Καλό καλοκαίρι!

Standard

Το κατάστημα των «Ενθεμάτων» ειδοποιεί την εκλεκτή πελατεία του ότι, κατά πάγια συνήθειά του, θα αργήσει κατά τη διάρκεια του Αυγούστου, λόγω  παραθερισμού συνεργατών, αναγνωστών και επιμελητών. Θα αργήσει λοιπόν, αλλά όχι πάρα πολύ, αφού από τις αρχές Σεπτεμβρίου, όπως και κάθε χρόνο,  θα είμαστε και πάλι στη διάθεσή σας.

Εκ της επιμελητείας

Νικόλαος Λύτρας, "Το ψάθινο καπέλο", 1923-1926

Σημείωση: Κατά τη διάρκεια του Αυγούστου, συνιστάται θερμώς στους κ.κ. αναγνώστας και τις κ.κ. αναγνωστρίας, καθώς και τους μικρούς μας φίλους,  να εγκύψουν, πρωτίστως προ του μεσημεριανού ύπνου στα άρθρα, ιδίως τα σχοινοτενή,  τα οποία ενδεχομένως δεν πρόλαβαν να μελετήσουν τους υπόλοιπους μήνες. Ένα δροσερό και συναρπαστικό ανάγνωσμα για όλη την οικογένεια. Επιτυχία εγγυημένη 100%.

Ειδική προσφορά για τους καλοκαιρινούς μήνες: Κινητό συνεργείο των «Ενθεμάτων» σάς επισκέπτεται παρά θίν’ αλός και σας διαβάζει εκλεκτές περικοπές από την αρθρογραφία του έτους. Για τους υποψηφίους δραματικών σχολών, επιλεγμένα αποσπάσματα (ιδίως σχετικά με το Μνημόνιο και τις εξελίξεις στην Αριστερά) θα εκφωνούνται ως εσωτερικοί μονόλογοι ή σατυρικά δράματα. Δώρο για τους 100 πρώτους που θα τηλεφωνήσουν στα γραφεία των «Ενθεμάτων» ηλεκτρονικό χασμουρόμετρο ακριβείας, καθώς και υδατοδιαλυτή θήκη για την αρχειοθέτηση των αποκομμάτων.

Το ήρεμο καύμα

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Αργύρης Στυλιανίδης, «Θερισμός», 1935

Όσο κι αν φέτος βοηθάει το αεράκι, είναι βέβαιο πως έχουμε μπει στις πιο ζεστές μέρες του χρόνου. Για να θυμηθούμε τα δημοσιογραφικά κλισέ, η Αθήνα έγινε καμίνι, ο ήλιος σκάει την πέτρα, η άσφαλτος βράζει, ο υδράργυρος σκαρφαλώνει σε νέα ύψη· μ’ άλλα λόγια: καύσωνας· οπότε και το θέμα του σημερινού σημειώματος θα είναι ακριβώς ο καύσωνας, που έρχεται κάθε χρόνο περίπου τέτοιον καιρό σε μια πόλη που και με πιο ήπιες θερμοκρασίες γίνεται πολύ συχνά αβίωτη.

Κάποιος πιο παλιομοδίτης μπορεί να χρησιμοποιήσει την έκφραση «κυνικά καύματα». Το ακούμε κάθε τόσο κι αυτό το κλισέ όταν σφίγγουν οι ζέστες. Και γεννιέται εύλογα η απορία: μόνο οι σκύλοι ζεσταίνονται; Όμως η έκφραση αυτή γεννήθηκε όχι από τη ζωολογία αλλά απ’ την αστρονομία. Το τελευταίο δεκαήμερο του Ιούλη, ο Σείριος, το πιο λαμπρό αστέρι του αστερισμού του Μεγάλου Κυνός, που λεγόταν στην αρχαιότητα και κύναστρος ή κύναστρον, ανέτελλε και έδυε περίπου ταυτόχρονα με τον Ήλιο, κι επειδή τότε ακριβώς παρατηρούνται οι πιο ζεστές μέρες του χρόνου, οι αρχαίοι είχαν ονομάσει «κυνάδες ημέρες» τις μέρες τούτες που περνάμε, και «κυνικά καύματα» τις μεγάλες ζέστες που μας ταλαιπωρούν. Συνέχεια ανάγνωσης

Η κρίση και ο τρισκατάρατος ελληνικός κρατισμός

Standard

του Κώστα Λαπαβίτσα

Φταίει ο κρατισμός για την ελληνική κρίση; Αυτό ουσιαστικά μας λένε το ΔΝΤ, η Ε.Ε. και η κυβέρνηση. Αυτό διατείνονται βαρύγδουποι δημοσιογράφοι στον επίσημο Τύπο, που μας διαβεβαιώνουν μάλιστα ότι ο ελληνικός λαός έχει κατανοήσει το πρόβλημα και γι’ αυτό αδιαφορεί για τις ακραίες προτάσεις της Αριστεράς. Το ίδιο όμως φαίνεται να πρεσβεύει και ένα κομμάτι της Αριστεράς, αν κρίνουμε από τα γραφόμενα του Βασίλη Πεσμαζόγλου («Ενθέματα», Αυγή της Κυριακής, 25.7.2010). Εφόσον φταίει ο κρατισμός, το Μνημόνιο μπορεί να θεωρείται «ευεργετικό». Θα νοικοκυρέψει το δημόσια οικονομικά και θα επιβάλει μεταρρυθμίσεις που έπρεπε να είχαν γίνει από καιρό. Οι τυχόν άδικες πτυχές του μπορούν να καταπολεμηθούν, αλλά μέσα στο γενικό πλαίσιο της συμφωνίας.

Το ελληνικό κράτος έχει αναμφίβολα τα τρία κακά της μοίρας του. Βαθύτατα ευνοϊκό προς το μεγάλο κεφάλαιο, συστηματικά άδικο στη φορολογία, ανίκανο να παράσχει ουσιαστική καθοδήγηση της ανάπτυξης, με ελάχιστες παροχές πρόνοιας, διεφθαρμένο, αυταρχικό, με υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες — δεν ξέρει κανείς τι να πρωτοπεί. Δεν είναι όμως αυτά που απασχολούν τους διαπρλυσιους επικριτές του. Το πρόβλημα, κατ’ αυτούς, είναι η σπατάλη του κρατισμού που υποτίθεται ότι βούλιαξε την Ελλάδα στα χρέη. Η θέση για παύση πληρωμών και έξοδο από την ΟΝΕ, μας λένε, παραγνωρίζει αυτή την πραγματικότητα, εκτός του ότι απλοποιεί τα σύνθετα και προτείνει ένα τυχοδιωκτικό άλμα στο κενό.

Συνέχεια ανάγνωσης

Υπάρχει ζωή μετά τον ευρωπαϊσμό;

Standard

του Στάθη Κουβελάκη

Όσιπ Ζάντκιν, «Ο κιθαρίστας», 1964

Είναι γνωστή η ρήση του Αμερικάνου μαρξιστή Φρέντρικ Τζέημσον, σύμφωνα με την οποία, στις μέρες μας, είναι πιο εύκολο να φανταστούμε τη συντέλεια του κόσμου παρά κάτι κατ’ αρχήν πολύ λιγότερο δραματικό όπως το τέλος του καπιταλισμού. Η εγχώρια εκδοχή αυτού του ρητού θα μπορούσε να είναι ότι, στην Ελλάδα, για ένα μεγάλο της ριζοσπαστικής Αριστεράς, η συντέλεια της χώρας μοιάζει ένα ενδεχόμενο πιο ρεαλιστικό από κάτι κατ’ αρχήν πολύ λιγότερο δραματικό όπως το τέλος της ένταξής της σε οργανισμούς σαν την Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε σκέλη τους όπως η ΟΝΕ.

Για να το πούμε διαφορετικά, αυτό που βιώνει σήμερα η ελληνική κοινωνία είναι το τέλος ενός μεγάλου μύθου, ίσως του μόνου (αλλά θεμελιακού), στον οποίο κοινωνούσαν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του λαϊκού κορμού και οι διάφορες ελίτ, ανάμεσα σ’ αυτές και το σύνολο σχεδόν της εκτός ΚΚΕ Αριστεράς, τον μύθο του ευρωπαϊσμού. Η πεποίθηση δηλαδή ότι, παρά τις όποιες επιφυλάξεις (ή και ανοιχτές διαφωνίες) για πολιτικές και θεσμικές πλευρές της Ε.Ε., η ένταξη της Ελλάδας στη λέσχη των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών χωρών αποτελεί αναγκαία συνθήκη της όποιας εκδοχής κοινωνικού συμβολαίου, και μάλλον την πιο λογική και ασφαλή οχύρωση του πολιτικοκοινωνικού συμβιβασμού της μεταπολίτευσης. Η νεοφιλελεύθερη θεραπεία-σοκ του διαβόητου πλέον Μνημονίου σηματοδοτεί την κατάρρευση αυτής της ιδέας, κάτι που, ανάμεσα στα άλλα, ανοίγει το δρόμο σε πρωτόγνωρες ιδεολογικές ανακατατάξεις. Σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να δούμε και τους καινούργιους όρους της συζήτησης που διαμορφώνονται στην Αριστερά. Οι βασικές τάσεις που αναδεικνύει η καινούργια συγκυρία φαίνεται, ως τώρα, να είναι οι εξής: κρίση των ευρωπαϊστικών επιλογών, σε όλους τις εκδοχές τους, και ειδικότερα στις μεταρρυθμιστικές. Εμφάνιση λογικών ρήξης με βασικούς πυλώνες της υπαρκτής Ε.Ε. (πιο συγκεκριμένα με την ΟΝΕ), με όρους ωστόσο διαφορετικούς από τον αριστερό αντιευρωπαϊσμό της δεκαετίας του 1980 (ή σήμερα του ΚΚΕ). Συνέχεια ανάγνωσης

Αριστερές κακοτοπιές

Standard

του Βασίλη Πεσμαζόγλου

Με αφορμή δύο κείμενα (Κ. Λαπαβίτσα και Στ. Κουβελάκη), που αναφέρονται σε άρθρο μου στα «Ενθέματα» (257), μερικές πρόσθετες παρατηρήσεις.

1. Η σύγκριση ανάμεσα σε μια υπαρκτή δεινή κατάσταση και σε μια υποθετική διάδοχη ενέχει δυσκολίες. Η εναλλακτική λύση φαντάζει ελκυστικότερη. Η άποψη «στάση πληρωμών-έξοδος από την ΟΝΕ», που πρεσβεύει πάγια το ΚΚΕ και εσχάτως ένα σεβαστό μέρος του ΣΥΡΙΖΑ, μάς πηγαίνει σε έναν κόσμο φανταστικό. Ευκταίο για μερικούς (απομονωτικός «σοσιαλισμός σε μία χώρα»), αλλά, κατ’ ουσίαν, χαοτικό και επίφοβο. Για λόγους οικονομικούς όσο και ιδεολογικοπολιτικούς, που ήδη εξήγησα. Συνέχεια ανάγνωσης

Για ποιον χτυπά η καμπάνα

Standard

του Ζοζέ  Σαραμάγκου

Ο Ζοζέ Σαραμάγκου, που πέθανε στις 18 Ιουνίου 2010 υπήρξε, εκτός από μεγάλος σύγχρονος πεζογράφος, μαχητικός διανοούμενος με έντονη πολιτική δράση. Μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Πορτογαλίας από το 1969, δεν δίστασε να συγκρουστεί με την Καθολική Εκκλησία και τη συντηρητική πορτογαλική κυβέρνηση του Ντε Σίλβα το 1992, όταν η πρώτη χαρακτήρισε βλάσφημο το έργο του Κατά Ιησούν Ευαγγέλιο, ενώ η δεύτερη απέρριψε την υποψηφιότητά του για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας.

«Ε»

Τζιότο ντι Μποντόνε, «Οι δαίμονες έξω από το Αρέτσο», π. 1296

Πάνε τετρακόσια και χρόνια από σήμερα, όταν, σ’ ένα χωριό λίγο έξω από τη Φλωρεντία, οι κάτοικοι, ενώ βρίσκονταν σπίτι ή δούλευαν στο χωράφι, άκουσαν την καμπάνα της εκκλησίας. Σε εκείνους τους άγιους καιρούς, οι καμπάνες χτυπούσαν πολλές φορές τη μέρα, κι έτσι ο ήχος δεν παραξένεψε κανέναν. Ωστόσο, η καμπάνα χτυπούσε πένθιμα, και κανένας δεν ήξερε κάποιον που να ’χε πεθάνει στο χωριό. Οι κάτοικοι δεν άργησαν να συγκεντρωθούν μπροστά στην εκκλησία, περιμένοντας να μάθουν ποιος πέθανε. Η καμπάνα ήχησε για λίγο ακόμα, και μετά σταμάτησε.

Τότε, ένας άνθρωπος βγήκε από την εκκλησία· δεν ήταν ο νεωκόρος που χτύπαγε συνήθως την καμπάνα. Οι συχωριανοί του τον ρώτησαν πού ήταν ο κωδωνοκρούστης και ποιος πέθανε. Ο άνθρωπος απάντησε: «Εγώ χτύπησα την καμπάνα. Και τη χτύπησα πένθιμα για τη Δικαιοσύνη, την εκλιπούσα Δικαιοσύνη, αφού πια η Δικαιοσύνη έχει εκλείψει».

Ο άπληστος χωροδεσπότης της περιοχής μετακινούσε τα λιθάρια που έδειχναν τα όρια της ιδιοκτησίας του, καταπατώντας έτσι, σιγά σιγά, το χωράφι του φτωχού ανθρώπου. Κάθε φορά που ο άρχοντας μετακινούσε τα σύνορα, η γη του χωρικού γινόταν μικρότερη. Το θύμα στην αρχή διαμαρτυρήθηκε· μετά ικέτευσε για συμπόνια και στο τέλος αποφάσισε να ζητήσει την προστασία του νόμου. Μάταια — ο άρχοντας συνέχισε να λεηλατεί τη γη του. Και τότε ο άνθρωπος, απελπισμένος, αποφάσισε να ανακοινώσει urbi et orbi (αν ζεις όλη σου τη ζωή σ’ ένα χωριό, αυτός είναι όλος ο κόσμος σου) ότι η Δικαιοσύνη είχε πια εκλείψει.

Σιμόνε Μαρτίνι, «Οι μουσικοί», λεπτομέρεια από την τοιχογραφία «Ο Άγιος Μαρτίνος αναγορεύεται ιππότης», 1317-1319

Ίσως να σκέφτηκε ότι αυτή η απότομη πράξη του θα έκανε τις καμπάνες όλου του σύμπαντος να ηχήσουν. Ίσως να σκέφτηκε ότι όλες οι καμπάνες θα σιωπήσουν μόνον όταν αναστηθεί η Δικαιοσύνη. Δεν ξέρουμε τι έγινε στη συνέχεια. Δεν ξέρουμε αν οι κάτοικοι ξεσηκώθηκαν για να βοηθήσουν τον συχωριανό τους ή αν, από τη στιγμή που η Δικαιοσύνη ήταν πλέον νεκρή, επέστρεψαν, με σκυμμένο το κεφάλι, στην καθημερινή τους σκληρή βιοπάλη. Η Ιστορία δεν μας λέει ποτέ ολόκληρη την ιστορία. Συνέχεια ανάγνωσης

Πού είναι η Αριστερά;

Standard

Ζ. Σαραμάγκου. Σκίτσο του Φ. Λέρα

Το κείμενο, με τίτλο «Πού είναι η Αριστερά», πρωτοεμφανίστηκε στο μπλογκ του Σαραμάγκου, την 1.10. 2008. Δημοσιεύτηκε, μαζί με άλλα κείμενα από το ίδιο μπλογκ, στο βιβλίο του Το τετράδιο. Κείμενα που γράφτηκαν για το blog, Σεπτέμβριος 2008-Μάρτιος 2009. Στα ελληνικά κυκλοφορεί, όπως και όλα σχεδόν τα βιβλία του Σαραμάγκου, σε μετάφραση Αθηνάς Ψυλλιά, από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

«Ε»

Πριν από τρία-τέσσερα χρόνια, σε μια συνέντευξή μου σε μια νοτιοαμερικάνικη εφημερίδα, αργεντίνικη νομίζω, μου βγήκε πάνω στις διαδοχικές ερωταποκρίσεις μια δήλωση που κατόπιν φαντάστηκα πως θα προκαλούσε αναταραχή, διαμάχη, σκάνδαλο (μέχρι αυτού του σημείου έφτανε η αφέλειά μου), ξεκινώντας από τις τοπικές στρατιές της Αριστεράς και μετά, ποιος ξέρει, σαν ένα κύμα που εξαπλώνεται σε κύκλους, στα διεθνή μέσα, είτε αυτά ήταν πολιτικά, συνδικαλιστικά ή πολιτιστικά, τα οποία πρόσκεινται στην εν λόγω Αριστερά.

Τζωρτζ Γκρος, «Έκλειψη ηλίου», 1926. Το έργο είναι αλληγορία για τη δημοκρατία της Βαϊμάρης. Καπιταλιστές και στρατιωτικοί υπαγορεύουν στους ακέφαλους πολιτικούς τι να πράξουν, ενώ ο λαός (που τον συμβολίζει ο γάιδαρος με τις παρωπίδες) τρώει απλώς ό,τι του βάζουν μπροστά του

Με όλη της τη σκληρότητα, χωρίς να κάνει βήμα πίσω μπροστά στην ίδια της την αισχρότητα, η φράση, όπως αναπαράχθηκε με ακρίβεια από την εφημερίδα, ήταν η εξής: «Η Αριστερά δεν έχει την παραμικρή γαμημένη ιδέα σε ποιον κόσμο ζει». Στην πρόθεσή μου, εσκεμμένα προκλητική, η Αριστερά, επερωτωμένη έτσι, απάντησε με την πιο παγωμένη σιωπή. Κανένα κομμουνιστικό κόμμα, για παράδειγμα, ξεκινώντας απ’ αυτό του οποίου είμαι μέλος, δεν βγήκε στις επάλξεις για να αντικρούσει ή απλώς να επιχειρηματολογήσει σχετικά με την καταλληλότητα ή τη μη καταλληλότητα των λέξεων που πρόφερα. Κατά μείζονα λόγο, επίσης, κανένα από τα σοσιαλιστικά κόμματα που βρίσκονται στην κυβέρνηση των αντίστοιχων χωρών, σκέφτομαι κυρίως των δικών μας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας, δεν θεώρησε απαραίτητο να απαιτήσει ένα ξεκαθάρισμα εξηγήσεις από τον παράτολμο συγγραφέα που τόλμησε να ρίξει μια πέτρα στον μουχλιασμένο βούρκο της αδιαφορίας.

Τίποτε απολύτως, σιωπή καθολική, λες και στους ιδεολογικούς τάφους όπου κατέφυγαν δεν υπήρχε τίποτε άλλο παρά μόνο σκόνη και αράχνες, ή το πολύ κάποιο αρχαϊκό οστό που δεν έκανε ούτε για ιερό λείψανο πια. Για κάμποσες μέρες αισθάνθηκα αποκλεισμένος από την ανθρώπινη κοινωνία, σαν να ’χα χολέρα, θύμα κάποιου είδους διανοητικής κίρρωσης όπου τίποτα δεν έβγαζε νόημα. Έφτασα μάλιστα να σκεφτώ πως η συμπονετική κουβέντα που θα κυκλοφορούσε μεταξύ αυτών που σιωπούσαν ήταν περίπου η εξής: «Τον κακομοίρη, τι να περιμένει κανείς σε τέτοια ηλικία;». Ήταν πως δεν θεωρούσαν ότι δικαιούμουν να εκφράσω γνώμη σ’ αυτή τη φάση.

Ο καιρός περνούσε, περνούσε, η κατάσταση στον κόσμο γινόταν όλο και πιο περίπλοκη, και η Αριστερά, ατάραχη, συνέχιζε να παίζει τους ρόλους που, είτε στην εξουσία είτε στην αντιπολίτευση, της είχαν διανεμηθεί. Εγώ, που στο μεταξύ είχα κάνει μια άλλη ανακάλυψη, πως ο Μαρξ ποτέ δεν είχε τόσο πολύ δίκιο όσο σήμερα, φαντάστηκα, όταν πριν ένα χρόνο ξέσπασε η καρκινική απάτη των ενυπόθηκων δανείων στις ΗΠΑ, πως η Αριστερά, όπου κι αν βρίσκεται, αν είναι ακόμα ζωντανή, θ’ ανοίξει επιτέλους το στόμα για να πει τι σκέφτεται γι’ αυτή την περίπτωση. Έχω πια την εξήγηση: η Αριστερά δεν σκέφτεται, δεν δρα, δεν διακινδυνεύει ούτε βήμα. Έχει γίνει ό,τι έχει γίνει από τότε, και μέχρι σήμερα η Αριστερά, με δειλία, εξακολουθεί να μη σκέφτεται, να μη δρα, να μη διακινδυνεύει ένα βήμα. Γι’ αυτό ας μην παραξενευτεί κανείς για την αναιδή ερώτηση του τίτλου: «Πού είναι η Αριστερά;». Δεν τάζω τίποτα για απάντηση, πλήρωσα ήδη πολύ ακριβά τις αυταπάτες μου.

μετάφραση από τα πορτογαλικά: Αθηνά Ψυλλιά