Εισαγωγικά ερωτήματα για την κρίση στην Ελλάδα και την Ευρώπη

Standard

Σχέδιο του Γιώργου Ιωάννου (περ. "η λέξη", τχ. 14, Μάης 1982)

του Ετιέν Μπαλιμπάρ

Θα ήθελα να ευχαριστήσω ειλικρινά τα «Ενθέματα» της Αυγής για τη δημοσίευση του κειμένου μου  «Κρίση της Ευρώπης, τέλος της Ευρώπης;»  ενόψει της συζήτησης που θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 14 Ιουνίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Η συζήτηση αυτή λαμβάνει χώρα μέσα σε εξαιρετικά δυσμενείς συγκυρίες, που πλήττουν ιδιαίτερα την Ελλάδα, αλλά όχι μόνον. Στην πραγματικότητα, πλήττεται ολόκληρη η Ευρώπη και  τα περιθώρια αισιοδοξίας είναι μικρά. Μπορεί λοιπόν η συζήτηση αυτή να είναι τεταμένη, καθώς δεν υπάρχει a priori κανένας λόγος να συμφωνούμε όλοι στην ανάλυση  της κατάστασης και στις καταλληλότερες λύσεις.  Αλλά είμαι βέβαιος ότι θα είναι μια συζήτηση εγκάρδια και παραγωγική. Η θέληση να δημιουργήσουμε νέες προοπτικές και να σκεφτούμε από κοινού διαφαίνεται από το ίδιο  το αντικείμενο της συζήτησης, καθώς και από τους συμμετέχοντες.

Στο κείμενο που κατέθεσα την 21η Μαΐου [και δημοσιεύεται σήμερα μεταφρασμένο στην Αυγή], με σκοπό ν’ ανοίξουμε αυτή τη συζήτηση, πήρα ηθελημένα το ρίσκο της απλούστευσης: επέμεινα ιδιαίτερα στην άποψη ότι η κρίση της ελληνικής οικονομίας εγγράφεται σε μια συγκυρία βίαιης απορρύθμισης (αλλά όχι και κατάρρευσης) του παγκόσμιου καπιταλισμού· στο γεγονός ότι η ελληνική κρίση, ως συνέπεια των εγγενών αδυναμιών που σηματοδοτεί,  θέτει το ερώτημα  της ίδιας της ύπαρξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως πολιτικού μορφώματος και προγράμματος.Είτε η Ευρωπαϊκή Ένωση θα βρει το δρόμο μιας επανίδρυσης που αφορά την αλληλεγγύη μεταξύ των μελών της, το στίγμα των θεσμών της, τη θέση της μέσα στον κόσμο· είτε θα γίνει το παιχνίδι δυνάμεων που την ξεπερνούν και όμηρος των ίδιων των εσωτερικών της συγκρούσεων που θα την οδηγήσουν  στη διάλυση. Όμως, το πρώτο ενδεχόμενο είναι εξαιρετικά αμφίβολο: πηγαίνει κόντρα σε ιστορικές τάσεις με μεγάλη βαρύτητα (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι και αναπόφευκτες), προϋποθέτοντας μια αναθεώρηση των «δογμάτων» και των «σιωπηλών συμβιβασμών» στη βάση των οποίων λειτουργεί σήμερα το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Θα προϋπέθετε επίσης μια σπάνια σύζευξη διαύγειας, θέλησης, θάρρους και συλλογικής στράτευσης στην υπηρεσία των δημοκρατικών αξιών. Όμως, είναι το μόνο ενδεχόμενο, νομίζω, που μπορεί να νοηματοδοτήσει τη συνεισφορά μας στη δημόσια συζήτηση.

Αυτές τις θέσεις θα υποστηρίξω ξανά. Έχω ωστόσο συνείδηση των υποκειμενικών και αντικειμενικών δυσκολιών που εγείρουν. Από τη συζήτησή μας ελπίζω, σε ό,τι με αφορά, να βρεθούν  οι τρόποι  που θα επιτρέψουν αυτές τις θέσεις να συγκεκριμενοποιηθούν, να συμπληρωθούν ή και να τροποποιηθούν ενδεχομένως. Σκέφτομαι, ειδικότερα, τρεις κατηγορίες ερωτημάτων.

Πρώτον, τα ερωτήματα που αφορούν τους όρους και τις προοπτικές μιας δημοκρατικής δράσης.  Χρησιμοποίησα τη ριψοκίνδυνη και παράδοξη έκφραση «ευρωπαϊκός λαϊκισμός», επειδή δεν πιστεύω ότι η δημοκρατία μπορεί να αναγεννηθεί στην Ευρώπη χωρίς τη λαϊκή παρέμβαση, που εμπεριέχει και μια περίοδο διαμαρτυρίας· επίσης, επειδή πιστεύω ότι πρέπει να αντιδράσουμε στην ανάπτυξη των εθνικιστικών λαϊκισμών αλλά και στην παραπλάνηση που τροφοδοτούν τα εμπορευματοποιημένα μέσα  μαζικής επικοινωνίας. Η έκφραση «ευρωπαϊκός λαϊκισμός» δεν συνιστά,  παρ’ όλ’ αυτά, μια οργανωτική συνταγή, αλλά  ένα πρόβλημα.

Δεύτερον, τα ερωτήματα που τίθενται σήμερα σε όλη την  Ευρώπη πάνω στη σχέση οικονομίας και πολιτικής. Κάθε «στρατηγική» λύσης ή αξιοποίησης της κρίσης συνιστά μια πολιτική: υπηρετεί ορισμένα συμφέροντα και βλάπτει κάποια άλλα. Και αντιστρόφως, όμως: δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατική πολιτική, εάν δεν υπάρξουν νέες οικονομικές προοπτικές  που να εκτείνονται  από το ρόλο των δημόσιων εξουσιών έναντι των αγορών μέχρι τα καταναλωτικά και αναπτυξιακά μοντέλα.

Τέλος, τα ερωτήματα που θέτει η σχέση κέντρου και  ευρωπαϊκών περιφερειών. Η σημερινή κρίση φέρνει στο φως τις βαθιές ανισότητες και αποκαλύπτει συγκρούσεις που δηλώνουν  τις σχέσεις κυριαρχίας. Μπορεί αυτές οι συγκρούσεις να οδηγήσουν σε σημείο που μόνον η «αποσύνδεση» ορισμένων χωρών από την Ευρωπαϊκή Ένωση να τους επιτρέπει την αντίσταση στις καταστροφικές συνέπειες των πολιτικών που επιβάλλονται από κάποιες άλλες χώρες. Μπορεί όμως επίσης τέτοιες «λύσεις» να χειροτερεύουν ακόμη περισσότερο την κατάστασή τους. Το βέβαιο είναι ότι χρειάζεται να φωτίσουμε, συλλογικά και αλληλέγγυα, τις πραγματικές σχέσεις, και όχι να επιβεβαιώνουμε ιδεολογικούς τόπους και ηθικιστικές προσταγές που συγκαλύπτουν, ακριβώς,  τα εγωιστικά συμφέροντα. Στο χέρι μας είναι να συνεισφέρουμε ανάλογα με τις γνώσεις και τις επιχειρηματολογικές μας ικανότητες.

μετάφραση : Χρυσάνθη Αυλάμη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s