Η τρομοκρατία της απόλυσης

Standard

Φωτογραφία του ούγγρου φωτογράφου Angelo

του Αποστόλη Καψάλη

Πολύ πριν εκδηλωθούν τα πρώτα κρούσματα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, η εργοδοτική πλευρά, διά στόματος των πολιτικών ελίτ, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, διεκδικούσε με ζήλο και επιμονή την περαιτέρω απελευθέρωση των απολύσεων σε ατομικό και ομαδικό επίπεδο.

Σύμφωνα μάλιστα με τις επιταγές του γνωστού αξιώματος της flexicurity, οι διοικητικές και οικονομικές «δυσλειτουργίες», που συνεπάγεται σε πολλές χώρες η οικεία εργατική νομοθεσία, επιβάλλεται να αμβλυνθούν δραστικά, έτσι ώστε, από τη μία, να διευκολύνεται η «κινητικότητα» των εργαζομένων και, από την άλλη, να επιτρέπεται στις επιχειρήσεις και στις εθνικές οικονομίες να αντιμετωπίζουν επιτυχώς τις οικονομικές και αναπτυξιακές προκλήσεις σε συνθήκες διεθνοποίησης του καπιταλισμού.

Οι συνήθεις ενστάσεις της εργατικής πλευράς περιορίζονται στην επισήμανση του προστατευτικού χαρακτήρα της εργατικής εν γένει νομοθεσίας και της αυτοτέλειάς της εν συγκρίσει με άλλους κλάδους του δικαίου (π.χ. εμπορική νομοθεσία) ή στην υπενθύμιση σχετικά με την παράλληλη λειτουργία ισχυρών και αποτελεσματικών θεσμών και πολιτικών κατάρτισης και επαναπροώθησης στην (τυπική-κανονική και αξιοπρεπή) απασχόληση σε όσες χώρες οι απολύσεις είναι νομικά ευχερέστερες και οικονομικά λιγότερο επαχθείς.

Στην περίπτωση της Ελλάδας όμως, είναι απαραίτητο να τονιστεί μια επιπλέον διπλή διάσταση του ζητήματος: αφενός, στην πράξη οι απολύσεις είναι, ήδη, εξαιρετικά απελευθερωμένες και, αφετέρου,  έπειτα από την πρόσφατη υιοθέτηση των κυβερνητικών μέτρων στο πλαίσιο της διεθνούς στήριξης της ελληνικής οικονομίας, η απόλυση λειτουργεί πλέον (και) ως μηχανισμός βίαιης επιβολής ενός νέου εργασιακού προτύπου.

Το σύστημα των απολύσεων από απελευθερωμένο μετατρέπεται σε ασύδοτο

Στη φιλοσοφία, αλλά και στο γράμμα του συνόλου των νομικών κανόνων, που διέπουν την απόλυση σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, συνήθιζαν να κυριαρχούν δύο στοιχεία. Πρώτον, η ανάγκη για επιστημονικά εξειδικευμένη και κοινωνικά δίκαιη αντιμετώπιση της εργοδοτικής καταγγελίας της σχέσης εργασίας, εξαιτίας της ιδιομορφίας αυτής της σχέσης και, ιδίως, των πολλαπλών αρνητικών συνεπειών της απώλειας της θέσης απασχόλησης στον οικονομικό και κοινωνικό βίο του μισθωτού. Δεύτερον, η καθιέρωση ρυθμίσεων και διαδικασιών που περιορίζουν, στο μέτρο του δυνατού, την ευχέρεια του ισχυρού πόλου της εργασιακής σχέσης να στερεί ελεύθερα και χωρίς συνέπειες από τον αντισυμβαλλόμενό του τη βασική εισοδηματική πηγή γι’ αυτόν και την οικογένειά του.

Καθίσταται έτσι αυτονόητο ότι –ανεξάρτητα από τη μέριμνα και την επιτυχία των μηχανισμών του κοινωνικού κράτους ως προς τη μεταγενέστερη θεραπεία των κοινωνικών και οικονομικών παρενεργειών– το δίκαιο της απόλυσης νοείται ανέκαθεν ως το νομικό καθεστώς της αποτροπής επέλευσης του απευκταίου. Υπό αυτή την έννοια στην Ελλάδα τα μέσα προληπτικής προστασίας του μισθωτού και τα αντικίνητρα για την εργοδοτική πλευρά, ώστε να αναβάλει ή και να ματαιώσει την πρόθεσή της για απόλυση, είναι ήδη εξαιρετικά περιορισμένα.

Ως γνωστόν, η απόλυση είναι αναιτιολόγητη, γεγονός που δυσχεραίνει αρκετά τον νομικό έλεγχο της καταχρηστικής άσκησης του εργοδοτικού αυτού δικαιώματος, καθώς μάλιστα ένας αποφασισμένος εργαζόμενος είναι υποχρεωμένος να υποβληθεί σε μια μακροχρόνια δικαστική περιπέτεια με αμφίβολη έκβαση. Ταυτόχρονα, η απόλυση δύναται να πραγματοποιηθεί χωρίς καμία προειδοποίηση, είτε πρόκειται για εργάτες είτε για υπαλλήλους, αφαιρώντας από τον εργαζόμενο το δικαίωμα σε μια ύστατη προσπάθεια για την κοινή συναινέσει διάσωση της θέσης εργασίας του, αλλά και  την έγκαιρη προετοιμασία του για την επόμενη μέρα.

Η νομολογιακή καθιέρωση της αρχής της έσχατης λύσης (ultima ratio), χωρίς να συμβάλλει στην πρόληψη της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καταγγελίας, επιβεβαιώνει εκ των υστέρων την ύπαρξη μεγάλων περιθωρίων εργοδοτικής αυθαιρεσίας στο πεδίο των απολύσεων. Τέλος, όσον αφορά στο δήθεν υψηλό κόστος της αποζημίωσης –εν συγκρίσει τουλάχιστον με το αντίστοιχο άλλων χωρών, έστω για την κατηγορία των υπαλλήλων– μπορούν να διατυπωθούν δύο ενστάσεις.

Καταρχάς, εάν πράγματι θεωρείτο δυσβάσταχτο το ύψος της αποζημίωσης, πώς εξηγείται το φαινόμενο των ελάχιστων περιπτώσεων χρήσης του δικαιώματος της προμήνυσης της απόλυσης, το οποίο «ανταμείβει» τον εργοδότη για την προειδοποίηση του εργαζομένου με σημαντική μείωση του ύψους της αποζημίωσης; Επιπλέον, δοθέντων όλων των υπολοίπων παραμέτρων που καθιστούν την απόλυση κατ’ ουσία απελευθερωμένη, μια ενδεχόμενη μείωση του ποσού της αποζημίωσης θα εξάλειφε το ύστατο «αντικίνητρο» για τον εργοδότη, εγκαθιδρύοντας έτσι ένα σύστημα θεσμικά κατοχυρωμένης εργοδοτικής ασυδοσίας.

Προφανώς αυτός είναι και ο στόχος της ελληνικής κυβέρνησης, δεδομένου ότι στο πλαίσιο των δεσμεύσεων που ανέλαβε έναντι του ΔΝΤ με τον τελευταίο νόμο 3845, αλλά και με τις καθημερινές «διαρροές» προς τα ΜΜΕ, προαναγγέλλονται αφενός η μείωση του ύψους της αποζημίωσης και αφετέρου η δυνατότητα τμηματικής καταβολής της σε έξι (ή περισσότερες) μηνιαίες δόσεις.

Η απόλυση ως μέσο εδραίωσης της άκρατης ευελιξίας

Η πλήρης αποδέσμευση των ατομικών απολύσεων και η διατήρηση της τυπικής απελευθέρωσης των ομαδικών απολύσεων στη μεγάλη πλειοψηφία των ελληνικών επιχειρήσεων (με λιγότερους από 20 εργαζόμενους) αποθρασύνουν πολλούς εργοδότες, οι οποίοι, αντιλαμβανόμενοι πλήρως το πρόσφορο των περιστάσεων, προχωρούν σε  μια άνευ προηγουμένου επίθεση σε εργατικές κατακτήσεις δεκαετιών. Άλλωστε, η αύξηση του ορίου των απολύσεων για τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις (στο 4% ή περισσότερο), σε συνδυασμό με τις απεριόριστες δυνατότητες ουσιαστικής καταστρατήγησής του (εθελούσιες, τερματισμός ψευδοδικαιόχρησης [franchise]1, ευέλικτες μορφές απασχόλησης, κατάτμηση δραστηριοτήτων με «αυτοτελείς» νομικές προσωπικότητες) στην πράξη οδηγούν στην αμετάκλητη κατάργηση και της νομοθεσίας των ομαδικών απολύσεων.

Οι απειλές και η σωματική VIA εναντίον εργατριών στον επισιτισμό που διεκδικούν την άμεση καταβολή του ποσού της αποζημίωσης τους στο ακέραιο και οι εκδικητικές –όσο και συμβολικές– απολύσεις αγωνιστών για συνδικαλιστική δράση σε επιχειρήσεις γραφικών τεχνών ή κλιματιστικών μηχανημάτων σηματοδοτούν το πέρασμα στη ΔΝΤ εποχή. Το σύνθημα για ένα πρωτοφανές πογκρόμ εναντίον των εργατικών δικαιωμάτων έχει δοθεί με κάθε επισημότητα.

Έτσι, η απειλή της απόλυσης υπό το νέο καθεστώς αναμένεται να χρησιμεύσει σαν ένα εργαλείο γενικευμένης κοινωνικής τρομοκρατίας σε συνθήκες ραγδαίας αύξησης της ανεργίας, συρρίκνωσης των εργατικών εισοδημάτων και κατάρρευσης του κράτους πρόνοιας. Ταυτόχρονα, πραγματοποιώντας το όνειρο των οπαδών του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, οι ανατροπές που συντελούνται στο επίπεδο των απολύσεων συνιστούν ένα μέσο πειθάρχησης στο εκβιαστικό δίλημμα ευελιξία δίχως ασφάλεια ή ανεργία και σημαίνουν το έναυσμα για μια ιδεολογική επίθεση στο φρόνημα και στην αξιοπρέπεια των εργαζομένων.

Άλλωστε, τα οφέλη της εργοδοτικής πλευράς δεν περιορίζονται στο προφανές, δηλαδή τη μείωση του κόστους της απόλυσης. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι έχει ήδη τεθεί σε λειτουργία μια διαδικασία «ανακύκλωσης» των εργαζομένων, που συμπυκνώνεται κυρίως στην τάση αντικατάστασης των τυπικώς απασχολούμενων εργαζομένων αυξημένου εργασιακού κόστους και κατοχυρωμένων δικαιωμάτων, με άλλους, νέους κατά κανόνα σε ηλικία, με καθεστώς ευέλικτων εργασιακών σχέσεων.

Το κλίμα ασυλίας της εργοδοτικής πλευράς στο ζήτημα των απολύσεων ενισχύεται ευθέως και από καλά μελετημένες κυβερνητικές παρεμβάσεις στο ζήτημα της αντιμετώπισης του προβλήματος της ανεργίας, όπως, ενδεικτικά, η εξαγγελία των μέτρων που θα εφαρμοστούν πιλοτικά (σε πρώτη φάση) στον Νομό της Καστοριάς, η οποία πλήττεται από συσσωρευμένα προβλήματα στον κλάδο της γουνοποιίας.

Το νέο εργασιακό πρότυπο που εισάγεται σταδιακά συνεπάγεται την άκρατη ευελιξία στον επαγγελματικό βίο για όσους εργάζονται και ένα μοντέλο προστασίας των ανέργων, που στην πραγματικότητα αποτελεί ένα συνδυασμό, από τη μία, ρυθμίσεων στα πρότυπα των πάλαι ποτέ Τοπικών Συμφώνων Απασχόλησης και, από την άλλη, επέκτασης των συμβάσεων stage στον ιδιωτικό τομέα και εξασφάλισης των επιδοτήσεων ενός μικρού αριθμού ανέργων, με πλήρη απαλλαγή των εργοδοτών και χωρίς καμία αναπτυξιακή στρατηγική, έστω, σε κλαδικό ή τοπικό επίπεδο.

Ο Αποστόλης Καψάλης είναι ερευνητής εργασιακών σχέσεων


Σημειώσεις

1. Βλ. αναλυτικότερα Απόστολος Καψάλης ««Μέθοδος ACS» στον κλάδο των ταχυμεταφορών ή στρίβειν διά της δικαιόχρησης», Η Αυγή, 5.12.2009, http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=509822

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s