Η ιστορία στη χαμένη άνοιξη του 1960. Μια προσωπική κατάθεση εκ των υστέρων

Standard

του Σπύρου I. Ασδραχά

Βάσω Κατράκη, "Ψαράδες με καπέλα"

Με τίτλο «Στοιχεία για τη δεκαετία 1957-1967» κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες το 12ο τεύχος του Αρχειοτάξιου επικεντρωμένο στη ματαιωμένη άνοιξη της δεκαετίας του ’60.  Με μεγάλη χαρά φιλοξενούμε στα «Ενθέματα» ένα απόσπασμα από το κείμενο του Σπύρου Ασδραχά από τον σχετικό τόμο με θέμα την ιστοριογραφία της περιόδου.


[…] Κοντολογής, ποιες ήταν οι μαρξιστικές ιστορικές αναγνώσεις τη δεκαετία του 1960; Κυριαρχούνται από τις μεταφράσεις γενικών σοβιετικών συνθέσεων, στις οποίες ο ελληνοκεντρισμός μας (φυσικά ο νεώτερος ελληνοκεντρισμός) δύσκολα ανάπνεε: από την ημιτελή Διπλωματική Ιστορία του Ποτέμκιν ως την Παγκόσμια Ιστορία και της Ιστορία των Νεώτερων Χρόνων της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ. Βεβαίως ο κλήρος της Αρχαιότητας, και λιγότερο του Βυζαντίου, ήταν ο πιο μεγάλος και ριζοτομικός προς την κατεύθυνση μιας ιστορίας που διαλογιζόταν με τις πηγές, δίνοντας έτσι μια πρακτική εισαγωγή στη μεθοδολογία της ιστοριογραφίας και της ιστορικής έρευνας: αναφέρομαι στο μεταθανάτια εκδομένο έργο του Ρανόβιτς για τους ελληνιστικούς χρόνους που μεταφράστηκε από τις ΠΛΕ και κυκλοφόρησε και στην Ελλάδα. Αλλά η μεθοδολογία της ιστοριογραφίας και της ιστορικής έρευνας ήταν μάλλον απούσα. Σκέφτομαι (αν και με τη μελαγχολία της ύστερης γνώσης) ότι κάτι θα μπορούσε να έχει απομείνει, αν η τότε μαρξιστική ανανέωση είχε εγγράψει στις πολωνικές της αναφορές και τα μεθοδολογικά προβλήματα του Βίτολντ Κούλα (1963). Απομείναμε στην μαρξιστική ιστοριογραφική παράδοση του Μεσοπολέμου, που ο Γιάνης Κορδάτος συνέχισε και μετά. Οι αναλαμπές Μάξιμου και Σβορώνου, με εμφανή τη σφραγίδα του Λαμπρούς, έχουν τη ρίζα τους σε άλλου είδους οσμώσεις. Ακόμη, και ίσως λαθεύω, τα ανοίγματα της Εισαγωγής του Δ. Γληνού δεν κεντρώθηκαν, όσο θα ήταν μπορετό, στη σκέψη μας. Αλλά δεν είναι η στιγμή ούτε ανήκει σε όποιες δυνάμεις τυχαίνει να έχω ακόμη, η συστηματική υποτύπωση όσων μαρξικών ή μαρξιστικών εφαλτηρίων διαθέταμε οι συνομήλικοί μου κατά τη δεκαετία του 1960.

Το μήνυμα και η προσωπική διαδρομή στην πολιτική και ιστοριογραφική πράξη του Φίλιππου Ηλιού συνίστατο στη δημιουργία προϋποθέσεων μετάβασης από την επιστασία των πηγών της ιστορίας στην μαρξική ερμηνεία  της ιστορίας αυτής∙ ο ίδιος ίσως σπατάλησε πολύ χρόνο στην επιστασία, φορτώνοντας πολλά χρέη στους συνεργάτες και συνεχιστές του.

Το μήνυμα του Φίλιππου Ηλιού είχε έδαφος να καρπίσει και θα ’λεγα ότι από διαφορετικούς δρόμους και άλλοι είχαν φτάσει σ’ αυτό: πώς θα μεταλλαχθεί η επιστασία, αλλοιώς η εγγραμματοσύνη, σε διαφοροποιητική ποιότητα –αλλά προς ποια κατεύθυνση; Η τελευταία είχε ήδη χαραχθεί και συνάμα υπονομευθεί από την ιστοριογραφική μας μαρξιστική παράδοση. Θα έπρεπε να φτάσουμε στον μαρξισμό από άλλες, μη μαρξιστικές αναγκαστικά, αναγνώσεις.

Είχαμε τη δυνατότητα αυτών των αναγνώσεων όσοι δουλεύαμε ή συχνάζαμε στο τότε Βασιλικό Ίδρυμα Ερευνών: πληθώρα εξειδικευμένων περιοδικών από πολλές χώρες, δυτικές και ανατολικές, μια με ευρύτητα συγκροτούμενη ιστορικο-φιλολογική βιβλιοθήκη, μια πνευματική ηγεσία, ευπρεπή, καλλιεργημένη, με επιστημοσύνη και σύγχρονη γενική εποπτεία, που ήξερε να μεθοδεύσει τους πολιτικούς καταναγκασμούς με την ανάγκη για ελευθερία στην έρευνα, φτάνει, φυσικά, ο μαρξισμός να μην διακήρυσσε το όνομά του. Πρέπει να σημειώσω ότι οι περισσότερο από μας ευνοημένοι ήταν όσοι ασχολούνταν με τη Γραμματολογία και τούτο ίσχυε σε όλα τα πνευματικά περιβάλλοντα: η ιστορία των Γραμμάτων, κυρίως της Λογοτεχνίας είχε και στα αριστερά κλίματα ισχυρότερες υποδοχές και ετοιμότητες: πρώτιστο παράδειγμα η Επιθεώρηση Τέχνης, αλλά και άλλες ελάσσονες και χωρίς θεσμική ή πολιτικοκομματική πλαισίωση, όπως εκείνη του Βαγγέλη Κατσαρού με την Κοινωνιολογική Επιθεώρησή του και τις τακτές συναντήσεις στο δικηγορικό γραφείο του Κ. Στεφανάκη στη Στοά της Πρωίας, που πήγαν να βρουν εκδοτική δεξίωση και προγραμματικό σχέδιο στο Λεξικό Κοινωνικών Επιστημών του Θεμιστοκλή Παπαϊωάννου, υδραυλικού το επάγγελμα. Ας μην αναλίσκομαι όμως σε αναθυμητικές παρεκβάσεις.

Κατά πεποίθηση, επιθυμία ή αυταπάτη μαρξιστές, κάποιοι από μας συνειδητοποίησαν ότι πρέπει πρώτα να γίνουν ιστορικοί, και ύστερα όλα τ’ άλλα. Διανοητικά πιο έτοιμοι όσοι έρχονταν από άλλες επιστήμες, με προεξάρχουσα, είναι αυτονόητο, τη Νομική.

Κάποιες γενικευτικές, στην αφετηρία τους γενικές, έννοιες ήταν τρέχον νόμισμα, με τον κίνδυνο πάντα να φθαρεί: τρόπος παραγωγής, σχέσεις παραγωγής, παραγωγικές δυνάμεις, βάση και εποικοδόμημα (αλλοιώς δομή και υπερδομή)∙ η έννοια του κοινωνικού σχηματισμού (δομή συν υπερδομή, όπως με σαφήνεια εξήγησε ο Εμίλιο Σερένι –και προφανώς όχι μόνο αυτός), μας ήταν μάλλον θολή∙ αν δεν ήταν, θα είμαστε από νωρίς γκραμσιανοί. Αυτές οι τρέχουσες έννοιες οδηγούσαν συστηματικά στην οικονομική ιστορία και η τελευταία στην κοινωνική ιστορία των πνευματικών φαινομένων και της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Οικονομική ιστορία: όχι μόνο μια ιστορία των δημοσίων οικονομικών, για τα οποία είχαμε ως κεκτημένο το έργο του μη μαρξιστή Α. Ανδρεάδη∙ όχι μόνο μια ιστορία της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, χωρίς την ένταξή της σε ένα μεταβαλλόμενο τρόπο παραγωγής, για την κατανόηση του οποίου προϋπόθεση ήταν η έννοια του κοινωνικού σχηματισμού στη συνολικότητά του: ως συλλογικότητα είμαστε μακρυά απ’ όλα αυτά. Το ίδιο ισχύει και για τη διαπλοκή ποιοτικών και ποσοτικών μεθόδων, όσο και αν η οικονομολογία μάς τις επέβαλλε. Όταν ο Ν. Σβορώνος  μελετώντας το εμπόριο της Θεσσαλονίκης τον 18ο αιώνα εισήγαγε αριθμητικές περισσότερο παρά ποσοτικές μεθόδους, ο Γιάνης Κορδάτος, σε μια βιαστικά γραμμένη βιβλιοκρισία, παρατηρούσε ότι κάτι τέτοια χρειάζονται έναν οικονομολόγο, όπως ο Σεραφείμ Μάξιμος, σάμπως ο οικονομικός ιστορικός να μην είχε ως προαπαιτούμενο την ενσωμάτωση της οικονομικής τεχνικής στην δική του ερμηνευτική πρόβαση, μη υποδουλωνόμενος δηλαδή σε άλλου τύπου αφαιρετικές  (και ίσως αχρονικές) προβάσεις. Αλλά ο Γιάνης Κορδάτος μάς δίδαξε πολλά και συνέβαλε στην ανάδειξη των τομών και, μαζί μ’ αυτές, των διαρκειών στην καθ’ ημάς ιστοριογραφία.

Ανάμεσα στη δική μου γενιά και στη γενιά του Κορδάτου μεσολαβεί μια άλλη: στο τυπικώς ιστορικοφιλολογικό πεδίο εκείνη που οι εμφανέστεροι εκπρόσωποί της ήταν ο Τάσος Βουρνάς και ο Μ. Μ. Παπαιωάννου, με την αιχμηρή παρεμβολή του Στρατή Τσίρκα σε δύο επίπεδα: την ιστορικοποίηση του Καβάφη και τη μυθιστορηματική αναπαράσταση ενός κόσμου, όπου η πολυσυνθετικότητα της Αριστεράς και του συλλογικού και συνάμα ατονικού της υποκειμένου έχουν προέχουσα θέση. Νεώτεροί τους, ανάμεσα στους οποίους οι υψηλής πνευματικής στάθμης Αιγυπτιώτες, σπουδάζουν σε μαρξιστικό ακαδημαϊκό περιβάλλον, στις σοσιαλιστικές χώρες: στο ιστορικό πεδίο έκδηλο παράδειγμα ο Νίκος Ψυρούκης.

Ανταποκριθήκαμε σ’ αυτά τα εναύσματα; Ας μην ξεχνάμε την κακία των καιρών. Ας φανταστούμε μια μετακατοχική Ελλάδα, όπου ο Τάσος Βουρνάς θα έχει τύχει δεξίωσης σε ένα θεσμοθετημένο δημόσιο ερευνητικό ή εκπαιδευτικό σύστημα, όπως του άξιζε, ότι ο Ν. Σβορώνος θα εξακολουθούσε να έχει τη θέση του στο τότε Μεσαιωνικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών∙ ότι ο Λαμπρινός θα εύρισκε την ακαδημαϊκή του δεξίωση∙ ότι ο Ν. Α. Βέης δεν θα διωκόταν από το Πανεπιστήμιο∙ αν ο Φίλιππος Ηλιού καλούνταν στο Βασιλικό Ίδρυμα Ερευνών, αν με δύο λόγια ο Τσώρτσιλ δεν είχε διαχωρίσει την Ελλάδα και προκαλέσει τον Εμφύλιο πόλεμο∙ αν γινότανε όλα αυτά τα απίθανα, ποιά θα ήταν η τύχη της μαρξικής πρόσληψης της νεοελληνικής ιστορίας; Οπωσδήποτε θα έβρισκε τους δρόμους της∙ οπωσδήποτε με την μια ή την άλλη μορφή θα δημιουργούνταν η μαρξική ομάδωση∙ οπωσδήποτε θα πλήρωνε τον φόρο της γεωπολιτικής πραγμάτωσης του 1960∙ αλλά όλα αυτά εκτός βαρβαρότητας και αστυνομικής καταπίεσης. Θα συναντιόμαστε τότε δημιουργικά με τον Φερνάν Μπρωντέλ, τον Ερνέστ Λαμπρούς, τον Εμίλιο Σερένι, τον Βίτολντ Κούλα, τον Γκέρεμεκ, τον Πολάνυ, τον Προπ, τον Γκιούρεβιτς και τόσους άλλους. Αλλά η ιστορία δεν γίνεται με το «αν». Με ορισμένους απ’ αυτούς συναντηθήκαμε και με άλλους ισάξιους, όπως ο Ε. Χόμπσμπομ, αλλά αργότερα, όταν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος σκόρπισε τις πνευματικές μας δυνάμεις στη Δύση, επανεξορίζοντας σ’ αυτήν ανθρώπους που ήδη την είχαν ενσωματώσει στο σκεπτικό τους. Όχι μόνο ο δυνάμει απελευθερωτικός μαρξισμός για την κατανοητική ερμηνεία της ιστορίας, αλλά κάθε προσπάθεια δημιουργικής ανάπλασης έπαιξε το ρόλο του κύματος που με όλη του την ορμή προσκρούει στο βράχο και δεν αφήνει παρά ένα στεφάνι από αφρό: αλλά και κάτι άλλο, τη συνεχή ροή του κύματος. Ας μη παρηγοριόμαστε με την άμετρη χρονικότητά της. […]

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Η ιστορία στη χαμένη άνοιξη του 1960. Μια προσωπική κατάθεση εκ των υστέρων

  1. Πίνγκμπακ: Το Ρωμαϊκό Καλοκαίρι των Ναυαγίων « Σχολιαστές Χωρίς Σύνορα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s