ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: Το ρωμαϊκό καλοκαίρι των ναυαγίων

Standard

του Δημήτρη Καραχάλιου

Την επόμενη εβδομάδα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Βιβλιόραμα» σε συνεργασία με τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας ένα ακόμη βιβλίο της σειράς «Μαρτυρίες», που ξεκίνησε ο Άγγελος Ελεφάντης και συνεχίζει ο Στρατής Μπουρνάζος. Πρόκειται για το Ρωμαϊκό καλοκαίρι των ναυαγίων του Δημήτρη Καραχάλιου, μέλους του γραφείου της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, που έχοντας γλυτώσει τη σύλληψη τις πρώτες φοβερές ημέρες της δικτατορίας των συνταγματαρχών, καταφεύγει, τον Ιούνιο του 1967, στη Ρώμη. Εκεί, στην «Pensione San Michele», μαζί με άλλους Έλληνες αριστερούς, φοιτητές αλλά και παλαιότερους  αγωνιστές, θα έρθει σε επαφή με τις πολιτικές και πνευματικές αναζητήσεις της ιταλικής αριστεράς, αλλά και θα αντιμετωπίσει το αμιγώς κομματικό πνεύμα που βλέπει με καχυποψία τους Λαμπράκηδες και την ΕΔΑ. Στο Ρωμαϊκό καλοκαίρι των ναυαγίων αποτυπώνεται όλη η ατμόσφαιρα των πρώτων μηνών της ελληνικής δικτατορίας στη Ρώμη των Ελλήνων εξορίστων, αλλά και οι πολιτικές αντιθέσεις και αποκλίσεις που θα οδηγήσουν, λίγο μετά, στη διάσπαση του 1968. Πρόκειται άλλωστε για την πρώτη από τις «Μαρτυρίες» που δεν αφορά τα βιώματα του Αλβανικού, της Αντίστασης και του Εμφυλίου. Ο Δημήτρης Καραχάλιος αφηγείται με διεισδυτικότητα, χιούμορ και χαμηλούς τόνους, αποτυπώνοντας με ενάργεια τους ανθρώπινους τύπους και το κλίμα εκείνων των παράξενων και μετέωρων ημερών.

Κ. Σπαθαράκης

Ο Δημήτρης Καραχάλιος (δεξιά) με τον δημοσιογράφο Θόδωρο Μαργαρίτη, στη Ρώμη, στα χρόνια της Χούντας

Η απογευματινή μελέτη στο «σπουδαστήριο» μου είναι πια μια συνήθεια. Τα περιοδικά που διαβάζω πληθαίνουν, καθώς η γνώση της γλώσσας προχωρεί. Πρώτ’ απ’ όλα παίρνω κάθε δεκαπέντε μέρες τη Rinascita, το θεωρητικό περιοδικό του κόμματος. Και καθώς προχωρώ σιγά σιγά όλο και πιο πολύ, από δεκαπενθήμερο σε δεκαπενθήμερο στην κατανόηση των άρθρων και των κειμένων, μένω κατάπληκτος. Πλούτος ιδεών, ελευθερία σκέψης, ελευθερία γνώμης, ελευθερία έκφρασης. Πράγματα άγνωστα σε μας. Χωρίς να το θέλω μου ’ρχονται στο νου τα φτωχά, μονότονα, πληκτικά άρθρα των «παρόμοιων» δικών μας περιοδικών. Εδώ που είμαστε, παίρνουμε τακτικά τον Νέο Κόσμο, το αντίστοιχο, υποτίθεται, περιοδικό τού ΚΚΕ. Τραγωδία. Σου ’ρχεται να κλαις από απόγνωση. Δέκα- δεκαπέντε άρθρα από ισάριθμους «θεωρητικούς», λες κι είναι γραμμένα με καρμπόν. Απλώς, ο αγγλικός ιμπεριαλισμός έχει γίνει ιμπεριαλισμός των ΕΠΑ. Ο μοναρχοφασισμός, ελληνική ολιγαρχία. Μόνο ο όρος «αντίδραση» ζει και βασιλεύει. Κατά τα άλλα σε πνίγει η πλήξη και η έλλειψη μιας δροσερής σκέψης, μιας πρωτότυπης φράσης.

Τι να πω και για τις εκδόσεις τους! Δεν εννοώ τις εκδόσεις γενικά άλλων εκδοτικών οίκων. Μιλάω για τις Editori Riuniti, δηλαδή τον κομματικό εκδοτικό οίκο. Όταν πρωτομπήκα σε κείνο το ισόγειο των γραφείων του κόμματος που στεγάζεται, έτριβα τα μάτια μου. Δεν είναι δυνατόν, σκέφτηκα, κάπου αλλού είμαι. Και πώς να μη το σκεφτώ όταν μπροστά μου σε μια βιτρίνα φιγουράριζε μεγαλοπρεπώς το Αλφάβητο τού κομμουνισμού… του Μπουχάριν! Και φανταστείτε την κατάπληξή μου και την αμφιβολία μου για την οξύτητα της όρασής μου, καθώς αντικρύζω εκείνο το χοντρό βιβλίο να με κοιτάζει με ειρωνεία: Λέων Τρότσκυ: Η ζωή μου. Δάγκωσα τη γλώσσα μου πριν φωνάξω: Ρεβιζιονιστές! Αιρετικοί!

Μα εγώ θα έφταιγα; Όταν από τα πρώτα σου διαβάσματα, από την πρώτη-πρώτη διαφώτιση που σου κάνουν, ακούς ότι ο τροτσκισμός είναι χειρότερος από το ναζισμό! Όταν σου λένε ότι ο κάθε τροτσκιστής είναι «αντικειμενικά» και «δυνάμει» χαφιές της Ασφάλειας. Όταν –για να πάμε σε ένα γεγονός που το έζησα στο πετσί μου– στο πρώτο και μοναδικό συνέδριο της Νεολαίας Λαμπράκη, θέλουν να διαγράψουν τον Σωτήρη Πέτρουλα γιατί υπάρχουν, λέει, ενδείξεις ότι είναι τροτσκιστής. Επειδή στην ατζέντα του βρέθηκε το τηλέφωνο ενός αληθινού τροτσκιστή. Και ο Πέτρουλας τρεις μήνες αργότερα σκοτώνεται στις φοβερές συγκρούσεις με την αστυνομία, τις μέρες της Αποστασίας, και τον κάνουμε ήρωα και φλάμπουρο… Πράγμα που βέβαια ήταν. Τι θα γινόταν όμως αν είχαν επικρατήσει εκείνοι που ζητούσαν τη διαγραφή του;

Στις συζητήσεις που κάνουμε, εντυπωσιασμένος, μιλάω γι’ αυτά όλα.

«Ιταλοποιείσαι ολοταχώς», μου λέει κάποιος σκληρός απ’ τους φοιτητές. «Όλο διαφωνίες είναι οι σύντροφοι εδώ. Έχουν καταντήσει αντιδραστικοί!» Εννοούσε βέβαια τις διαφωνίες με τη «Μέκκα».

«Έντεκα εκατομμύρια “αντιδραστικοί” ψηφοφόροι και ένα εκατομμύριο εφτακόσιες χιλιάδες, “αντιδραστικά” μέλη του κόμματος, είναι κάτι, δε νομίζεις;» του απαντώ.

****

Ο Αύγουστος είχε μεσιάσει. Τα «ναυάγια» είχαν αραιώσει. Είχαν φύγει πολλοί παίρνοντας άγνωστους δρόμους. Στην «Κίρκη» οι φοιτητές, πάντα πιστοί, έρχονταν εκεί συχνά. Μας μεταφράζανε κάθε κομμάτι απ’ τις εφημερίδες που μίλαγε για την Ελλάδα. Δεν ήταν και τόσα πολλά…

Πήγα γύρω στις 10. Μόλις με είδαν κατέβασαν το κεφάλι. Πλησίασα και προσπαθούσα να συναντήσω το βλέμμα τους.

«Τον πιάσανε;» ρώτησα ψιθυριστά. Από την προηγούμενη κάτι είχε ακουστεί.

Η Ρέλια άνοιξε μπροστά στα μάτια μου την Unitá. Ο τίτλος με χτυπητά αύρα, μεγάλα γράμματα, διαλαλούσε στον κόσμο: «Ο ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ!». Η κυρία του συγγραφέα μού άπλωσε με χέρια που ’τρεμαν το Paese Serra: «Η ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΗ ΘΑ ΕΚΔΙΚΗΘΕΙ!» Η φωνή μου μαχαιρωμένη κόλλησε στις άκρες των χειλιών μου.

Γύρισα και κλείστηκα στο δωμάτιό μου. Κάθησα στην άκρη τού κρεβατιού μου. Η χαλασμένη βρύση έσταζε όπως πάντα, σα να ’κλαιγε. Εγώ όμως δεν θα κλάψω τούτη τη στιγμή, φίλε. Έτσι, για να μη σου δώσω την ευκαιρία να μου πεις, όπως συχνά μου ’λεγες, όταν έπαιζες κάποιο καινούργιο τραγούδι στο πιάνο: «Βρε σουμπρέτα, πάλι κλαις;».

Καλά, εντάξει το ξέρω. Είσαι πάλι ξαπλωμένος στο τσιμέντο τού κελιού. Έχεις πάλι τα παπούτσια σου για προσκέφαλο. Αλλά σε παρακαλώ, όχι πάλι αιμόπτυση. Όχι τούτη τη στιγμή… (Δέκα μέρες πριν τη δικτατορία είχε έλθει στο γραφείο μου και έφτυνε αίμα στο μαντήλι του). Έλα τώρα, μη με κάνεις να νοιώθω τύψεις που κείνο το τελευταίο βράδυ, μου τηλεφώνησες να ’ρθω γιατί ήσουν άρρωστος στο κρεβάτι, μα εγώ αρνήθηκα. «Αύριο», σου είπα «θα ’ρθω πρωί-πρωί».

Αύριο; Να που μας κλέψανε ξανά το αύριο. Σε λίγες ώρες χάθηκες στο σκοτάδι της παρανομίας. Σε λίγες μέρες χάθηκα σε ξένους δρόμους. Λοιπόν, άκου. Θα σε βοηθήσω να δραπετεύσεις. Σήκω γρήγορα επάνω. Τα χέρια σου, μεγάλα, φτάνουν ν’ ακουμπήσουν στους τοίχους του κελιού. Σπρώχ’ τους σιγά. Αλλά τραγούδησε δυνατά, πολύ δυνατά… Δε σου χρειάζονται τα μαλλιά τού Σαμψών. Έχεις το τραγούδι. Θα δεις, θα πέσει η φυλακή. Δεν το αντέχουν το τραγούδι των φυλακισμένων οι φυλακές και «δραπετεύουν», γκρεμίζονται.

Ένα τεράστιο πανώ που το κρατούσαν φοιτητές, φάτσα στα παράθυρα του μικρού μεγάλου της Ελληνικής Πρεσβείας στην οδό Γιοακίνο Ροσσίνι –κοίτα, φίλε, σύμπτωση: Via Rossini λέγεται ο δρόμος– κραυγάζει: «Salviamo lA vita di Theodorakis»: Να σώσουμε τη ζωή του Θεοδωράκη. Ο δρόμος ήταν γεμάτος από οργισμένους νέους, μεγάλους, παιδιά. Όλοι φωνάζουν, όλοι απειλούν.

Ένας Ισπανός σκαρφαλωμένος στα κάγκελα της πρεσβείας απαγγέλλει Λόρκα. Οι Πορτογάλοι στέκονται παράμερα όλοι μαζί και, ποιος ξέρει, σκέφτονται τους δικούς τους φυλακισμένους που σαπίζουν τριάντα πέντε χρόνια τώρα στις φυλακές του Σαλαζάρ. Η πιο συγκινητική, σιωπηρή διαμαρτυρία που έχω ώς τώρα δει. Ένα ζευγάρι νεαρών Βραζιλιάνων τραγουδούν την «Κουκαράτσα» και χορεύουν. Έτσι διαμαρτύρονται αυτοί. Εκατοντάδες Ιταλοί φοιτητές έξαλλοι και άλλες τόσες φοιτήτριες, αναμαλλιασμένες, όμοιες με τον διάσημο πίνακα του Renato Guttuso «Αναγεννημένη Ιταλία», ορμούν και πέφτουν πάνω στην εφτασφράγιστη σιδερένια πόρτα της πρεσβείας που τη στηρίζουν με τις πλάτες τους δεκάδες αμήχανοι καραμπινιέροι. Ουρλιάζουν: «Lo vogliamo adesso!»: Τον θέλουμε τώρα!

Και ο Μπιθικώτσης μεταμφιεσμένος σε μεγάφωνο, κρυμμένος στα πλατάνια που βρίσκονται απέναντι απ’ το κτίριο, σκεπάζει με τη φωνή του τις κραυγές, τα συνθήματα, τις απειλές: «Κάτω απ’ το χώμα μες τα σταυρωμένα χέρια τους κρατάνε της καμπάνας το σκοινί». Οι δικοί μας, όλοι μαζί, σπρώχνουν τους θορυβημένους καραμπινιέρους φωνάζοντας κατά τα κλειστά παράθυρα της πρεσβείας: «Εβγάτε έξω δειλοί! Θα σας κάψουμε!».

Μια κοπέλα, κρατώντας σα δαυλό ένα μικρόφωνο, τρέχει ανάμεσα στα πλήθη που κυματίζουν άγρια, ακολουθούμενη από ένα κάμεραμαν της Ιταλικής Τηλεόρασης, φωνάζοντας: «Τους στίχους, τη μετάφραση των στίχων του τραγουδιού, τώρα τώρα, απευθείας, απευθείας!».

Η Ρέλια προσπαθεί ν’ αποδώσει στα ιταλικά τους στίχους του Ρίτσου. Ένα χέρι μ’ αρπάζει απ’ τον ώμο. Είναι ένας δημοσιογράφος. Μου φωνάζει για να τον ακούσω: «Σε ξέρω. Σ’ έχω δει μαζί του, σε φωτογραφίες. Πες μου γρήγορα πόσων χρονών είναι, είναι παντρεμένος, έχει παιδιά;». Σηκώνω το χέρι μου και του δείχνω με τα δυο δάχτυλα, σα να κάνω το σήμα της νίκης: Δύο.

Στον αέρα αρμενίζουν αφίσες με τη φωτογραφία του. Αρπάζω μία και τον κοιτάζω: «Βρε αναίσθητε, πάλι γελάς;».

Ήθελα να μείνω μόνος. Πήρα το δρόμο για το ποτάμι. Για να φτάσω στην πανσιόν έπρεπε να περάσω από τη γέφυρα Ματεόττι. Ματεόττι; Όχι απόψε, Απόψε είμαι προληπτικός. Έκανα ένα μεγάλο γύρο και, η ώρα περασμένη, κατάκοπος έπεσα στο κρεβάτι. Πρώτα κάρφωσα στον τοίχο, πάνω απ’ το κεφάλι μου, την αφίσα με το χαμόγελο. Βυθίστηκα σ’ ένα βαθύ λήθαργο. Ο ύπνος ήτανε βαρύς, το όνειρο ελαφρύ: Ένας κήπος έμπαινε στη θάλασσα…

Μια σκέψη σχετικά μέ το “ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: Το ρωμαϊκό καλοκαίρι των ναυαγίων

  1. Πίνγκμπακ: Το Ρωμαϊκό Καλοκαίρι των Ναυαγίων « Σχολιαστές Χωρίς Σύνορα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s