Όχι στη Γερμανία της εθνικής αναδίπλωσης!

Standard

του Ούλριχ Μπεκ

Πωλ Κλέε, "Υποψήφιος άγγελος", 1939

Ο υπ’ αριθμόν ένα νόμος της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας της διακινδύνευσης μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: Μην αφήνεις ποτέ ανεκμετάλλευτο έναν παγκόσμιο κίνδυνο,  αποτελεί  πάντα μια ευκαιρία για σπουδαία επιτεύγματα.  Η ερμηνεία του νόμου αυτού δεν εκβάλλει απαραιτήτως σε μια πολυμερή και «κοσμοπολίτικη» προοπτική· κάποιος μπορεί να τη δει σαν αφετηρία για μια μονομερή εθνική πολιτική. Έτσι, η καγκελάριος της Γερμανίας Άγκελα Μέρκελ επωφελείται από την ευρωπαϊκή νομισματική κρίση για να επαναπροσδιορίσει τη δημοσιονομική πολιτική της ευρωζώνης σύμφωνα με την οπτική μιας γερμανικής Ευρώπης. […]

Σήμερα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αγωνίζονται ενάντια σε εκείνο που μέχρι χτες έμοιαζε αδιανόητο: το φάσμα μιας ενδεχόμενης δημοσιονομικής χρεοκοπίας και της κατάρρευσης του ευρώ έχει στοιχειώσει τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Και να που αίφνης εμφανίζεται ένα μεγάλο πολιτικό δίλημμα: συνεργασία ή αποτυχία! Αμέσως είπα: Θεέ μου, τι τύχη! Ακόμα και αν η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υπήρχε, θα έπρεπε να την εφεύρουμε, για να αποτρέψουμε την κατάρρευση του ευρώ. Ο Ιμμάνουελ Καντ ή η καταστροφή! Χρειαζόμαστε ένα ισχυρό και σταθερό ευρώ, τώρα είναι η στιγμή, ή τώρα ή ποτέ, να κινητοποιήσουμε την πολιτική μας βούληση, ώστε να εξασφαλίσουμε ότι η πολιτική της ειρήνης με άλλα μέσα, ο συντονισμός και η ενοποίηση των οικονομικών πολιτικών θα κάνουν ένα αποφασιστικό βήμα προς τα μπρος.

Εκτός αν η Γερμανία θεωρήσει πως ήρθε η ώρα να υπερασπιστεί τον εαυτό της ενάντια στην Ευρώπη — η γερμανική επιτυχία ως μοντέλο, αντιπαρατιθέμενο στις καταχρήσεις των ζηλόφθονων ευρωπαίων εταίρων της, που σκοπεύουν να διαχειριστούν τα ελλείμματά τους  βάζοντας χέρι στην τσέπη των Γερμανών. Μήπως λοιπόν ο αμοιβαίος εθνικισμός που λανσάρουν διάφοροι πραγματιστές Ευρωπαίοι είναι η λύση, αφού δεν επιτρέπει απλώς, αλλά επιβάλλει σε κάθε κράτος να αντιμετωπίζει αυτοτελώς τα οικονομικά του προβλήματα;

Κάθε κράτος πρέπει να αναγνωρίσει την εθνική κυριαρχία των άλλων ευρωπαϊκών κρατών, ταυτόχρονα όλα τα κράτη πρέπει να αποφύγουν τις αρνητικές συνέπειες που μπορεί να προξενήσει η οικονομική τους πολιτική στα υπόλοιπα. Αυτή η άποψη βασίζεται σε τρεις αρχές –ίσα δικαιώματα, συντονισμένη λήψη μέτρων και αμοιβαία ευθύνη–, στις οποίες πρέπει να προσθέσουμε μία τέταρτη: την απόλυτη άρνηση να επεκταθεί η δικαιοδοσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην οικονομική πολιτική.

Ίσως το μοντέλο αμοιβαίου εθνικισμού μας αρκεί όταν όλα είναι ρόδινα,  όμως οδηγεί στην αποτυχία σε μια εποχή που το ευρώ απειλείται με κατάρρευση. Η ασυμβατότητα μεταξύ της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής και των κοινωνικών και δημοσιονομικών συστημάτων δημιουργεί ένα ναρκοθετημένο πολιτικό πεδίο, τόσο μεταξύ των διαφόρων κρατών όσο και στο εσωτερικό του καθενός. Κανένα κράτος δεν είναι αρκετά ισχυρό για να μπορέσει να σώσει τα άλλα όταν πέσουν σε κινούμενη άμμο. Ταυτόχρονα, το μοντέλο αυτό μας αποκρύπτει το  βαθμό αλληλεξάρτησης των κρατών-μελών σε ένα δίκτυο: όταν ένα κράτος χρεοκοπήσει, τα άλλα κινδυνεύουν να βουλιάξουν μαζί του.

Μια «κοσμοπολιτική προσταγή» ανακύπτει από τους παρόντες οικονομικούς κινδύνους,  καθώς αυτοί επιβάλλουν τη συνεργασία, ακόμα και σε παίκτες-κλειδιά, όπως η Γερμανίδα καγκελάριος, που δεν έχουν την παραμικρή επιθυμία να αντιληφθούν την αναγκαιότητα αυτή.

Η κρίση που προκλήθηκε από τους κινδύνους που αντιμετωπίζει το ευρώ λειτούργησε καταλυτικά για τη διαμόρφωση νέων συσχετισμών δύναμης.  Όταν έρχεται η ώρα των αποφάσεων, τότε το πάνω χέρι δεν το έχει ούτε η Κομισιόν ούτε ο πρόεδρος της ΕΕ ούτε ο πρόεδρος του Συμβουλίου, αλλά ούτε πλέον η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία ή το Ηνωμένο Βασίλειο· τις κρίσιμες στιγμές, αυτή που κάνει παιχνίδι είναι η Γερμανίδα καγκελάριος σε στενή συνεργασία με τον Γάλλο πρόεδρο, Νικολά Σαρκοζί.

Όμως η Άγκελα Μέρκελ δεν είναι η Άγκελα Κολ ούτε η Άγκελα Μπραντ. Ο καγκελάριος Κολ έλεγε στις προγραμματικές του δηλώσεις το 1991: «Η Γερμανία είναι η πατρίδα μας, η Ευρώπη το μέλλον μας». Και ο Βίλλυ Μπραντ είχε δηλώσει στην πρώτη συνεδρίαση της Βουλής της ενωμένης Γερμανίας: «Το να είναι κανείς Γερμανός και να είναι Ευρωπαίος τώρα πλέον, και ελπίζω για πάντα, πάνε χέρι-χέρι». Η ανατροπή αυτού του πιστεύω, από την καγκελάριο Μέρκελ, αγγίζει μια πολύ ευαίσθητη χορδή, και όχι μόνο των Ευρωπαίων εταίρων μας.

Δεν είναι όμως ούτε  η Μάργκαρετ Μέρκελ, που επιβάλλει στην Ευρώπη, με σιδηρά πειθαρχία, τη λογική της αγοράς. Είναι η Άγκελα Μπους. Όπως ο Τζωρτζ Μπους, χρησιμοποίησε τη λογική του κινδύνου, προκειμένου να υπαγορεύσει στον υπόλοιπο κόσμο τη μονομερή λογική του και να κηρύξει τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, η Άγκελα Μπους αξιοποίησε τον νομισματικό κίνδυνο στην Ευρώπη, προκειμένου να επιβάλει στην  υπόλοιπη ΕΕ τη γερμανική πολιτική οικονομικής σταθεροποίησης.

Το γερμανικό μάρκο υπήρξε το σύμβολο της γερμανικής ισχύος. Το ίδιο λοιπόν πρέπει να συμβεί σήμερα με το ευρώ. Εκ των υστέρων, και κατά συνέπεια, ο εθνικισμός του γερμανικού μάρκου αποτυπώνεται σήμερα στο ευρώ που απειλείται με κατάρρευση. Οι βάσεις της πολιτικής της Γερμανίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δηλαδή μια πολύπλευρη και όχι μονομερής προσέγγιση, θυσιάστηκαν αβασάνιστα, εν ονόματι της Ευρώπης, στο βωμό της «σταθεροποίησης του ευρώ», με τίμημα ένα εκπληκτικό μείγμα αυτοαναφορικότητας, αυτάρκειας και αυταπάτης.

Ωστόσο, η επίθεση της Μέρκελ προς όφελος ενός «γερμανευρώ» εγγράφεται σε ένα πολύ ευρύτερο πλαίσιο. Τόσο στην οικονομία όσο και στην εξωτερική πολιτική ή στο ζήτημα της επέμβασης των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων στο εξωτερικό, η καγκελάριος εκπροσωπεί ένα κράτος αναδιπλωμένο στον εαυτό του, μια Γερμανία που έπαψε πια να είναι η πιο Ευρωπαία από όλους τους Ευρωπαίους, που προτιμάει να ελαχιστοποιεί τις συμμαχίες και τις υποχρεώσεις της εντός της Ευρωπαϊκής
Ένωσης.  Μια Γερμανία που φλερτάρει με την ιδέα να γίνει στο μέλλον μια «μεγάλη Ελβετία» ή μια «μικρή Κίνα» (μεγάλα πλεονάσματα στις εξαγωγές, συνδυασμένα με περιορισμένη εσωτερική ζήτηση). Μια  Γερμανία που επανακαθορίζει τη μεταπολεμική της συνταγματική ιστορία με βάση την έννοια ενός αυτοαναφορικού κράτος και, last but not least μια Γερμανία που επαναδιατυπώνει το «Γερμανικό Ζήτημα» εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου.

Πίσω από όλα αυτά, αρχίζει να διαμορφώνεται πολιτικά μια ψευδής εθνική μυθολογία, που κατασκευάζουν κάποιες διανοητικές ελίτ: στιγματίζουν την απρόσωπη ευρωπαϊκή γραφειοκρατία (όπως πρόσφατα ο Χανς-Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ στο Der Spiegel) ή τη δημοκρατική οπισθοχώρηση (η απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου για τη Συνθήκη της Λισσαβώνας — ένα ακόμα εντυπωσιακό παράδειγμα της νέας γερμανικής μονομέρειας). Όλα αυτά επαναφέρουν υπορρήτως την εντελώς εξωπραγματική άποψη ότι  είναι δυνατή η επιστροφή σε ένα ειδυλλιακό έθνος-κράτος.

Κυριαρχεί μια τυφλή πίστη στο έθνος-κράτος, εντελώς αντίθετη με την ίδια την ιστορικότητά του, καθώς και μια επίμονη και παραπλανητική απλοϊκή άποψη, που θεωρεί αιώνιο και δοσμένο από τη φύση εκείνο που πριν από δύο ή τρεις αιώνες θεωρούνταν αδιανόητο και εντελώς ξένο ως προς τη φύση. Αυτός ο διανοητικός εθνικισμός και η απατηλή μυθολογία του έθνους, που βασίζεται στη νοσταλγία, δεν εμφανίζεται μόνο σε ορισμένες σκοτεινές γωνιές της Ευρώπης, έρμαια του δεξιού λαϊκισμού, αλλά κυριαρχεί και στους πλέον πεπαιδευμένους  και καλλιεργημένους ευρωπαϊκούς κύκλους.

Το γερμανικό μεταπολεμικό μοντέλο περιελάμβανε μια εξωτερική πολιτική που σφραγίδα της ήταν η νεωτερικότητα στον υπέρτατο βαθμό: ήταν μεταεθνικό, δεν ασκούσε μονομερή πολιτική, βασιζόταν στην οικονομία, ήταν εξαιρετικά ειρηνόφιλο από κάθε άποψη –διακηρύσσοντας την αλληλεξάρτηση σε όλα τα επίπεδα, αναζητούσε παντού φίλους και δεν φαντασιωνόταν πουθενά εχθρούς. Η «ισχύς», η «εξουσία» θεωρούνταν κατά βάθος μια χοντροκομμένη λέξη, και έπρεπε να αντικατασταθεί από την «ευθύνη». Κι όσο για τα εθνικά συμφέροντα, έμπαιναν διακριτικά σε δεύτερη μοίρα, σαν τις παλιές πολυθρόνες «Charles X», πίσω από μια βαριά κουρτίνα όπου ήταν γραμμένες με χρυσά γράμματα οι λέξεις «Ευρώπη», «ειρήνη», «συνεργασία», «σταθερότητα», «ομαλότητα», ακόμα και «ανθρωπότητα».

Πρόκειται απλώς για μια αίσθηση ή για γεγονός; H ενωμένη Ευρώπη,  η οποία αναφέρεται στο προοίμιο του Γερμανικού Συντάγματος, έπαψε πράγματι να αποτελεί τον πολικό αστέρα της γερμανικής πολιτικής και του τρόπου που αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους οι ίδιοι οι Γερμανοί; Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο –που θα απαιτούσε ζωηρές συζητήσεις  εντός και εκτός της Ευρώπης–, αυτό θα σήμαινε το τέλος της μπελ επόκ για τη Γερμανία και την Ευρώπη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα κινδύνευε να ξαναγίνει μια ζώνη ελευθέρων συναλλαγών πολυτελείας σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνίας της διακινδύνευσης, όπου καμία χώρα δεν μπορεί να λύσει  μόνη της τα  προβλήματά της.

Μετάφραση: Γιάννης φον Μπαλαμπανίδης, Στρ. Μπουλαλάκης


Ο Ούλριχ Μπεκ είναι ένας από τους γνωστότερους σύγχρονους Γερμανούς κοινωνιολόγους και στοχαστές, εισηγητής των όρων «κοινωνία της διακινδύνευσης», και «δεύτερη νεωτερικότητα». Στα ελληνικά κυκλοφορούν τέσσερα βιβλία του (από τις εκδόσεις Καστανιώτη, Λιβάνη και Νήσος). Το άρθρο δημοσιεύτηκε στη «Monde», στις 10.4.2010.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s