Η μακρά κρίση της Ευρώπης

Standard

του Μισέλ Αλιετά

Ανρί Ματίς, από τη σειρά "Τζαζ", 1947

Υπάρχει μία μόνο κρίση του χρηματοπιστωτικοποιημένου και τοξικοεξαρτημένου από το χρέος καπιταλισμού, η οποία άρχισε τον Αύγουστο του 2007 και πέρασε έναν πρώτο παροξυσμό το φθινόπωρο του 2008. Έχουμε εισέλθει στη δεύτερη πράξη αυτής της κρίσης. Στο έργο τους για τις χρηματοοικονομικές κρίσεις στην ιστορία η Κάρμεν Ράινχαρντ (Carmen Reinhardt) και ο Κένεθ Ρόγκοφ (Kenneth Rogoff) δείχνουν ότι οι διεθνείς τραπεζικές κρίσεις σχεδόν πάντοτε επανέρχονται ως κρίσεις χρέους των κρατών.

Οι τόποι όπου επανέρχονται είναι οι ασθενείς κρίκοι της παγκόσμιας οικονομίας. Η Λατινική Αμερική τη δεκαετία του 1980, η Ευρωζώνη σήμερα. Διότι η κρίση αυτή συνδέεται με ένα γενετικό ελάττωμα της Ευρωζώνης. Δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει, εφόσον πρόκειται για μιαν ανολοκλήρωτη νομισματική ένωση, άρα και ευάλωτη. Πρόκειται, πράγματι, για ένα από τα πιο καθιερωμένα συμπεράσματα της διεθνούς μακροοικονομίας: μια νομισματική ένωση δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς μηχανισμό δημοσιονομικού συντονισμού.

Η Γερμανία επέβαλε την παράκαμψή του και την αντικατάσταση της αναγκαίας αλληλεγγύης με έναν ενιαίο κανόνα δημοσιονομικού περιορισμού, το περίφημο Σύμφωνο Σταθερότητας, το οποίο είναι αυθαίρετο και αναίσθητο στο εκάστοτε οικονομικό πλαίσιο. Η διάρρηξη αυτού του κανόνα με τη διάσωση των τραπεζών που μετέφερε την κρίση στα κράτη είναι το ελάχιστο που μπορούσε να περιμένει κανείς.

Η Ευρωζώνη διατείνεται ότι κυβερνάται με κανόνες εκτός της διαχείρισης του νομίσματος, όπου η Ευρωομάδα (Eurogroup, η σύνοδος των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης) δεν είναι παρά φάντασμα διακυβερνητικού συντονισμού. Στην Ελλάδα είδαμε ότι ο δημοσιονομικός κανόνας δεν εμπόδιζε την απάτη. Εκεί λοιπόν χτύπησε η κρίση. Στις 20 Οκτωβρίου 2009, ο νέος Έλληνας υπουργός Οικονομικών ανακοίνωσε ότι το δημόσιο έλλειμμα δεν θα ήταν 6% του ΑΕΠ αλλά 12,5% (που αναθεωρήθηκε κατόπιν σε 13,6%).

Από την ημέρα εκείνη και ως τις αρχές Μαΐου οι πολιτικοί ιθύνοντες της Ευρωζώνης, οι Γερμανοί προπάντων, μας προσέφεραν ένα εκπληκτικό θέαμα ανακοινώσεων και αντανακοινώσεων, αντιφατικών επωδών και δηλώσεων προθέσεων, δείχνοντας σε ολόκληρο τον κόσμο, και ιδίως στη διεθνή χρηματοπιστωτική κοινότητα, πόσο ακυβέρνητη είναι η Ευρώπη. Ποιος εκπλήσσεται που το θέαμα αυτό έδωσε την ευκαιρία στις τράπεζες και τα αγγλοσαξονικά hedge funds να κερδοσκοπήσουν πάνω σε ένα σενάριο μη διαχειρίσιμης  ελληνικής χρεοκοπίας και αποσύνθεσης της Ευρωζώνης;

Ποιος εκπλήσσεται που αυτή η επαναλαμβανόμενη από τον Ιανουάριο κερδοσκοπία κατέληξε να διαλύσει την εμπιστοσύνη του συνόλου των επενδυτών; Μέσω της Ελλάδας διακρίνουν την έλλειψη συνοχής της Ευρώπης. Γι’ αυτό δέχθηκε επίθεση το ευρώ. Η ειρωνεία είναι ότι η διολίσθηση μέχρι στιγμής είναι ένα εξαίρετο νέο!

Είχε γίνει ένα κεφαλαιώδες σφάλμα, που το τριετές σχέδιο χρηματοδότησης της Ελλάδας με 110 δισ. ευρώ δεν μπορούσε να αναιρέσει. Επαναλήφθηκε το ίδιο σφάλμα με εκείνο που είχαν διαπράξει το 1982 οι πιστωτές του δημοσίου χρέους του Μεξικού: η άρνηση ότι υπάρχει πρόβλημα δυνατότητας πληρωμών, παριστάνοντας ότι το μόνο ζήτημα είναι ένα μεταβατικό πρόβλημα ρευστότητας. Το σφάλμα αυτό είχε κοστίσει τότε μια χαμένη δεκαετία για ολόκληρη τη Λατινική Αμερική. Οι χώρες εξαντλήθηκαν από τα στείρα προγράμματα λιτότητας που επέβαλε το ΔΝΤ για να διαφυλάξει τις πιστώτριες τράπεζες. Μόνο στο τέλος της δεκαετίας, με την πρωτοβουλία Brady, αναδιαρθρώθηκαν τα χρέη, οι τράπεζες μπόρεσαν να απαλλαγούν από τις απαιτήσεις τους με περικοπές και οι οικονομίες ξαναβρήκαν τον δρόμο της μεγέθυνσης.

Τα μέτρα λιτότητας στην Ελλάδα: μια βραδυφλεγής βόμβα

Όταν επιβάλλουν στην Ελλάδα μια συντριπτική λιτότητα και προσποιούνται ότι θα τα καταφέρει ολομόναχη σε ένα πλαίσιο εσωτερικής ύφεσης, πιθανής αποπληθωριστικής πορείας και, στην καλύτερη περίπτωση, ασθενικής ευρωπαϊκής μεγέθυνσης, εγκαθιστούν μια βραδυφλεγή βόμβα που μπορεί να κοστίσει πανάκριβα σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Η έλλειψη πολιτικού θάρρους και κυρίως ο εγκλωβισμός της Γερμανίας στον λαμπρό της εγωισμό την οδήγησαν να διακηρύσσεται επί μήνες: «Όχι χρεοκοπία, όχι διάσωση, όχι έξοδος από την Οικονομική και Νομισματική Ένωση». Όμως, η πιο συνετή πολιτική απάντηση, άρα και η πιο λογική στην καρδιά μιας παγκόσμιας κρίσης, αλλά επίσης και η πιο δίκαιη, θα ήταν να είχε αναγνωρισθεί η ανάγκη αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους και να είχε οργανωθεί ένα σχέδιο από το τελευταίο τρίμηνο του 2009. Διότι ένα σχέδιο αναδιάρθρωσης επιτρέπει να μειωθεί το κόστος μιας χρεοκοπίας αν προκύψει. Μελέτη της Τράπεζας της Αγγλίας έδειξε ότι μια χώρα που πτωχεύει χωρίς συμφωνία με τους πιστωτές της υφίσταται τριπλάσιες απώλειες παραγωγής από μια χώρα που το χρέος της αναδιαρθρώθηκε.

Μια μεγάλη διάσκεψη με τη συμμετοχή των ιδιωτών πιστωτών θα έπρεπε να ορίσει τις αρχές μιας αναδιάρθρωσης. Αυτό το σχέδιο θα ήταν λιγότερο δαπανηρό εκείνη την εποχή. Στο πλαίσιο μιας χρονικής ανακλιμάκωσης του χρέους, οι τράπεζες θα μπορούσαν να πωλήσουν με περικοπή απαιτήσεις έναντι της Ελλάδας που θα είχαν μετατραπεί σε τίτλους εγγυημένους από ένα ευρωπαϊκό ταμείο και θα αγοράζονταν από όλους τους επενδυτές του κόσμου.

Καθώς η δυνατότητα αυτή δεν εξετάστηκε, η Ευρωζώνη βρέθηκε αντιμέτωπη με την πολύ δυσκολότερη πρόκληση να πρέπει να αποδείξει την αξιοπιστία της. Η μετάδοση εξαπλώθηκε σε τίτλους του δημοσίου χρέους των πιο ευάλωτων χωρών (Πορτογαλία, Ισπανία) ή των ήδη πιο χρεωμένων (Ιταλία) της Ευρωζώνης, με την ενεργό σύμπραξη των οίκων αξιολόγησης που νοιάζονταν να μην επαναλάβουν τις καταστροφικές τους επιδόσεις στην κρίση των subprimes.

Μέσα σε ένα κλίμα φυγής των επενδυτών προς την ποιότητα, δηλαδή προς τα γερμανικά και τα αμερικανικά ομόλογα, η αδυναμία αντίδρασης των υπουργών Οικονομικών των χωρών που πλήττονταν ήταν θλιβερή. Χρειάστηκε να πιεστούν οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης από τη μετάδοση σε όλες τις αγορές κεφαλαίων του κόσμου, οι αμερικανοί ιθύνοντες και το ΔΝΤ να τους υπενθυμίσουν τις ευθύνες τους, για να αντιδράσουν στην έκταση που απαιτούνταν για να αντιμετωπιστεί η συστημική κρίση.

Η ανάπτυξη μέσων επείγουσας παρέμβασης (60 δισ. ευρώ) και συναφών κρατικών εγγυήσεων (440 δισ. ευρώ) για να δοθεί η δυνατότητα σε ένα νέο χρηματοπιστωτικό φορέα να αντλήσει πόρους από τις αγορές ώστε να αγοράσει δημόσιο χρέος των ευάλωτων χωρών, είναι μια αξιόλογη δύναμη κρούσεως. Συμπληρώνεται με μια άμεσα εφαρμόσιμη στήριξη 250 δισ. ευρώ από το ΔΝΤ και με την αλλαγή στάσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία εφεξής δέχεται να αγοράζει δημόσιους τίτλους στη δευτερογενή αγορά. Πρόκειται για εξαίρετη πρωτοβουλία που δεν θέτει υπό αίρεση την ανεξαρτησία της, η οποία συνοδεύει τις πολιτικές δημοσιονομικής εξυγίανσης μειώνοντας τα επιτόκια των ομολόγων, και που δεν έχει καμία πληθωριστική επίπτωση σε μια συγκυρία κυριαρχούμενη από αποπληθωριστικές πιέσεις, καθώς μάλιστα οι παρεμβάσεις μπορούν να αποστειρωθούν αν χρειαστεί.

Πρέπει όμως να πάμε πιο πέρα και να τοποθετήσουμε τις άμεσες χρηματοοικονομικές αναταραχές και την απάντηση των νομισματικών αρχών στο πλαίσιο της  μακράς κρίσης της Ευρώπης. Γιατί η απάντηση αυτή, για την ώρα, δεν αφορά παρά τη διατήρηση της ρευστότητας των αγορών, διασφαλίζοντας ότι οι απαιτήσεις πληρωμών των οφειλετριών χωρών θα εξοφληθούν. Για άλλη μια φορά πρόκειται μόνο για τη διαφύλαξη των τραπεζών, οι οποίες έφεραν τα δημόσια οικονομικά στην ολέθρια κατάσταση που θρηνούμε! Η μακροχρόνια διαχείριση της ικανότητας αποπληρωμής των δημοσίων και ιδιωτικών χρεών και η επανεύρεση των δρόμων της μεγέθυνσης είναι προκλήσεις που θέτουν διαφορετικά, μεγαλύτερα προβλήματα θεσμών και πολιτικών στόχων.

Οι χώρες της Ευρωζώνης βρίσκονται μπροστά σε μιαν άλυτη αντίφαση αν δεν αλλάξουν προσέγγιση στην οικονομική πολιτική. Στην ιστορική τους έρευνα η Κ. Ράινχαρντ και ο Κ. Ρογκόφ εντόπισαν ένα κρίσιμο όριο για το δημόσιο χρέος γύρω στο 90% του ΑΕΠ. Πέρα από το όριο αυτό, η τελική δυνητική μεγέθυνση είναι η μισή από όση ήταν πριν από την κρίση που αύξησε το χρέος. Η πλειονότητα των χωρών της Ευρωζώνης θα έχει φτάσει ή υπερβεί το όριο αυτό από τα τέλη του 2011. Μερικά κράτη όμως του γερμανικού χώρου επιρροής (η Ολλανδία, η Αυστρία και κατεξοχήν η Γερμανία), θα βρίσκονται κάτω από το όριο. Εφόσον λάβουν υπόψη το συλλογικό συμφέρον της Ευρωζώνης, που μπορεί καλύτερα να ικανοποιήσει το δικό τους συμφέρον, η ομάδα των χωρών όπου το δημόσιο χρέος δεν είναι κρίσιμο θα έπρεπε να ασκήσουν πολιτικές στήριξης της ζήτησης. Το ζήτημα είναι πράγματι να βοηθήσουν την ομάδα χωρών που είναι καταδικασμένες στη δημοσιονομική εξυγίανση να επιτύχουν επαρκή μεγέθυνση, 2% τουλάχιστον, για να μπορέσουν να αντιστρέψουν τη δημοσιονομική επιδείνωση, και άρα για να αποφευχθεί οι χώρες αυτές να τραβήξουν ολόκληρη την Ευρωζώνη προς τα κάτω.

Η Ευρωζώνη δεν επιβιώνει χωρίς ένα μηχανισμό δημοσιονομικών μεταβιβάσεων

Σε κάθε περίπτωση, η Ευρωζώνη δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς ένα μηχανισμό δημοσιονομικών μεταβιβάσεων μεταξύ χωρών. Στο πνεύμα αυτό, η ίδρυση ενός ευρωπαϊκού ταμείου για να πολυμερισθεί η αλληλεγγύη θα ήταν μια χρήσιμη καινοτομία. Από όσα ακούμε για τις προθέσεις των κυβερνήσεων, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί. Η αυτοκτονική παγίδα είναι να θέλει κανείς να επαναφέρει τα δημόσια ελλείμματα κάτω από το 3% του ΑΕΠ και να πλησιάσει τα δημόσια χρέη στο μυθικό επίπεδο του 60% του ΑΕΠ σε ένα διάστημα τριών έως πέντε ετών. Το παράδειγμα των ΗΠΑ μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δείχνει ότι είναι εφικτή η μείωση του χρέους από πολύ υψηλά επίπεδα. Αλλά απαιτούνται δέκα έως δεκαπέντε χρόνια, βοήθεια από την κεντρική τράπεζα και συνεχής μεγέθυνση. Αντίθετα, αυτό που σημαίνει η αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας είναι η γενικευμένη συμπίεση των δημοσίων δαπανών που οδηγεί σε ανταγωνιστικό αποπληθωρισμό.

Πρόκειται για επέκταση σε όλη την Ευρωζώνη της πολιτικής που ακολούθησε η Γερμανία αρχής γενομένης με τις μεταρρυθμίσεις Σρέντερ στις αρχές του 2000. Η πολιτική αυτή της επέτρεψε να στηρίξει την οικονομία της με εξωτερικά πλεονάσματα που πραγματοποιήθηκαν στην πλάτη των ευρωπαίων εταίρων της (το 75% των πλεονασμάτων του 2008 δημιουργήθηκαν με την Ευρώπη, σύμφωνα με την Μπούντεσμπανκ), επωφελούμενη από το όργιο ιδιωτικού δανεισμού στις χώρες που ενθάρρυναν την κερδοσκοπία στα ακίνητα με όλα τα μέσα. Όμως αυτό ακριβώς το ιδιωτικό χρέος είναι πελώριο.

Στο τέλος του 2007 το ιδιωτικό χρέος έφτανε 335% του ΑΕΠ στο Ηνωμένο Βασίλειο και 317% στην Ισπανία, έναντι 200% στη Γερμανία και 196% στη Γαλλία. Οι προσπάθειες περιορισμού του οδήγησαν σε πλεονάζον παραγωγικό δυναμικό και πτώση επενδύσεων στις επιχειρήσεις, στην άνοδο της ανεργίας, σε στασιμότητα ή μείωση μισθών και στην αύξηση της αποταμίευσης των νοικοκυριών.

Επομένως, ο ιδιωτικός τομέας δεν είναι σε θέση να αντισταθμίσει τη δημοσιονομική λιτότητα στις χώρες όπου θα είναι δρακόντεια, δηλαδή στην Πορτογαλία, την Ισπανία, την Ιρλανδία και την Ιταλία. Η Ευρωζώνη κινδυνεύει επίσης να πέσει στην ίδια παγίδα με τον «συνασπισμό του χρυσού» την περίοδο 1932-1936 μετά την υποτίμηση της στερλίνας τον Σεπτέμβριο του 1931: τον φαύλο κύκλο αποπληθωρισμού, ύφεσης και αύξησης της πραγματικής αξίας των χρεών. Το φαινόμενο είναι ακόμα πιο ανησυχητικό, καθώς η δυνητική μεγέθυνση των τριών μεγαλύτερων χωρών της Ευρωζώνης υποχωρεί πάνω από σαράντα χρόνια τώρα, η Ιταλία μάλιστα έφτασε στη στασιμότητα.

Εάν καμία συνιστώσα της εσωτερικής ζήτησης δεν στηρίζει τη μεγέθυνση, η πολιτική δημοσιονομικής εξυγίανσης οδηγείται σε αποτυχία, εκτός και αν αναλάβει δράση η εξωτερική ζήτηση. Πράγματι, τα παραδείγματα των σκανδιναβικών χωρών μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 1991 και του Ηνωμένου Βασιλείου μετά την έξοδο της στερλίνας από το ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα τον Σεπτέμβριο του 1992 δείχνουν ότι η ανάκαμψη των οικονομιών αυτών και η συνακόλουθη μείωση του δημοσίου χρέους ήσαν αποτέλεσμα της μεγάλης υποτίμησης των εθνικών τους νομισμάτων.

Προϋποθέσεις για την επάνοδο στη μεγέθυνση

Θα χρειαζόταν, άρα, μια σημαντική υποτίμηση του ευρώ, γύρω στα 1,20 δολάρια προς 1 ευρώ ας πούμε, και κατόπιν διατήρηση της ισοτιμίας σε ανταγωνιστική ζώνη (1,2 έως 1,3) και επιπλέον μια ανατίμηση των ασιατικών νομισμάτων έναντι του δολαρίου, ώστε να προκληθεί ένα ισχυρό και παρατεταμένο θετικό «σοκ» ζήτησης και να ξεκινήσει στη συνέχεια μια αυτοσυντηρούμενη ανάκαμψη.

Αυτές ωστόσο δεν είναι παρά οι αρχικές προϋποθέσεις για την επάνοδο στη μεγέθυνση. Σε αντίθεση με την επικρατούσα στα ευρωπαϊκά όργανα άποψη, που οδήγησε σε πλήρες φιάσκο την περίφημη στρατηγική της Λισσαβώνας του 2000, η αποτελεσματικότητα των μακροπρόθεσμων διαρθρωτικών πολιτικών δεν είναι ανεξάρτητη από τη μακροοικονομική διαχείριση. Επιπλέον, οι δύο αυτές κατηγορίες πολιτικών δεν μπορούν να αφεθούν χωριστά στη διακριτική ευχέρεια κάθε κυβέρνησης μέσα σε μια νομισματική ένωση.

Αν θέλουμε να αποφύγουμε η απόκλιση μεταξύ χωρών να οδηγήσει σε αποσύνθεση, χρειάζεται μια βαθιά αναδιάρθρωση των προϋπολογισμών, συμβατή με το σύνολο των κρατών-μελών. Το κινητήριο σχέδιο δεν μπορεί παρά να είναι η στενή συνεργασία στον συνδυασμό ανθρώπινων και τεχνολογικών πόρων για να πρωτοστατήσουμε σε ένα κύμα καινοτομιών που φέρνουν η εξοικονόμηση ενέργειας, η υποκατάσταση με ανανεώσιμες πηγές, η προστασία του περιβάλλοντος και η μείωση του κόστους της υγειονομικής περίθαλψης. Πρέπει επίσης να φροντίσουμε ώστε να επωφεληθούν στον μέγιστο βαθμό οι αναδυόμενες χώρες οι οποίες θα γίνουν αιχμή του δόρατος στην παγκόσμια μεγέθυνση.

Αυτό προϋποθέτει να βγούμε από τη λογιστική δημοσιονομική λογική και να αναδιαρθρώσουμε ταυτόχρονα έσοδα και δαπάνες. Περιττό να επιμείνουμε στην ανάγκη να διευρυνθεί η φορολογική βάση και να καταργηθούν όλες οι ελαφρύνσεις που είχαν αποκλειστικά πελατειακή σκοπιμότητα. Πρέπει επίσης να δημιουργήσουμε κίνητρα για τον αναπροσανατολισμό των επενδύσεων. Το κύριο εργαλείο είναι ένας αυξανόμενος φόρος άνθρακα στο σύνολο της Ευρώπης, το προϊόν του οποίου θα πρέπει να διατεθεί εν μέρει σε επενδύσεις έρευνας και ανάπτυξης και εν μέρει για τη μείωση του εργατικού κόστους.

Ο φόρος αυτός θα πρέπει να συμπληρωθεί με κίνητρα, επιδοτήσεις και κανονισμούς για αστικές αναπλάσεις. Η αναδιάταξη του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού και η αύξηση των πόρων για την προαγωγή μιας  πράσινης ανάπτυξης θα έδινε μείζονα ώθηση.

Τέλος, όπως ολοκάθαρα δείχνει η σκανδιναβική εμπειρία, απαιτείται απόλυτη προτεραιότητα στις δημόσιες επενδύσεις για τη διά βίου εκπαίδευση και την έρευνα. Είναι ικανές οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για ένα τέτοιο aggiornamento; Δυστυχώς, τίποτα δεν μας ωθεί να το προβλέψουμε.

Ο Michel Aglietta είναι καθηγητής οικονομικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο Paris-X, ειδικευμένος στη διεθνή νομισματική οικονομία και τις χρηματοοικονομικές αγορές, με πλούσιο ερευνητικό και συγγραφικό έργο. Το δοκίμιό του «Η οικονομική κρίση» κυκλοφόρησε πέρυσι στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Πόλις.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Le Monde» στις 18.5.2010. Οι μεσότιτλοι είναι των «Ενθεμάτων».

μετάφραση: Ελίζα Παπαδάκη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s