Η μετατροπή του συντηρητισμού σε θρησκεία στην Αμερική

Standard

του Νηλ Γκάμπλερ

Γκέοργκ Σόλτζ, «Βιομηχανικοί αγρότες», 1920

Εδώ και δεκαετίες οι φιλελεύθεροι προοδευτικοί είναι βυθισμένοι στην αγωνία, καθώς οι συντηρητικοί φαίνεται να κερδίζουν ακόμα και όταν οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο κόσμος διαφωνεί, εν γένει, μαζί τους. Στους επικήδειους που εκφωνούν, οι προοδευτικοί θεωρούν ότι ευθύνεται ο τρόπος που διατυπώνουν τον πολιτικό τους λόγο ή η οχλαγωγία των δεξιών media που πνίγει οποιαδήποτε άλλη φωνή ή η οικειοποίηση από τη Δεξιά της σημαίας, της οικογένειας και των παραδοσιακών αξιών — σχεδιασμένη έτσι που να κάνει τους προοδευτικούς φιλελεύθερους να φαντάζουν σαν ξεπεσμένοι και ξενοκίνητοι πράκτορες του εχθρού.

Είναι κατανοητό γιατί οι φιλελεύθεροι προοδευτικοί προτιμούν να θεωρούν ότι η μειονεκτική τους θέση οφείλεται στις δικές τους αδυναμίες ή στα τεχνάσματα των συντηρητικών. Θεωρητικά, μπορείτε να μάθετε πώς να βελτιώσετε τον πολιτικό σας λόγο ή πώς να αντιπαρατίθεστε επιτυχώς με τους αντιπάλους· και πράγματι, πολλοί προοδευτικοί έχουν αφιερωθεί απεγνωσμένα στο έργο αυτό. Αλλά όπως γίνεται ολοένα σαφέστερο, οι φιλελεύθεροι προοδευτικοί δεν έχουν ηττηθεί μονάχα από έναν ανώτερο χειρισμό της πολιτικής επικοινωνίας ή ακόμα και έναν ισχυρότερο πολιτικό λόγο (ο ατομικισμός των συντηρητικών εναντίον του «κοινοτισμού» των προοδευτικών). Αντιπαρατίθενται με έναν αντίπαλο πολύ πιο σοβαρό και ισχυρό: βρίσκονται αντιμέτωποι με μια θρησκεία.

Πιθανόν η μοναδική βαθιά αλλαγή στην πολιτική μας κουλτούρα μας τα τελευταία τριάντα χρόνια να ήταν η μετατροπή του συντηρητισμού από πολιτικό κίνημα, με όλους τους περιορισμούς, τα όρια και τους κανόνες που θέτει  η πολιτική, σε ένα είδος φονταμενταλιστικού θρησκευτικού κινήματος, με τη σιγουριά και την απολυτότητα που διακρίνει τη θρησκευτική πίστη.

Όταν λέω «θρησκευτική πίστη» δεν μιλάω κυριολεκτικά. Αυτός ο μετασχηματισμός δεν ήταν τόσο συνάρτηση της συμμαχίας των Προτεσταντών Ευαγγελιστών, των συνοδοιπόρων τους και της Δεξιάς (παρόλο που η συμμαχία αυτή απέφερε σημαντικά αποτελέσματα) όσο απόρροια της πίστης στην ορθότητα κάποιου πράγματος, πίστης τόσο ακλόνητης, που δεν υπόκειτο σε καμιά από τις συμβάσεις της πολιτικής.  Με λίγα λόγια, αυτό που παρατηρούμε σήμερα στην Αμερική είναι ένας πολιτικός φονταμενταλισμός, με όλα τα χαρακτηριστικά του θρησκευτικού φονταμενταλισμού και πολύ λίγα από τα χαρακτηριστικά της πολιτικής.

Για αιώνες, η αμερικανική δημοκρατία, ως μια διαδικασία επίλυσης των διαφορών, έχει βασιστεί στη λογική του δούναι και λαβείν· τη διαπραγμάτευση· τον συγκερασμό­· την αποδοχή της αρχής ότι η πλειοψηφία κυβερνά, σεβόμενη τα δικαιώματα των μειονοτήτων· και, πάνω απ’ όλα, στην εφαρμογή της θέλησης της πλειοψηφίας, όπως αυτή εκφράζεται στις εκλογές. Είναι απαραίτητοι οι συμβιβασμοί, ακόμα και οι ήττες, για να διατηρηθεί η ισορροπία, επειδή το σύστημα είναι ασταθές. Σύμφωνα με τη διατύπωση του ιστορικού Άρθουρ Σλέσινγκερ του νεότερου,  η ομορφιά της δημοκρατίας είναι ότι η μειοψηφία έχει πάντα τη δυνατότητα να γίνει πλειοψηφία.

Ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός, από την άλλη, βασίζεται σε αμετακίνητες αλήθειες που δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης, συνεννοήσεων ή να αλλάξουν. Έτσι, είναι διαμετρικά αντίθετος με τη φιλελεύθερη δημοκρατία, όπως την έχουμε πραγματώσει στην Αμερική. Δημοκράτες κάθε πολιτικής απόχρωσης μπορεί να έχουν υπερασπιστεί τη δημοκρατία μέχρι θανάτου, αλλά πολύ λίγοι θα έκαναν τον ίδιο για διάφορα επιμέρους θέματα: δεν χρειάζονται αιματοβαμμένες σταυροφορίες για τη ρύθμιση του τραπεζικού συστήματος, τον κατώτατο μισθό ή ακόμη και τη μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας. Όταν όμως η πολιτική γίνεται θρησκεία, η διαχείριση των θεμάτων αυτών μετατρέπεται σε ζήτημα ζωής και θανάτου, όπως διαπιστώσαμε όλοι.

Αυτός είναι ένας από τους λόγους που οι δημιουργοί του Συντάγματός μας προέκριναν τον χωρισμό Εκκλησίας  και κράτους, θεωρώντας ότι η θρησκεία και η πολιτική μπορούν να συνυπάρχουν μόνο όταν η καθεμιά κινείται σε διαφορετικό πεδίο. Οι περισσότερες ομολογίες, οι οποίες κηρύσσουν και εφαρμόζουν την ανεκτικότητα, αποδίδουν τα  Καίσαρος  Καίσαρι. Διάφορες θρησκευτικές ομάδες μπορεί να έχουν βρει μια κοινότητα συμφερόντων με κάποιο πολιτικό κόμμα για την ευόδωση των στόχων τους· δεν είχαν επιδιώξει ωστόσο, σε γενικές γραμμές,  να μετατρέψουν το πολιτικό σύστημα σε  θρησκευτικό. Μέχρι σήμερα, τουλάχιστον.

Οι οπαδοί του Tea Party οι οποίοι τρέφουν για τον πρόεδρο Ομπάμα ένα μίσος τόσο παθιασμένο που ξεπερνάει κατά πολύ την πολιτική αντιπαράθεση· οι δημαγωγοί που προειδοποιούν ότι ο Ομπάμα είναι ένας δεύτερος Χίτλερ ή  Στάλιν· οι επίδοξοι καταδρομείς που κραδαίνουν τα όπλα τους και εκφέρουν ζοφερές απειλές για τη ζωή του προέδρου· οι κομπορρήμονες αστέρες των τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών τοκ-σόου που έχουν κάνει επάγγελμα τη δαιμονοποίηση του Ομπάμα και τον στιγματισμό κάθε προοδευτικού ως εχθρού της πατρίδας — όλοι αυτοί  δεν ασκούν απλώς τα δικαιώματά τους στο πλαίσιο του πολιτικού συστήματος. Πιστεύουν με όλη τους την καρδιά ότι το πολιτικό σύστημα –ένα σύστημα το οποίο εκλέγει τον Ομπάμα– είναι κατεστραμμένο και ο μόνος τρόπος να διορθωθεί είναι οι απόλυτες αλήθειες, τις οποίες πρεσβεύουν, να πάρουν τη θέση της σημερινής αβεβαιότητας της αμερικανικής πολιτικής.

Όπως ανακαλύψαμε με μεγάλη μας λύπη, αυτή η μειονότητα είναι αδύνατον να αντιμετωπιστεί, πιθανότατα επειδή ο συντηρητισμός έχει μεταμορφωθεί ριζικά από πολιτική σε θρησκεία. Όσοι συντηρητικοί οι οποίοι πίστευαν ειλικρινά ότι οι αντιλήψεις τους συνιστούν τη μοναδική αλήθεια και ορθή οδό άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι η πολιτική ανεκτικότητα δεν μπορεί να συμβαδίσει με τη θρησκευτική ορμή.

Δυστυχώς, έχουν δίκιο. Καθώς έχουν εγκαταλείψει το πεδίο του πολιτικού λόγου, δεν υπάρχει καμιά ελπίδα να τους πείσεις ή να συζητήσεις μαζί τους. Ο ορθολογισμός δεν λειτουργεί, επειδή τα επιχειρήματά τους βασίζονται στην πίστη, και όχι στα στοιχεία. Ακόμα και η πιο καίρια κριτική του πολιτικού λόγου δεν μπορεί να αποδώσει. Οι βελτιωμένες  στρατηγικές δεν ωφελούν. Τίποτα δεν πρόκειται να έχει αποτέλεσμα, γιατί δεν μπορείς να πείσεις τους φανατικούς μιας θρησκείας για τίποτα άλλο εκτός από εκείνο στο οποίο ήδη πιστεύουν, ακόμα και αν η θρησκεία τους είναι ένα  πολιτικό δόγμα.

Και εδώ ακριβώς έγκειται το πρόβλημα, όχι μόνο για τους φιλελεύθερους προοδευτικούς αλλά και τη μεγάλη πλειοψηφία των συντηρητικών, που αντιμετωπίζουν τον συντηρητισμό ως ιδεολογία και όχι ως ορθοδοξία. Δεν μπορείτε να νικήσετε τη θρησκεία με την πολιτική, κι αυτός είναι  ο λόγος που η ακροδεξιά «κερδίζει» τόσες μάχες. Οι φανατικοί της φονταμενταλιστικής πολιτικής θα επιδεικνύουν πάντα μεγαλύτερο ζήλο από τους συνηθισμένους  συντηρητικούς ή προοδευτικούς. Θα είναι πάντα πιο κραυγαλέοι, πιο αδιάλλακτοι, θα αισθάνονται πιο αδικημένοι, θα είναι πιο απειλητικοί, πιο πρόθυμοι να κάνουν οτιδήποτε για να κερδίσουν. Η ήττα είναι κάτι που δεν το χωράει το μυαλό τους. Γι’ αυτούς, κάθε μάχη είναι μια σταυροφορία –ή τζιχάντ–, μια γιγαντομαχία του Καλού και του Κακού.

Υπάρχει κάτι το τρομακτικό σ’ αυτό. Τα μέσα ενημέρωσης σίγουρα σύρονται πίσω από τους φανατικούς, αντιμετωπίζοντας τη μισαλλοδοξία σαν θεμιτή πολιτική στάση. Το ίδιο πράττουν και πολλοί πολιτικοί, και όχι μόνο οι συντηρητικοί οι οποίοι ξέρουν ότι αν δεν ακολουθήσουν θα βγουν έξω από το παιχνίδι. Αυτός ο πολιτικός φονταμενταλισμός έχει διεισδύσει και στην πολιτική κουλτούρα, δηλητηριάζοντάς την. Η τραχύτητα και απρέπεια των τελευταίων μηνών είναι εν μέρει το αποτέλεσμα των πολιτικών φονταμενταλιστών, μοναδικό περιεχόμενο των οποίων είναι ο χλευασμός των αντίθετων απόψεων, πράγμα που τους δίνει το δικαίωμα να ξεφωνίζουν ή να απειλούν τους αντιπάλους, όπως πράττουν και  οι μαχητές της τζιχάντ σε όλο τον κόσμο.

Όσοι  αντιτίθενται στη μετατροπή της θρησκείας σε πολιτική μπορεί να σκέφτονται πως το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να αλλάξουν τακτική· κάνουν όμως τραγικό λάθος. Δεν θα μπορέσουν ποτέ να κερδίσουν, γιατί οι  πολιτικοί φονταμενταλιστές δεν θεωρούν ότι πρόκειται για πολιτική αντιπαράθεση, αλλά για τον ίδιο τον Αρμαγεδδώνα. Κι αν τούτο είναι το διακύβευμα, δεν πρόκειται να χάσουν και δεν υπάρχει τίποτα το οποίο οι δημοκρατικοί –με μικρό ή κεφαλαίο δέλτα– μπορούν να κάνουν επ’ αυτού.

μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης


Ο Neal Gabler είναι αμερικανός δημοσιογράφος και πολιτικός αναλυτής. Αυτή τη στιγμή ετοιμάζει μια βιογραφία του γερουσιαστή Έντουαρντ Κέννεντυ.

Το άρθρο «Politics as religion in America» δημοσιεύθηκε στους «Los Angeles Times», στις 2.10.2009.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s