Η επέλαση των ραντιέρηδων

Standard

του Στάθη Στασινού

Ερνστ Κίρχνερ, "Πέντε λουόμενες σε μια λίμνη", 1911

Όταν η Τράπεζα Πειραιώς έκανε προσφορά στην κυβέρνηση για την εξαγορά του 33% του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και του 77% της Αγροτικής Τράπεζας έναντι 700 εκ. ευρώ πριν από δέκα μέρες, ακόμα και ο μπακάλης της γειτονιάς με το τεφτέρι του δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί και πώς. Κι ας είχε αλλάξει τον ΦΠΑ της ταμειακής για μια ακόμα φορά αυτό το μήνα.

Βλέπετε, η Τράπεζα Πειραιώς δεν είναι και η πιο σταθερή τράπεζα του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος. Κι αυτό παρά τα χαριστικά 3,4 δισ. ευρώ που πήρε από την κυβέρνηση από το γνωστό πακέτο των 28 δις, εκ των οποίων τα 2,2 δις δόθηκαν μόλις τον Απρίλη. Και μην ακούτε τα παπαγαλάκια που λένε πως τα περισσότερα από αυτά είναι σε εγγυήσεις. Οι εγγυήσεις του ελληνικού δημοσίου, όταν πηγαίνουν στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), μεταφράζονται σε ζεστό χρήμα, κι αν καταπέσουν το δημόσιο είναι υπεύθυνο για την αποπληρωμή τους.

Τζαίημς Ένσορ, "Δυο σκελετοί παλεύουν για μια ρέγκα τουρσί", 1891

Κι όποιος αμφισβητεί το πόσο χαριστικά δόθηκαν αυτά τα χρήματα, δεν έχει παρά να ανατρέξει στη συμφωνία που έκανε την ίδια εποχή ο Γουώρεν Μπάφφετ για την εξαγορά ποσοστού της δοκιμαζόμενης τότε Goldman Sachs. Ο Μπάφφετ όχι μόνο παίρνει μέρισμα 10% κάθε χρόνο για το σύνολο της επένδυσής του (και όχι το 1/5), αλλά διαθέτει ταυτόχρονα το δικαίωμα να αγοράσει επιπλέον μετοχές σε προνομιακή τιμή, χώρια το γεγονός πως η υπεραξία του κεφαλαίου που επένδυσε μεταφράζεται ήδη σε κέρδη άνω του 50%, αντί για την «απάτη» των μη διαπραγματεύσιμων προνομιούχων μετοχών που πήρε το ελληνικό δημόσιο.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ασκήσεις επί αριστερού χάρτου

Standard

του Βασίλη Πεσμαζόγλου

Παύλος Βαλασάκης, "Η σκιά", 1969

Η βαθύτατη κρίση στην οποία βρίσκεται η Ελλάδα είναι αποτέλεσμα δύο διακριτών διαδικασιών που συναντώνται «χωροχρονικά» το 2009-2010,  με εκρηκτικό αποτέλεσμα.

Πρώτον, τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε ανεξέλεγκτη γιγάντωση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, που αντιπροσωπεύει πλέον πολλαπλάσιο του παραγόμενου πλούτου. Λόγω εξελίξεων όπως η κατάρρευση της Λέμαν και του Ντουμπάι, οι κινήσεις αυτών των κεφαλαίων έχουν γίνει ιδιαίτερα «νευρικές». Μάλιστα, χάρη στα νέα σύνθετα προϊόντα, επιδίδονται σε μια αποσταθεροποιητική κερδοσκοπία, με τη βοήθεια και των περίφημων οίκων αξιολόγησης.

Δεύτερον,  συγχρόνως παρατηρούνται ευρωπαϊκές εξελίξεις, ιδιαίτερα στην Ευρωζώνη. Εκεί μπορούμε να διαχωρίσουμε δύο συνιστώσες: α) Τη συστηματική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, πρωτίστως της Γερμανίας (κυρίως μέσω καθήλωσης αποδοχών), που οδήγησε σε συσσώρευση πλεονασμάτων στο εξωτερικό της ισοζύγιο. Η άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος είναι ελλείμματα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών στις χώρες της περιφέρειας (Ελλάδα, Πορτογαλία), αλλά και στη Γαλλία. β) Την αλόγιστη διατήρηση και διόγκωση του ελληνικού ιδιότυπου ελληνικού  κρατισμού, που διευκολύνθηκε από την πρωτόγνωρη πρόσβαση του δημοσίου σε φθηνό δανεισμό ελέω ευρώ. Συνέχεια ανάγνωσης

Εξαγγελίες Διαμαντοπούλου: Πανεπιστήμια αλά μπολονέζ

Standard

του Σταύρου Κωνσταντακόπουλου

Γκέοργκ Τάππερτ, "Καν-καν", 1911

Η κυβέρνηση, διά στόματος της αρμόδιας υπουργού, εκδήλωσε στην 64η Σύνοδο των Πρυτάνεων τις προθέσεις της για την ανώτατη εκπαίδευση στη χώρα μας. Τα όσα είπε η κ. Διαμαντοπούλου δεν διαφοροποιούνται ούτε στο ελάχιστο από αυτά που επιτάσσει η πολυθρύλητη διαδικασία της Μπολόνια· απλώς τα εξειδικεύουν στα καθ’ ημάς.

Η άμοιρη πόλη της Ιταλίας συμβολίζει, εδώ και καιρό, τη νεοφιλελεύθερη επίθεση ενάντια στο δημόσιο και ακαδημαϊκό πανεπιστήμιο. Συμβολίζει την αντίληψη ότι η εκπαίδευση είναι ένα κοινό εμπόρευμα, όπως οι οδοντόβουρτσες, τα φασολάκια κ.ά. Και ένα εμπόρευμα πρέπει να παράγεται από ανθρώπους που ξέρουν από εμπορεύματα, να είναι ευπώλητο και, βέβαια, ο καταναλωτής χρήστης να έχει τον παρά για να το αγοράσει.

Αυτήν τη «φιλοσοφία» –που το μέγεθος της απλοϊκότητάς της μόνον με το μέγεθος της επαπειλούμενης καταστροφής μπορεί κανείς να συγκρίνει– προσπάθησε με τις προτάσεις της να προωθήσει η κ. υπουργός.

Boards of trustees και στα ελληνικά πανεπιστήμια;

Με το πρόσχημα «της σύνδεσης με την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα», η Α. Διαμαντοπούλου προτίθεται να αναθέσει τη διοίκηση του πανεπιστημίου-επιχείρησης σε ένα Συμβούλιο Διοίκησης, διευκρινίζοντας ότι, εκτός από την «επιστημονική», θα υπάρχει και «κοινωνική συμμετοχή» σε αυτό. Όλα αυτά θα συμβούν κατά «τα πρότυπα των καλύτερων πανεπιστημίων στον κόσμο», διευκρινίζει η υπουργός. Με άλλα λόγια, το αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων, που αιώνες ακαδημαϊκής εμπειρίας είχαν καθιερώσει, καταλύεται. Τα πανεπιστήμια θα διοικούνται από Συμβούλια στα οποία επιχειρηματίες θα παίζουν καταλυτικό ρόλο, σύμφωνα με το πρότυπο των boards of trustees των αμερικανικών πανεπιστημίων. Η διεθνής βιβλιογραφία κατακλύζεται από αναφορές για τις συνέπειες τέτοιων οργανωτικών σχημάτων: τα συμβούλια, στα οποία κυριαρχούν επιχειρηματίες, θέτουν σε δυσμένεια και σταδιακά περιθωριοποιούν εκείνα τα μέλη του ακαδημαϊκού προσωπικού τα οποία διατύπωναν την οποιαδήποτε κριτική προς την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, με τελικό αποτέλεσμα το φίμωμα κάθε κοινωνικής κριτικής.[1]

Ρόυ Λιχτενστάιν, «Γυάλα με χρυσόψαρα ΙΙ», 1978

Τα πανεπιστήμια δεν θα διοικούνται, όμως, μόνο από ανθρώπους της αγοράς, αλλά, αυτονοήτως, θα λειτουργούν και με όρους αγοράς. Με δεδομένη τη μείωση της κρατικής χρηματοδότησης και εφόσον «τα πανεπιστήμια που διαπρέπουν στο εξωτερικό στηρίζονται λίγο ή και καθόλου στην απευθείας κρατική χρηματοδότηση», τα ελληνικά πανεπιστήμια θα είναι υποχρεωμένα να στραφούν στην αγορά για να ανεύρουν πόρους. Θα είναι, με άλλα λόγια, υποχρεωμένα  να παράγουν εμπορικά προϊόντα ελκυστικά για τους «πελάτες». Ο μηχανισμός είναι απλός, και οι ιδέες της κ. Διαμαντοπούλου διόλου καινοτόμες, καθώς ακολουθεί κατά πόδας την κ. Γιαννάκου. Τα πανεπιστήμια-επιχειρήσεις θα υπογράφουν με το κράτος προγραμματικές συμφωνίες.

Συνέχεια ανάγνωσης

Με υποτροφία

Standard

Διήγημα του Γιώργου Κ. Μπουγελέκα

Ανδρέας Γεωργιάδης (Κρης), «Οι δύο φίλοι»

«Όσο αξίζεις εσύ κι η καρδιά σου η χρυσή, δεν αξίζουν μαζί ο ουρανός κι όλη η γη…».

Το τζουκ μποξ πίσω από την Αγία Ελεούσα στις δόξες του. Πέμπτη βράδυ και το ταβερνάκι του Χρήστου δεν είχε κόσμο. Δυο-τρεις παρέες και κανένας περαστικός, που θα έπαιρνε το σουβλάκι στο χέρι, όλη η πελατεία του. Μάης γλυκός ήταν. Οι μετεωρολόγοι μιλούσαν  για πρώιμο καλοκαιράκι. Τα τραπεζάκια είχαν βγει κιόλας έξω.

Σε ένα από αυτά έκατσαν ο Κώστας κι ο Στέλιος. Φοιτητές από την Καλαμάτα. Συμμαθητές στο Γυμνάσιο, γείτονες και αχώριστοι φίλοι. Μαζί νοίκιασαν στην απομακρυσμένη συνοικία της Αθήνας το δυαράκι που έμεναν. Φτηνό ήταν, είχε και το αποχωρητήριο μέσα στο σπίτι. Μια χαρά.

«Όλα τα κομφόρ!» έλεγε ο σπιτονοικοκύρης με καμάρι.

Στη Φιλοσοφική ο πρώτος, γεωπόνος σπούδαζε ο δεύτερος.

Όμως αυτά που τους ένωναν ήταν πιο βαθιά από την καταγωγή και την παιδική τους ηλικία. Χρόνια συνεξόριστοι οι  πατεράδες τους, και οι μάνες τους μαζί στα δύσκολα. Δεσμοί ακατάλυτοι.

Μπύρες και σουβλάκια παρήγγειλαν.

«Άλφα, κυρ Χρήστο», τόνισε ο Κώστας.

«Δεν έρχεστε πρώτη φορά!» απάντησε απότομα ο ταβερνιάρης και έφυγε μουρμουρίζοντας, αφού έβλεπε τις πωλήσεις της Φιξ να πέφτουν κατακόρυφα μετά τη συμμετοχή τού Γαρουφαλιά –γαμπρού του Φιξ– στις κυβερνήσεις των αποστατών. Όχι πως τον έκοφτε ο Γαρουφαλιάς, ο Νόβας, ο Μητσοτάκης και οι υπόλοιποι. Αυτός τη δουλειά του κοίταζε. Αλλά, ενώ η Φιξ τού έδινε όλο και μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους, σχεδόν ένα χρόνο μετά τα Ιουλιανά, ο κόσμος όλο και περισσότερο προτιμούσε τις άλλες μάρκες.

Γιώργος Μανουσάκης, «Καρέκλες και τραπεζάκι σε καλαμιές», 1957

«Κι αυτοί πια οι Λαμπράκηδες τόσο φανατισμένοι με την Αποστασία!» σκέφθηκε.

Τόξερε για τους δύο Καλαματιανούς. Του τόχε σφυρίξει ο Αθανασόπουλος, σχεδόν επίσημος χαφιές του παραρτήματος της τοπικής Ασφάλειας.

«Μπορεί να μην πολυφαίνονται στην Αγία Βαρβάρα, όμως από το Σπουδαστικό μού έστειλε τα χαμπέρια τους ένα φιλαράκι μου από την Κατοχή –ήμασταν μαζί στα τάγματα– πως είναι, λέει, δραστήρια στελέχη. Πρωτοστατούν όχι μόνο στις φοιτητικές συνελεύσεις, αλλά και στις συμπλοκές με την ΕΚΟΦ και την αστυνομία. Άμα ακούσεις να κουβεντιάζουν τίποτα ενδιαφέρον, μη με ξεχάσεις», του τόνισε με νόημα.

Ο κυρ Χρήστος θύμωσε, αλλά δεν τόδειξε. Δεξιός ήταν, αλλά ρουφιάνος δεν θα γινόταν. Στο κάτω-κάτω μια χαρά παιδιά ήταν. Έρχονταν κάνα-δυο φορές την εβδομάδα. Έπιαναν το πιο απόμερο τραπεζάκι, έπιναν τα ποτήρια τους και κυρίως κουβέντιαζαν. Ασταμάτητα. Ήταν φορές μάλιστα που είχε την εντύπωση ότι διαφωνούσαν έντονα. Όμως όταν πλησίαζε με τους μεζέδες, ήταν αδύνατο, ακόμα κι αν το επεδίωκε, να καταλάβει τι έλεγαν. Καμιά φορά έβαζαν και κανένα τραγούδι στο τζουκ μποξ. Πάντα του Θεοδωράκη, και οπωσδήποτε το «Βράχο-βράχο τον καημό μου».

«Μου θυμίζει τον πατέρα μου, κυρ Χρήστο», τούλεγε ο Στέλιος.

«Καλαματιανός δεν είναι ο πατέρας σου;» ρωτούσε με απορία ο μαγαζάτορας.

«Καλαματιανός, αλλά έζησε πολλά χρόνια στα νησιά», συνέχιζε ο νέος. Ο κυρ Χρήστος δεν καταλάβαινε και σταματούσε την προσπάθεια. Συνέχεια ανάγνωσης

Η μετατροπή του συντηρητισμού σε θρησκεία στην Αμερική

Standard

του Νηλ Γκάμπλερ

Γκέοργκ Σόλτζ, «Βιομηχανικοί αγρότες», 1920

Εδώ και δεκαετίες οι φιλελεύθεροι προοδευτικοί είναι βυθισμένοι στην αγωνία, καθώς οι συντηρητικοί φαίνεται να κερδίζουν ακόμα και όταν οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο κόσμος διαφωνεί, εν γένει, μαζί τους. Στους επικήδειους που εκφωνούν, οι προοδευτικοί θεωρούν ότι ευθύνεται ο τρόπος που διατυπώνουν τον πολιτικό τους λόγο ή η οχλαγωγία των δεξιών media που πνίγει οποιαδήποτε άλλη φωνή ή η οικειοποίηση από τη Δεξιά της σημαίας, της οικογένειας και των παραδοσιακών αξιών — σχεδιασμένη έτσι που να κάνει τους προοδευτικούς φιλελεύθερους να φαντάζουν σαν ξεπεσμένοι και ξενοκίνητοι πράκτορες του εχθρού.

Είναι κατανοητό γιατί οι φιλελεύθεροι προοδευτικοί προτιμούν να θεωρούν ότι η μειονεκτική τους θέση οφείλεται στις δικές τους αδυναμίες ή στα τεχνάσματα των συντηρητικών. Θεωρητικά, μπορείτε να μάθετε πώς να βελτιώσετε τον πολιτικό σας λόγο ή πώς να αντιπαρατίθεστε επιτυχώς με τους αντιπάλους· και πράγματι, πολλοί προοδευτικοί έχουν αφιερωθεί απεγνωσμένα στο έργο αυτό. Αλλά όπως γίνεται ολοένα σαφέστερο, οι φιλελεύθεροι προοδευτικοί δεν έχουν ηττηθεί μονάχα από έναν ανώτερο χειρισμό της πολιτικής επικοινωνίας ή ακόμα και έναν ισχυρότερο πολιτικό λόγο (ο ατομικισμός των συντηρητικών εναντίον του «κοινοτισμού» των προοδευτικών). Αντιπαρατίθενται με έναν αντίπαλο πολύ πιο σοβαρό και ισχυρό: βρίσκονται αντιμέτωποι με μια θρησκεία.

Πιθανόν η μοναδική βαθιά αλλαγή στην πολιτική μας κουλτούρα μας τα τελευταία τριάντα χρόνια να ήταν η μετατροπή του συντηρητισμού από πολιτικό κίνημα, με όλους τους περιορισμούς, τα όρια και τους κανόνες που θέτει  η πολιτική, σε ένα είδος φονταμενταλιστικού θρησκευτικού κινήματος, με τη σιγουριά και την απολυτότητα που διακρίνει τη θρησκευτική πίστη.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η ιδεολογική αποενοχοποίηση της Δεξιάς στο μεταναστευτικό: Οι θέσεις της ηγεσίας της Ν.Δ.

Standard

του Απόστολου Στραγαλινού

«Υακίνθη». Έργο του Κυριάκου Κατζουράκη από το λεύκωμα "Ο δρόμος προς τη Δύση", Μεταίχμιο, Αθήνα 2001.

«Η ιδεολογική απoενοχοποίηση και η απελευθέρωση της ιδεολογικής ταυτότητας» της Δεξιάς συνιστά δημοσίως διακηρυγμένο στόχο του νεοεκλεγέντος προέδρου της Ν.Δ., Αντώνη Σαμαρά (Κεντρική Επιτροπή της Ν.Δ., 23.1.2010). Υπ’ αυτό το πρίσμα, αποτυπώνουν τα πρώτα δείγματα γραφής της νέας ηγεσίας σε θέματα μετανάστευσης τη στροφή σε σκληρότερες, «παραδοσιακά» συντηρητικές θέσεις, οι οποίες αδυνατούν να κρύψουν την ακραία, ανοιχτά ή συγκεκαλυμμένα, ξενοφοβική και δημαγωγική υφή τους.

Εθνοκεντρικές εμμονές

Σε κομματική εκδήλωση του τομέα μεταναστευτικής πολιτικής της Ν.Δ. στις αρχές Ιουλίου, ο αρχηγός της μείζονος αντιπολίτευσης παρουσίασε τις θέσεις του για τη μεταναστευτική πολιτική. Συνοψίζονται τούτες στη δέσμευσή του ότι, όταν κάποτε σχηματίσει κυβέρνηση, θα καταργήσει τον πρόσφατα ψηφισθέντα νόμο που ρυθμίζει θέματα ιθαγένειας. Στον αντιπολιτευτικό του οίστρο, επικρίνοντας την κυβέρνηση ότι «με την πολιτική της προκαλεί διαλυτικά φαινόμενα στην ελληνική κοινωνία», ενέπλεξε σκόπιμα την ιθαγένεια (ήτοι, την πολιτική ουσία του πολίτη με το κράτος) με το μεταναστευτικό ζήτημα, ενώ, προκρίνοντας το γερμανικό μοντέλο ως λύση, διαστρέβλωσε σε πολλά σημεία τόσο το πνεύμα όσο και τις ρυθμίσεις του.

Ήδη από την αρχή της ομιλίας του ο Α. Σαμαράς παίρνει ξεκάθαρη θέση: «Το μεταναστευτικό είναι ένα πρόβλημα, δεν είναι πρόσχημα». Με τον αφορισμό αυτό μεταφέρεται στην εσωτερική δημόσια συζήτηση η κυρίαρχη άποψη της Νέας Δεξιάς ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να αλλοιωθεί από την παρουσία των μεταναστών. Πρόκειται για τη γνωστή φαντασίωση της Δεξιάς για μια Ευρώπη-Φρούριο με ερμητικά κλειστές πύλες για τους «άλλους». Αποφαίνεται δε ο πρόεδρος της Ν.Δ. –και έχει σημασία η επιλογή των εννοιών– ότι «η Ελλάδα είναι κράτος με εθνικό κορμό, δεν είναι μεταναστευτικό κράτος». Υπονοεί, κατά συνέπεια, ότι αυτό τον ομοιογενή «εθνικό κορμό» απειλούν να νοθεύσουν οι μετανάστες που εντάσσονται στη διαδικασία κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας. Η εθνική ομοιογένεια χρησιμοποιείται εδώ ως κατασκευή διαφοροποίησης (ομογενής/ αλλογενής, ημεδαπός/αλλοδαπός) και αποκλεισμού (το προσόν να είναι κάποιος Έλληνας με βάση την καθαρότητα του αίματός του).

Φωτογραφία του Johan Lunberg από το λεύκωμα "Another day of life in Romanipen", Στοκχόλμη, Journal, 2005

Θα είχε ενδιαφέρον ο πρόεδρος της ΝΔ να αναλύσει περαιτέρω την έννοια «εθνικός κορμός». Θεωρεί ότι οι Έλληνες είναι μια «φυλή» που αποτελεί «βιολογική πραγματικότητα»; Μια αυθύπαρκτη, υπερβατική οντότητα που οι απαρχές της χάνονται μέσα στο χρόνο, μια αιματοσυγγενική και γλωσσική συνομάδωση όπως τα «έθνεα» του Ηροδότου;

Συνέχεια ανάγνωσης

Ο “χειραγωγός” νομοθέτης

Standard

του Παναγιώτη Νούτσου

Χαρακτικό του Φερνάν Λεζέ, π. 1930

Κατακαλόκαιρο είχα την ευκαιρία να επισκεφθώ πέρυσι γειτονική βαλκανική χώρα. Μια απ’ αυτές που βαφτίζουν «μεταρρυθμίσεις» τις πλέον συντηρητικές επιλογές της πολιτικής τους. Έτσι, για μια μορφή σύγκρισης, εξασφάλισα τη δυνατότητα να συναντήσω σύμβουλο του υφυπουργού Παιδείας, νομικό κατωτέρων πανεπιστημιακών βαθμίδων.  Ο ίδιος, μάλιστα,  μου υπογράμμισε ότι δεν ήταν απλώς ένας από τους συντάκτες του «Πρότυπου Εσωτερικού Κανονισμού» των Πανεπιστημίων της χώρας του, αλλά ο μόνος συντάκτης του.  Ήδη, είχε προϋπάρξει ως κωδικοποιός της νομοθεσίας για την κυκλοφοριακή αγωγή της πατρίδας του.

Μετά από το καλωσόρισμα της προσποιητής ευγένειας, με έκανε να καταλάβω ποια ήταν ακριβώς η σύλληψη ενός τέτοιου νομοθετήματος: η επιβολή «πειθαρχίας» μέσω διοικητικού ελέγχου.  Και ποια είναι τα «πειθαρχικά μέτρα»;  Αν κάποιο ίδρυμα «δεν τον τηρήσει», απ’ αυτό αρχίζουμε, ή δεν «καταρτίσει» δικό του «Κανονισμό», τότε «απαγορεύεται η έκδοση κάθε διοικητικής πράξης που να αφορά προκήρυξη ή διορισμό «κάθε κατηγορίας προσωπικού», ιδίως τώρα που δεν πάνε καλά και τα οικονομικά μας.  Η ίδια «απαγόρευση» αφορά και κάθε «απόφαση ζωτικού ενδιαφέροντος», μια και τώρα αρκετά ζητάνε τα πανεπιστήμια, διδάσκοντες και διδασκόμενοι. Συνέχεια ανάγνωσης