Ο “χειραγωγός” νομοθέτης

Standard

του Παναγιώτη Νούτσου

Χαρακτικό του Φερνάν Λεζέ, π. 1930

Κατακαλόκαιρο είχα την ευκαιρία να επισκεφθώ πέρυσι γειτονική βαλκανική χώρα. Μια απ’ αυτές που βαφτίζουν «μεταρρυθμίσεις» τις πλέον συντηρητικές επιλογές της πολιτικής τους. Έτσι, για μια μορφή σύγκρισης, εξασφάλισα τη δυνατότητα να συναντήσω σύμβουλο του υφυπουργού Παιδείας, νομικό κατωτέρων πανεπιστημιακών βαθμίδων.  Ο ίδιος, μάλιστα,  μου υπογράμμισε ότι δεν ήταν απλώς ένας από τους συντάκτες του «Πρότυπου Εσωτερικού Κανονισμού» των Πανεπιστημίων της χώρας του, αλλά ο μόνος συντάκτης του.  Ήδη, είχε προϋπάρξει ως κωδικοποιός της νομοθεσίας για την κυκλοφοριακή αγωγή της πατρίδας του.

Μετά από το καλωσόρισμα της προσποιητής ευγένειας, με έκανε να καταλάβω ποια ήταν ακριβώς η σύλληψη ενός τέτοιου νομοθετήματος: η επιβολή «πειθαρχίας» μέσω διοικητικού ελέγχου.  Και ποια είναι τα «πειθαρχικά μέτρα»;  Αν κάποιο ίδρυμα «δεν τον τηρήσει», απ’ αυτό αρχίζουμε, ή δεν «καταρτίσει» δικό του «Κανονισμό», τότε «απαγορεύεται η έκδοση κάθε διοικητικής πράξης που να αφορά προκήρυξη ή διορισμό «κάθε κατηγορίας προσωπικού», ιδίως τώρα που δεν πάνε καλά και τα οικονομικά μας.  Η ίδια «απαγόρευση» αφορά και κάθε «απόφαση ζωτικού ενδιαφέροντος», μια και τώρα αρκετά ζητάνε τα πανεπιστήμια, διδάσκοντες και διδασκόμενοι.–Και από ποια ρητή συνταγματική διάταξη προέκυψε η υποχρέωση ενός τέτοιου «Κανονισμού»;  Μήπως και το Σύνταγμά σας αναγράφει ότι τα «σχετικά με την κατάσταση» των καθηγητών ως «δημόσιων λειτουργών» και του «υπολοίπου διδακτικού προσωπικού» «καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων ιδρυμάτων» που λειτουργούν με «πλήρη αυτοδιοίκηση»; Μήπως και σ’ εσάς ορίζεται ότι ο «καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει» ή ότι όλοι οι πολίτες της χώρας σας «είναι ίσοι ενώπιον του νόμου»;

Με διέκοψε, για να με κάνει και πάλι να καταλάβω ότι μια τέτοια υπόμνηση δικαιωμάτων είναι υποδεέστερη σε σχέση με την αξίωση της «αμεροληψίας» που συνάγεται από το δικό τους Σύνταγμα.

Ο μόνος «αμερόληπτος» είναι ο εντολοδόχος της κρατικής εξουσίας, που μπορεί να ορίζει τα δικαιώματα, σε σχέση με τις πρωτογενείς υποχρεώσεις των πανεπιστημιακών δασκάλων.  Δηλαδή, αυτός κρατάει τον «κανόνα» ή τη βέργα και «κανονίζει» τα εσωτερικά των ιδρυμάτων τους.  Με παρόμοιο τρόπο δεν ήταν τα «θεόπνευστα» και «κανονικά» βιβλία της Γραφής;

Επιμένω: Ένας κανονισμός είναι πριν από τον νόμο ή μετά απ’ αυτόν, ως αναγκαία εξειδίκευσή του;  Επιπλέον, μπορεί ένα Προεδρικό Διάταγμα να καταργεί «σιωπηρά» έναν νόμο;  Χωρίς ρητή εξουσιοδότηση μπορεί διάταξη υποδεέστερης νομοθετικής ισχύος και νομοθετικής βαθμίδας να καταργεί ειδική διάταξη ανώτερης τυπικής ισχύος;

Απαντά πως ό,τι και να λέει το Σύνταγμα, ότι δεν νοείται σιωπηρή νομοθετική εξουσιοδότηση, η αρχή της «αμεροληψίας» είναι πάνω απ’ όλους. Και για τούτο πάνω από νόμο της αντιπολίτευσης που πριν από λίγα χρόνια ως κυβέρνηση είχε ψηφίσει στο Κοινοβούλιο και καλώς τώρα από εμάς «σιωπηρά» παρακάμπτεται.

Ανταπαντώ με γνώμονα τον «νομικό πολιτισμό» που αποκομίζω από τη χώρα μου.  Κι αν η Ανεξάρτητη Αρχή που προστατεύει τον πολίτη, με παρέμβασή της προς τον υπουργό, υποδεικνύει το νομικώς ασύστατο μιας τέτοιας «σιωπηρής» κατάργησης;  Γράφουμε στα παλιά μας τα παπούτσια τα χαρτιά αυτής της «Αρχής» που διευθύνει ο… (δεν συγκράτησα τ’ όνομά του).  Κι αν, επιμένω, έχει υπάρξει γνωμοδότηση εγκρίτου καθηγητή του συνταγματικού δικαίου που να επισημαίνει αναλυτικά και τεκμηριωμένα το νομικώς αβάσιμο μιας τέτοιας πρακτικής;   — Εγώ είμαι του διοικητικού δικαίου και σε γνωματεύσεις της πληρωμής δεν δίνω δεκάρα τσακιστή (ακόμη δεν έχει εισαχθεί το ευρώ).  Άλλωστε, το καλάθι των αχρήστων ενός συμβούλου υπουργού χωράει πολλά.

–Πώς συμβουλεύετε πρυτάνεις ομοϊδεάτες σας (έκανα ήδη την προσομοίωση) να χρησιμοποιούν τον «Πρότυπο», τον ρωτάω.

–Αν δεν έχουν δικό τους εσωτερικό «Κανονισμό», επιβάλλεται να τον τηρούν ως κόρη οφθαλμού.  Αλλά και να έχουν, θα μπορούσαν να τον υιοθετήσουν πλήρως.

–Μέχρις ότου τα οικεία όργανα το αποφασίσουν, δεν θα έπρεπε να ανατρέχουν μόνο «συμπληρωματικά» σ’ αυτόν;  Εδώ μου έκανε την παραχώρηση να συμφωνήσει, έχοντας όμως στα χείλη του τη βεβαιότητα ότι ο «Πρότυπος» θα έπρεπε να αποτελέσει «μοντέλο» για οποιοδήποτε τέτοιο «Κανονισμό».

–Να το κάνουμε, παρακαλώ, συγκεκριμένο το επίδικο ζήτημα.  Τι εννοείτε ως «αμεροληψία»; Ό,τι εννοεί όποιος χρησιμοποιεί κυριολεκτικά αυτόν τον όρο, δηλαδή να μη λαμβάνουμε το μέρος και έτσι να μη χαριζόμαστε σε κάποιον;  Μεροληπτούν όταν μετέχουν στο ίδιο συλλογικό όργανο κρίσης δύο συγγενείς (χρησιμοποιώ τη βιολογική και όχι την ιδεολογική βάση της συγγένειας) μεταξύ τους, έως και πρωτοξάδελφα;  Χωρίς βέβαια να κρίνεται κανένας από τους δύο;  Αρκεί που είναι συγγενείς, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, και η κρίση τους για οποιονδήποτε τρίτο είναι καταφανώς και ανεξαίρετα προκατειλημμένη.

Αν αυτός είναι ο ορισμός της «αμεροληψίας», που κατευθείαν λέγεται ότι την κύρωσή του αντλεί τάχα από κάποιο άρθρο του Συντάγματος, γιατί και ο ίδιος ο συνομιλητής μου, ως επίκουρος καθηγητής, έλαβε μέρος σε εκλεκτορικό, πρόσφατα, στο οποίο μετείχε ζευγάρι, χωρίς βέβαια να κρίνεται ο ένας από τους δύο;  Δίχως να περιμένω απάντηση συνεχίζω: –Γιατί δεν σας «αξιοποίησε» το Ίδρυμά σας στη συγκρότηση του δικού του εσωτερικού κανονισμού;  Και τι λέει συναφώς;  Μήπως το «καθήκον της αμεροληψίας» αφορά τα μέλη των συλλογικών οργάνων κρίσης (εκλεκτορικά σώματα – εισηγητικές επιτροπές) και την υποχρέωσή τους να παρέχουν εχέγγυα αμερόληπτης κρίσης απέναντι σε τρίτους υποψηφίους;  Μήπως ο «Κώδικας Διοικητικής Υπηρεσίας» (ο εισηγητής του, εδώ και μια δεκαετία, συνάδελφος του Διοικητικού Δικαίου, μαζί με χρυσάνθεμα της αυλής του, μου άνοιξε τα μάτια), που και εσείς έχετε στη χώρα σας, αφορά την «αμερόληπτη κρίση» απέναντι σε «κάποιον από τους ενδιαφερόμενους» που δεν έχει μια τέτοια συγγενική σχέση με κανένα από τα μέλη των «συλλογικών οργάνων»;

Αφού δεν έπαιρνα από τον «Κανονιστή» απάντηση, αποχώρησα.  Επιχειρώντας να εμβαθύνω σε «πρότυπο» και σε «κανονισμό», ανέτρεξα στην «πολιτική αγοραφοβία».  Δηλαδή στη συμβολική βία που ασκείται, με παραλλαγές, από τους θεσμούς του σύγχρονου κράτους και η οποία επιμερίζεται, τόσο στην αδυναμία μας να βγούμε μόνοι μας στο δρόμο (και να λειτουργούμε ως «αμερόληπτοι») όσο και στην ανάγκη ενός οδηγού στα βήματά μας («πρότυπος» και μάλιστα «κανονισμός»).  Οι ψυχίατροι, στην τυπική μορφή της «αγοραφοβίας», συνιστούν ως θεραπευτική αγωγή τον παρατεταμένο ύπνο. Μόνο που ο «Καλοστράτης» στο νησί μας είναι το άλλο όνομα της παιδικής υπνοβασίας.  Για τούτο η υπνοθεραπεία εξυπηρετεί όσους βρίσκονται στο εσωτερικό αυτών των θεσμών χειραγώγησης. Πάντως, ακόμη και το Σύνταγμα της γειτονικής χώρας μνημονεύει ότι οι πολίτες της «δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία», νομοθετική ή όχι.

Ο Παναγιώτης Νούτσος διδάσκει κοινωνική και πολιτική φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s