώσσα, ζει στην ίδια  Γαλλία –ένα ιδανικό που επινοήθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα, συνιστώντας μια ριζική ρήξη με το Παλαιό Καθεστώς– χρησιμοποιείται  τώρα για να καλύψει προβλήματα και υστερήσεις των νέων, ιδίως αν είναι μαύροι ή μελαψοί, από τα προάστια ή τη Βόρεια Αφρική. Η παλιά γλώσσα της ισότητας έχει μεταμορφωθεί στην απόφανση ότι όλοι έχουμε τις ίδιες ευκαιρίες, είμαστε όλοι ίσοι·  ότι δεν θα μιλήσουμε για το γεγονός ότι είσαι γυναίκα αραβικής καταγωγής, ότι επιτρέπεται να  ντύνεσαι διαφορετικά, διότι αυτό δεν θα ήταν δημοκρατικό. Αυτή η υπεκφυγή επιτρέπει πολύ ανελεύθερες συμπεριφορές στο όνομα ενός «ιδεώδους της ελευθερίας».

Στο βιβλίο σας Postwar υποστηρίζετε ότι η μοναδικότητα της Ευρώπης δεν έγκειται στους νόμους της, αλλά τον τρόπο ζωής. Ζω στην Ευρώπη,  αλλά δεν ξέρω τι είναι αυτό.

Κάθε φορά που μια όπερα έρχεται από το Παρίσι ή τη Λυών στη Λιουμπλιάνα, την πόλη που μένετε, ζείτε τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής. Οι άνθρωποι που εργάζονται σ’ αυτήν έχουν όλοι συμβόλαια, ασφάλιση υγείας και σύνταξης, δικαιούνται επιδόματα ανεργίας — μια ασφάλεια που δεν παρέχει καμιά αμερικανική εταιρεία στους χορευτές ή τους τραγουδιστές της. Στην Αμερική πληρώνουν καλύτερα, αλλά οι εργαζόμενοι δεν έχουν κανένα από τα παραπάνω προνόμια ή προστασία. Ευρωπαϊκός τρόπος ζωής είναι να  ταξιδεύετε με τρένα, αντί να οδηγείτε ένα ρυπογόνο αυτοκίνητο ή να παίρνετε ένα ρυπογόνο αεροπλάνο για μια σχετικά μικρή απόσταση, καθώς υπάρχουν επιδοτούμενες δημόσιες ή ημιδημόσιες μεταφορές. Ευρωπαϊκός τρόπος της ζωής είναι να μιλάτε  αγγλικά  και νιώθετε εξίσου  άνετα στις Βρυξέλλες, τη Βαρκελώνη, τη Γενεύη, τη Βιέννη, το Λονδίνο και οπουδήποτε αλλού, επειδή είστε πολίτης ενός μεγαλύτερου χώρου από τη χώρα  όπου γεννηθήκατε, και η οποία σας καθορίζει μόνο εν μέρει. Πιστεύω ότι, πάνω απ’ όλα, ευρωπαϊκός τρόπος ζωής σημαίνει ότι οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζετε στην επαγγελματική σας ζωή είναι σε κάποιο βαθμό μειωμένοι λόγω της ύπαρξης μιας σειράς εγγυήσεων, λ.χ. κρατική ενίσχυση σε περίπτωση που χάσετε τη δουλειά σας.  Αυτό δημιουργεί την αίσθηση ενός χώρου όπου είστε ασφαλείς. Όταν βρίσκεσαι στην Αμερική, είναι εύκολο να διακρίνεις τη διαφορά: υπάρχει ένας χώρος όπου μπορείτε να διαπρέψετε ή να τα θαλασσώσετε, αλλά όχι κάποιος χώρος στον οποίο να αισθάνεστε αυτό το αίσθημα ασφάλειας.

Έχετε γράψει ότι η ιδέα της ριζοσπαστικής  προόδου διαλύθηκε  με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την κατάρρευση του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη. Αν δεν μπορούμε πλέον να πιστεύουμε στους άτεγκτους νόμους της Ιστορίας ή στη βεβαιότητα ενός σοσιαλιστικού μέλλοντος, σε ποια βάση μπορεί να θεμελιωθεί μια προοδευτική πολιτική;

Πιστεύω ότι πρέπει να ανακτήσουμε την πίστη όχι στην ελευθερία, επειδή αυτή εύκολα μετατρέπεται σε κάτι άλλο, όπως είδαμε, αλλά στην ισότητα. Ισότητα, που δεν σημαίνει ομοιότητα. Ισότητα πρόσβασης στην πληροφορία, ισότητα πρόσβασης στη γνώση,  ισότητα πρόσβασης στην εκπαίδευση, ισότητα πρόσβασης στην εξουσία και στην πολιτική. Θα έπρεπε να ασχοληθούμε περισσότερο με τις ανισότητες ευκαιριών, μεταξύ νέων και ηλικιωμένων, μεταξύ ατόμων με διαφορετικές δεξιότητες ή από διάφορες περιοχές μιας χώρας. Είναι ένας άλλος τρόπος να μιλήσουμε για την αδικία. Πρέπει να ξαναανακαλύψουμε μια γλώσσα της διαφωνίας. Κι αυτή δεν  μπορεί να είναι μια οικονομική γλώσσα, αφού  μέρος του προβλήματος είναι ότι, εδώ και πάρα πολύ καιρό, μιλάμε για την πολιτική στη γλώσσα της οικονομίας, όπου τα πάντα αναφέρονται  στη μετάφραση, την αποτελεσματικότητα, την παραγωγικότητα και τον πλούτο, και πολύ λίγα στα συλλογικά ιδεώδη, γύρω από τα οποία μπορούμε να συσπειρωθούμε, να θυμώσουμε μαζί, να κινητοποιηθούμε συλλογικά, όσον αφορά το ζήτημα της δικαιοσύνης, της ανισότητας, της βαρβαρότητας ή της ανήθικης συμπεριφοράς.

Έχουμε απεμπολήσει τη γλώσσα με την οποία μπορούμε να τα κάνουμε όλα αυτά. Και μέχρι να ανακαλύψουμε ξανά αυτήν τη γλώσσα, πώς μπορούμε άραγε να δημιουργήσουμε δεσμούς μεταξύ μας; Δεν μπορούμε να πλησιάσουμε ο ένας τον άλλο στη βάση των ιδεών του 19ου και του 20ού αιώνα για  την αναπόφευκτη πρόοδο ή τη  φυσική ιστορική εξέλιξη από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό ή οτιδήποτε άλλο. Δεν μπορούμε να πιστεύουμε κάτι τέτοιο πια. Και, ούτως ή άλλως, δεν μπορεί να μας προσφέρει τίποτα πια. Πρέπει να ξαναβρούμε τη δική μας γλώσσα της πολιτικής.

μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης


Ο Τόνυ Τζουντ, ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς της μεταπολεμικής Ευρώπης, γεννήθηκε το 1948 στο Λονδίνο, από γονείς εβραϊκής καταγωγής. Ήρθε από νωρίς σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες και την αριστερή πτέρυγα του σιωνιστικού κινήματος. Έζησε ένα χρόνο σε κιμπούτζ στο Ισραήλ και στον Πόλεμο των Έξι Ημερών  κατατάχθηκε εθελοντικά στον ισραηλινό στρατό, στη συνέχεια ωστόσο υπήρξε σφοδρός επικριτής της ισραηλινής πολιτικής. Σπούδασε στο Καίμπριτζ και στην Ecole Normale Supérieure· τα πρώτα του βιβλία αναφέρονται στη γαλλική ιστορία,  ιδίως στην Αντίσταση, την Αριστερά και τους μαρξιστές διανοούμενους. Εδώ και χρόνια ζει στην Αμερική. Πιο πρόσφατα βιβλία του: Postwar: A History of Europe Saince 1945 (2005), Reappraisals: Reflections on the Forgotten Twentieth Century (2008), ενώ το 2010 κυκλοφόρησε το Ill Fares the Land, μια ένθερμη συνηγορία υπέρ του κράτους πρόνοιας.

Στο London Review of Books (Μάρτιος 2010) ο Tony Judt μίλησε στη δημοσιογράφο Kristina Bozic για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τον Μπάρακ Ομπάμα, την Αριστερά, το Παλαιστινιακό, την έννοια της Ευρώπης και την ευρωπαϊκή κουλτούρα· αποσπάσματα δημοσιεύουμε στη συνέχεια. Το πλήρες κείμενο, με τίτλο «The way things are and how they might be» είναι προσιτό στο http://www.lrb.co.uk/v32/n06/contents



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s