Η πλατεία είναι (;) γεμάτη

Standard


του Στρατή Μπουρνάζου

Δεν ξέρω αν η πλατεία, η πλατεία Κλαυθμώνος για μας τους Αθηναίους, κι άλλες πλατείες σ’ όλη την Ελλάδα και την Ευρώπη θα είναι γεμάτες το απόγευμα της Τετάρτης. Φοβάμαι πως όχι, δεν θα πλημμυρίσουν με πλήθη, απεργούς και διαδηλωτές όλων των χωρών και των γλωσσών της ηπείρου. Η πρώτη απόπειρα πανευρωπαϊκής κινητοποίησης και απεργίας συνιστά, ως σύλληψη, μεγάλη πολιτική επιτυχία και ταυτόχρονα κινδυνεύει, ως πραγμάτωση, να είναι μια, επίσης μεγάλη, αποτυχία. Εξηγούμαι αμέσως.

Η 29/9 έχει τα φόντα να αποτελέσει σπουδαίο πολιτικό γεγονός. Όχι λόγω της προσδοκώμενης –άδηλης ακόμα, τη στιγμή που μιλάμε– συμμετοχής ούτε λόγω των αιτημάτων της  για  υπεράσπιση των θέσεων εργασίας και των μισθών, φορολόγηση του κεφαλαίου κλπ. Υπάρχουν κινητοποιήσεις που η σημασία τους υπερβαίνει τους αριθμούς και το περιεχόμενο· και η μεθαυριανή μπορεί να είναι  μια απ’ αυτές. Η σημασία της, πρώτα και κύρια, έγκειται στο ότι, την ίδια μέρα με την πανευρωπαϊκή πορεία στις Βρυξέλλες, εργαζόμενοι θα διαδηλώνουν, με βάση το ίδιο κάλεσμα, στην Ισπανία, την Ιταλία, τη Λετονία, τη Λιθουανία, την Τσεχία, την Κύπρο, τη Σερβία, τη Ρουμανία, την Πολωνία, την Ιρλανδία και τη Γαλλία — αντιγράφω από την ιστοσελίδα της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων, που πήρε την πρωτοβουλία μαζί με το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ (η Ελλάδα δεν αναφέρεται, δεν ξέρω γιατί). Η ιδέα και η πρωτοβουλία της κοινής ευρωπαϊκής δράσης  έχουν τεράστια σημασία, πολιτική, ιδεολογική, ψυχολογική, νοοτροπική. Για τον άνθρωπο που θα πάρει τη σημαία του, ή απλώς τον εαυτό του, άνευ σημαίας, και θα κατέβει να διαδηλώσει μεθαύριο στην Αθήνα, το γεγονός ότι αποτελεί κομμάτι μιας πανευρωπαϊκής κινητοποίησης του δημιουργεί, εκ των πραγμάτων,  νέους ορίζοντες, τον βάζει σε νέες διαδικασίες σκέψης και δράσης. Όσοι μετείχαν τα προηγούμενα χρόνια στο Ευρωπαϊκό και το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ –παρόλο που οι καταστάσεις είναι αρκετά διαφορετικές– ξέρουν καλά πόσο τούς άλλαξε  η συμμετοχή, αυτή καθαυτή, σε εκείνη τη διεθνική και διεθνιστική εμπειρία. Και δεν μιλάμε για ανθρώπους που πρωτύτερα ήταν περιχαρακωμένοι στη χώρα τους, κάθε άλλο. Κι όμως, από τη στιγμή που έγιναν κομμάτι του κινήματος αυτού, ο γενικός και αφηρημένος ευρωπαϊσμός  (και διεθνισμός) τους μετατράπηκε σε  απολύτως απτό και συγκεκριμένο ζήτημα, μετουσιώθηκε σε επείγον πολιτικό καθήκον συνεννόησης, συντονισμού και αλληλοκατανόησης.

Συνέχεια ανάγνωσης

Στην Τουρκία εκδηλώνεται σήμερα μια σκληρή ταξική αντιπαράθεση

Standard

ΤΟΥΡΚΙΑ: ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΤΗΣ 12ης ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ

συνέντευξη του Αχμέτ Ινσέλ

μετάφραση από τα γαλλικά: Βέλθανδρος Χρυσάντζας

Το δημοψήφισμα της 12ης Σεπτεμβρίου αποτέλεσε μείζον ιδεολογικοπολιτικό ζήτημα αντιπαράθεσης στην Τουρκία, ενώ το αποτέλεσμά του (το 58% ψήφισε «Ναι» στις μεταρρυθμίσεις, και η συμμετοχή ήταν πολύ υψηλή, φτάνοντας το 77%) θεωρείται ότι ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην πολιτική ζωή. Στην προσπάθεια να φωτίσουμε τις ευρύτερες διαδικασίες και τη σημασία του δημοψηφίσματος, δημοσιεύουμε σήμερα τη γνώμη δύο πολύ σημαντικών τούρκων αριστερών διανοούμενων, του Αχμέτ Ινσέλ και του Ομέρ Λατσινέρ. Αξίζει να σημειωθεί, για την κατανόηση των συμφραζόμενων, ότι η τουρκική Αριστερά δεν είχε ενιαία στάση: η πλειονότητά της υποστήριξε το «Όχι» ή την αποχή, ενώ μικρά κομμάτια τάχθηκαν υπέρ του «Ναι». Ο Ινσέλ και ο Λατσινέρ, παρά τη σταθερή κριτική που ασκούν στην κυβέρνηση Ερντογάν, θεωρώντας ότι το ζήτημα υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια αυτής της αντιπαράθεσης, υποστήριξαν με σαφήνεια το «Ναι».

«Ε»

Κωνσταντινούπολη 2006

Μπορεί η μεταρρύθμιση του Συντάγματος να οδηγήσει στον εξισλαμισμό της τουρκικής κοινωνίας, όπως διατείνονται κάποιοι;

Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να μας οδηγήσει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα, το αντίθετο μάλιστα. Εκτός αν πιστεύει κανείς πως η δυνατότητα άμεσης προσφυγής των πολιτών στο Συνταγματικό Δικαστήριο, οι «θετικές διακρίσεις» υπέρ των γυναικών ή το δικαίωμα υπογραφής συλλογικής σύμβασης για τους δημόσιους υπαλλήλους θα αποσταθεροποιήσουν την κοινωνία και θα οδηγήσουν στον εξισλαμισμό!

Ένα τμήμα της τουρκικής κοινωνίας, όπως και πολλοί Ευρωπαίοι, διακατέχεται από τη φαντασίωση ότι οι συντηρητικές δημοκρατικές δυνάμεις της Τουρκίας, τις οποίες ενσαρκώνει το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΚΔΑ) του Τ. Ερντογάν, είναι φορείς ενός «αληθινού εξισλαμισμού». Έτσι, αντιμετωπίζουν τις αλλαγές στο Συνταγματικό Συμβούλιο ή το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο ως αιχμή του δόρατος του εξισλαμισμού αυτού, καθώς όσοι αντιτίθενται στις μεταρρυθμίσεις πιστεύουν ότι αυτές ενισχύουν την εκτελεστική εξουσία εις βάρος της δικαστικής. […]

Συνέχεια ανάγνωσης

Η προϊστορία του «Ναι»

Standard

ΤΟΥΡΚΙΑ: ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΤΗΣ 12ης ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ

του Ομέρ Λατσινέρ

μετάφραση από τα τουρκικά: Λεωνίδας Μοίρας

Αφίσες υπέρ του "Όχι"

Η κοινή και βασική επιχειρηματολογία των αριστερών κομμάτων που, όπως και ένας ευρύτερος περίγυρός τους, υποστήριξαν το «Όχι» και την αποχή στο δημοψήφισμα της 12ης Σεπτεμβρίου, συνίσταται στο ότι το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΚΔΑ) του Τ. Ερντογάν δεν κατέβαλε καμία προσπάθεια προκειμένου να διευρύνει τα δικαιώματα και να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης της εργατικής τάξης, καθώς και στο ότι η συνταγματική αναθεώρηση δεν έχει καμία σχέση με τα αιτήματα και τα συμφέροντα της εργατικής τάξης ή του σοσιαλιστικού κινήματος. Αν όμως, όντας σοσιαλιστές, περιοριζόμαστε να αποτιμάμε τη συγκυρία με βασικό κριτήριο το «οικονομικό» συμφέρον, τότε δεν έχουμε και πολλά να πούμε. Κι αυτό γιατί η συγκεκριμένη προσέγγιση σημαίνει την απαξίωση της ιστορικής αποστολής του σοσιαλισμού, οδηγώντας σε μια κατάσταση πολιτικής παρακμής. Απεναντίας, ο σοσιαλισμός, πέρα από το ότι συμπεριλαμβάνει αναμφισβήτητα στους στόχους του τη βελτίωση των υλικών όρων διαβίωσης της εργατικής τάξης, φιλοδοξεί κατεξοχήν να αποτελέσει όχημα για την ανέλιξη σε ένα ανώτερο επίπεδο, στο πλαίσιο μιας πολιτισμικής διαδικασίας. Σ’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, άλλωστε, οφείλεται η ιδιαίτερη σημασία που δίνει ο σοσιαλισμός στην ιστορία και στην ιστορική εξέλιξη. Συνέχεια ανάγνωσης

Ένα ηχηρό «Ναι» της τουρκικής κοινωνίας

Standard

ΤΟΥΡΚΙΑ: ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΤΗΣ 12ης ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ

του Αχμέτ Ινσέλ

μετάφραση από τα τουρκικά: Αμαρυλλίς Λογοθέτη

Πανηγυρισμοί υπέρ του "Ναι"

H αποδοχή των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων, στο δημοψήφισμα της 12ης Σεπτεμβρίου, με ποσοστό 58%, αποτελεί ένα ηχηρό  «Ναι» της τουρκικής κοινωνίας. Και είναι ένα ηχηρό «Ναι», γιατί δεν πρόκειται ακριβώς για  ψήφο εμπιστοσύνης στο ΚΔΑ του Τ. Ερντογάν, αλλά μάλλον για κάτι που βρίσκεται στο μεταίχμιο της ψήφου εμπιστοσύνης στο κυβερνών κόμμα και της υποστήριξης των μεταρρυθμίσεων. Αποτελεί, δηλαδή, ανοιχτή έκφραση του αιτήματος για μια δημοκρατική στροφή στην κοινωνία.

Καταρχάς, το «Ναι» είναι εξαιρετικά σημαντικό από την άποψη ότι ο μεγαλύτερος χαμένος του δημοψηφίσματος είναι το ακροδεξιό Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (ΚΕΔ).  Επίσης, είναι σημαντικό γιατί κατατροπώθηκε ο ηγέτης του κόμματος αυτού, ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ο οποίος είχε κάνει σημαία πριν το δημοψήφισμα τη χολερική απόρριψη ακόμα και της υποψίας ανοίγματος στο Κουρδικό. Είναι ακόμα σημαντικό και από μια άλλη άποψη, καθώς η συμμετοχή σε περιοχές όπου το κουρδικό Κόμμα Ειρήνης και Δημοκρατίας διατηρεί μεγάλη ισχύ ήταν μικρότερη από 40%.

Το αποτέλεσμα υπογραμμίζει, για άλλη μια φορά, ότι πλατιά στρώματα της τουρκικής κοινωνίας νιώθουν  την αδήριτη ανάγκη να οδηγηθούμε σε λύση του Κουρδικού, με διάλογο και συνεννόηση, στη βάση μιας πολιτικής που σέβεται την κουρδική ταυτότητα. Κανένας δεν μπορεί να αγνοήσει ότι, τελικά, η εναλλακτική λύση στη μαχητική αποχή δεν ήταν απλώς η συμμετοχή, αλλά ένα πολύ ηχηρό «Ναι». Το ότι το κεμαλικό Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (ΚΡΛ) περνάει με λίγες απώλειες, ίσως και με κάποια επιτυχία, αυτές τις «εξετάσεις», μετά μάλιστα στα δειλά ανοίγματα του νέου ηγέτη του, ανοίγει ένα σημαντικό παράθυρο για την περίοδο που θα ακολουθήσει.

Συνέχεια ανάγνωσης

Για εμάς

Standard

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ

του Βαγγέλη Καραμανωλάκη

Σχέδιο του Φερνάν Λεζέ, π. 1930

Είναι σαν να μην μπορούμε να πούμε μια πειστική κουβέντα. Και δεν είναι ότι δεν πονέσαμε ή δεν τα αγαπήσαμε όλα αυτά, με μια αγάπη και ένα πείσμα που κανείς από τους σχολιαστές των life style περιοδικών, τους όψιμους τιμητές της δικής τους ανοησίας, δεν πρόκειται να καταλάβει ποτέ. Έφηβοι τραγουδήσαμε τα ίδια τραγούδια στις ταβέρνες και στα φεστιβάλ, μπλέκοντας τα λαϊκά με τα αντάρτικα, μιμούμενοι τα μεγάλα  μας αδέλφια τυλιγμένα με το μύθο της δικής τους εξέγερσης. Μεγαλώσαμε έπειτα δίχως να στερηθούμε τα περισσότερα, όχι με ευκολία οικονομική αλλά και χωρίς ανυπέρβλητα εμπόδια. Καταραστήκαμε τον «ψεύτη κι άδικο ντουνιά», υπερασπιστές κάθε αδικημένου, μειοψηφίες μιας γενιάς που πιστεύαμε ότι μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο. Μόνο που ο κόσμος άλλαζε όπως δεν είχαμε δει ούτε στα χειρότερα όνειρά μας, πιο σύνθετος και όλο και πιο δύσκολος: από μια Αριστερά που βγάζοντας τα παραπετάσματα έδειξε το πιο απεχθές της πρόσωπο, από έναν αδικημένο κόσμο που περιθωριοποιούνταν συνέχεια, πολύχρωμος τώρα, πολύγλωσσος, πολυεθνικός στοιβαγμένος στο Γκάζι και στον Άγιο Παντελεήμονα, εκεί που έμπλεξε ο φόβος και ο θυμός των κατοίκων με την ακροδεξιά. Εκεί που μπορούσαμε να τον παρακολουθούμε αμήχανοι μες στις μεγαλόπνοες αναλύσεις μας, αμέτοχοι μέσα στην ασφάλεια της καταγγελίας μας. Παρακολουθώντας τον κόσμο, σιωπηροί απέναντι στο βίαιο ξέσπασμα εκείνων που εξορκίσαμε ή κολακέψαμε, χωρίς να καταλάβουμε γρι από τη δική τους αγωνία.

Και τώρα που η ώρα της κρίσης ήλθε, μοιάζει όλο και πιο πολύ να βουλιάζουμε σ’ αυτή τη σιωπή, είτε ψελλίζοντας φληναφήματα για τη νέα Μεταπολίτευση είτε μιλώντας στο όνομα ενός κόσμου που δεν μπορούμε κατ’ ουσίαν να νιώσουμε τη δική του απελπισία, είτε ευαγγελιζόμενοι νέα επαναστατικά μέτωπα, ενώ έχουμε πειστεί ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Νιώθοντας για πρώτη φορά τόσο κοντά σε μας την απελπισία της απόλυσης, της περικοπής των δικαιωμάτων, της περιστολής των ονείρων. Έχοντας πάντα στο νου μας αυτόν τον κόσμο των 2/3 που μας περιβάλλει, τιμητές για τις μικροκομπίνες εκείνων που αγωνίζονται για την επιβίωση, την ώρα που το ένα μετά το άλλο τα δικαιώματα χρόνων καταργούνται, όχι με μια κανονιά αλλά ούτε καν με ένα μικρό βρόντο.

Κάπου ανάμεσα στα 40 και στα 50 τώρα, αμήχανοι ίσως και ενοχικοί. Για τις αυταπάτες που διαλύθηκαν, για αυτά που μοιάζει να μην μπορούμε να υπερασπιστούμε, έτσι καθώς το είπαν οι αριθμοί και οι στατιστικές, για εμάς τους ίδιους που δεν μπορούμε να καμωνόμαστε πια τους αθώους, ούτε τους ανεύθυνους.

Εκδηλώσεις του ΣΜΕΔ για τον υποτιτλισμό και τη μετάφραση την Τετάρτη και την Πέμπτη

Standard

Εκδήλωση για τον υποτιτλισμό την Τετάρτη

Ενόψει της Παγκόσμιας Ημέρας Μετάφρασης (30/9), ο Σύλλογος Μεταφραστών Επιμελητών Διορθωτών (ΣΜΕΔ) μας καλεί σε εκδήλωση για τον υποτιτλισμό στην Ελλάδα σήμερα. Οι «αόρατοι» μεταφραστές του κινηματογράφου και της τηλεόρασης εμφανίζονται και μιλούν για τα μυστικά του επαγγέλματος, για τα προβλήματά τους, για τα «πάνω» και τα «κάτω» της δουλειάς τους.  Συζητούν συζητούν οι υποτιτλίστριες: Μίτση Βρασιβανοπούλου, Ειρήνη Κοπέλου, Μαρία Πολυχρονοπούλου. Τη συζήτηση θα συνοδεύσουν προβολές βίντεο και θα ακολουθήσει πάρτυ με d.j. τον Γιώργο Τσελώνη. Η εκδήλωση γίνεται την Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου, στις 7.00 μ.μ. στο Floral (Θεμιστοκλέους 80, Πλατεία Εξαρχείων).

***

Στρογγυλό τραπέζι για τη μετάφραση στο πλαίσιο του LEA

Επίσης, την  επόμενη μέρα, Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου (ώρες 16.30-17.20), οι μεταφράστριες, μέλη του ΣΜΕΔ (και αφανείς ηρωίδες) Έφη Γιαννοπούλου, Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη, Τατιάνα Ραπακούλια συμμετέχουν στο στρογγυλό τραπέζι με θέμα «Οι αφανείς ήρωες». Η εκδήλωση οργανώνεται στο πλαίσιο του LEA/ΛΕΑ (Ιβηροαμερικανικό Φεστιβάλ Λογοτεχνίας εν Αθήναις· το πλήρες πρόγραμμα όλου του φεστιβάλ στο www.lea-festival.com), στην Τεχνόπολι του Δήμου Αθηναίων, Πειραιώς 100 (αίθουσα: Κωστής Παλαμάς).

***

Επάγγελμα Υποτιτλιστής

Σπάνια, έως ποτέ, οι θεατές ενός κινηματογραφικού έργου μπαίνουν στον κόπο να σκεφτούν ότι πίσω από την επιφάνεια της μεγάλης οθόνης βρίσκονται άνθρωποι που κόπιασαν με την εργασία τους, τόσο κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων όσο και μετά το τέλος τους, για να πραγματοποιηθεί η ταινία την οποία μόλις παρακολούθησαν.

Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός ότι οι μεταφραστές-υποτιτλιστές και επιμελητές αποτελούν την κινητήρια δύναμη που καθιστά δυνατή την παρακολούθηση από το ευρύ κοινό στην Ελλάδα αλλόγλωσσων (τώρα πια και ομόγλωσσων) προγραμμάτων κάθε είδους.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η επικαιρότητα της σκέψης του Μαρξ και τα «καθήκοντα» των κριτικών στοχαστών

Standard

6ο Διεθνές Συνέδριο Μαρξ: Κρίσεις, εξεγέρσεις και ουτοπίες

Συνέντευξη του  Μιχάλη Βακαλούλη στον Γιάννη Μπαλαμπανίδη


Η διπλή κρίση, οικονομική και οικολογική, που γνωρίζει ο κόσμος μας, αποτελεί έναν ακόμα κρίκο στη μακρά αλυσίδα ρήξεων του σύγχρονου καπιταλισμού ή το ξεκίνημα μιας νέας εποχής; Οι σημερινές εξεγέρσεις μπορούν να εγγραφούν σε μια διαδικασία η οποία οδηγεί σε αυτό που ο μαρξισμός ορίζει ως «επανάσταση»; Πώς μπορεί η ουτοπία, αν αξιοποιήσουμε το κοινωνικό, πολιτικό, πολιτισμικό και ανατρεπτικό δυναμικό της, να γίνει πραγματικότητα;

Ο Μιχάλης Βακαλούλης

Αυτά ήταν ορισμένα από τα βασικά ερωτήματα που απασχόλησαν το 6ο Συνέδριο Marx International, με γενικό θέμα «Κρίσεις, εξεγέρσεις και ουτοπίες», το οποίο οργανώθηκε το περιοδικό Actuel Marx και ολοκληρώθηκε χθες Σάββατο στο Παρίσι (Université de Paris Ouest, Nanterre). Με την ευκαιρία αυτή, μιλήσαμε με τον Μιχάλη Βακαλούλη, μέλος της οργανωτικής επιτροπής του Συνεδρίου, τα ερευνητικά ενδιαφέροντα του οποίου, όλα τα τελευταία χρόνια, συνδέονται στενά με τη θεματολογία του συνεδρίου

«E»

Έμιλ Νόλντε, «Χορός», 1914

Στις 22-25 Σεπτέμβρη οργανώθηκε στη Γαλλία το 6ο Συνέδριο Marx International. Ποια θέση νομίζετε ότι έχει η μαρξιστική ανάλυση στο πνευματικό κλίμα που κυριαρχεί σήμερα, στη Γαλλία αλλά και διεθνώς;

Από το πρώτο Διεθνές Συνέδριο Μαρξ (1995) μέχρι σήμερα έχουν σημειωθεί πολλαπλές κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές. Η κρίση συσσώρευσης του κεφαλαίου εμφανίζεται πιο εκρηκτική, ενώ η χρεοκοπία των νεοφιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών είναι πρόδηλη, ακόμα και στα μάτια των οργανικών ιδεολόγων που τις γιόρταζαν μόλις πριν λίγο με τυμπανοκρουσίες. Το σύστημα έχει επεκτείνει ορμητικά τα όριά του από την παραγωγή στη σφαίρα της αισθητικής και της καθημερινής ζωής, αλλά ξαναβρίσκει τις καταστατικές αντιφάσεις του σε μια ευρύτερη κλίμακα. Η αίσθηση ότι ο σημερινός κόσμος βρίσκεται σε αδιέξοδο, οικονομικό και οικολογικό, πολιτικό και ανθρωπολογικό, είναι διάχυτη στην κοινή γνώμη.

Γιατί στη σημερινή συγκυρία η σκέψη του Μαρξ αποχτά ξανά μια απαράμιλλη επικαιρότητα; Διότι δεν αποτελεί απλώς ένα μνημείο του παρελθόντος που εγκαθιδρύει οριστικές αλήθειες, αλλά ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο κριτικής διάγνωσης του παρόντος και πολιτικής προβολής στο μέλλον. Φυσικά, δεν αρκεί να σκορπίσουμε λίγη μαρξιστική χρυσόσκονη, για να γίνουν οι σχέσεις εκμετάλλευσης πιο αναγνώσιμες και οι κοινωνικές αντιστάσεις πιο βιώσιμες. Οι ιδεολογικές συγκρούσεις δεν εξαντλούνται σε απλές αντιπαραθέσεις ιδεών, αλλά παραπέμπουν στην υλικότητα του συνόλου των μηχανισμών συμβολικής κυριαρχίας (κράτος, αγορά, μεταμοντέρνες δομές εξατομίκευσης). Η σημερινή κρίση δεν σηματοδοτεί μια ιδεολογική παλινόρθωση του μαρξισμού ούτε πιστοποιεί αυτόματα την ερμηνευτική του γονιμότητα. Όμως το ιδεολογικό κλίμα τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει αισθητά και η δεκτικότητα των μαρξιστικών ερωτημάτων κερδίζει έδαφος.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η επίδραση των «Οδηγιών του Φαράκου»:Μια περίπτωση αδιάκριτης γοητείας ή ένα υπερεκτιμημένο μέγεθος;

Standard

του Νίκου Παπαδογιάννη

Προεκλογική αφίσα, 1977

Έχουμε διανύσει σχεδόν τριάντα πέντε χρόνια από το καλοκαίρι του 1977, όταν κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Οδηγητής» το τευχίδιο που έφερε τον τίτλο Για την αγωνιστική ταξική πατριωτική διαπαιδαγώγηση της νεολαίας. Το τευχίδιο αυτό συχνά αναφέρεται στη δημόσια ιστορία και ως το «εγχειρίδιο του καλού Κνίτη» ή οι «Οδηγίες  του Φαράκου», του μέλους του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, το οποίο είχε συγγράψει μέρος του έργου αυτού. Για την ακρίβεια, περιλάμβανε τα υλικά της συνεδρίασης του Κεντρικού Συμβουλίου της ΚΝΕ με θέμα τη διαπαιδαγώγηση των νέων, πλατιά περίληψη της εισήγησης, το πλήρες κείμενο της διακήρυξης του Κ.Σ. και ομιλία του Γρηγόρη Φαράκου.  Το συγκεκριμένο έργο αναφερόταν συστηματικά στην επιθυμητή συμπεριφορά του μέλους/στελέχους της ΚΝΕ στο χώρο της εκπαίδευσης, της εργασίας, αλλά και στο πεδίο της οικογένειας και της σεξουαλικότητας, υποστηρίζοντας τις σταθερές, ετεροφυλοφιλικές σχέσεις που οδηγούν σε γάμο. Αρκετοί θεωρούν ότι αποτέλεσε σημείο αναφοράς για τα μέλη/στελέχη της ΚΝΕ στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, καθώς και βασικό μέσο προσαρμογής στα προωθούμενα από την οργάνωση πρότυπα συμπεριφοράς. Πλήθος τέτοιων αναλύσεων, οι οποίες συνήθως εκφράζουν ευρύτερους προβληματισμούς σχετικά με την έννοια και τα όρια της «μεταπολίτευσης», μπορούν να εντοπιστούν σε άρθρα εφημερίδων ή ιστολόγια.[1]

***

Στο άρθρο αυτό θα επιχειρήσω να ανασκευάσω εν μέρει αυτήν την αναπαράσταση. Θα εστιαστώ στο σκέλος του τευχιδίου περί σεξουαλικών σχέσεων των νέων και θα επιχειρηματολογήσω ότι πράγματι αυτό αναπαρήγαγε ορισμένα κυρίαρχα μοντέλα στην ελληνική κοινωνία της δεκαετίας του ’70. Όμως, οι υποδείξεις αυτές αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και μερικού επανακαθορισμού από τα μέλη/στελέχη της ΚΝΕ, διαδικασίες που αποκαλύπτονται, εάν εξετάσουμε συμπληρωματικά ένα πλήθος πηγών. Θα επικεντρωθώ στην πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης, δηλαδή από την πτώση της δικτατορίας το 1974 μέχρι την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981. Τα ερευνητικά δεδομένα προέρχονται από τη διδακτορική μου διατριβή που εξέτασε τις κομμουνιστικές οργανώσεις νεολαίας στην Ελλάδα και την πολιτικοποίηση της ψυχαγωγίας στην περίοδο 1974-1981.

Συνέχεια ανάγνωσης

Περί της στάσης πληρωμών

Standard

του Ευκλείδη Τσακαλώτου

Φωτογραφία του Ζαν Σαμπριέ, 1955

Σε προηγούμενο άρθρο («Ενθέματα», 5.9.2010) ασχολήθηκα με την έξοδο από το ευρώ ως αριστερή στρατηγική για την έξοδο από την κρίση. Επιχειρηματολόγησα ότι το πρόβλημα δεν είναι τόσο το ευρώ όσο το πλαίσιο στο οποίο λειτουργεί. Στο παρόν άρθρο θέλω να εκφράσω ένα παρόμοιο σκεπτικισμό για τη στρατηγική της στάσης πληρωμών.

Η στάση πληρωμών έχει αρκετά πλεονεκτήματα. Εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι αν χρωστάς πολλά σε έχουν ανάγκη οι πιστωτές σου, και αυτό σου δίνει εν δυνάμει μεγάλη διαπραγματευτική ισχύ. Όπως παρατηρεί συχνά ο Κώστας Λαπαβίτσας, σε αυτές τις περιπτώσεις έχει μεγάλη σημασία ποιος παίρνει την πρωτοβουλία, και άρα μπορούμε να βρεθούμε σε δύσκολη κατάσταση, με την επιβολή ακόμα πιο σκληρών μέτρων, αν την πρωτοβουλία για μια αναδιάρθρωση του χρέους την πάρουν οι πιστωτές μας. Επιπλέον, η στάση πληρωμών ανταποκρίνεται σε ένα δίκαιο και διευρυμένο αίσθημα ότι την κρίση δεν πρέπει να την πληρώσουν αυτοί που δεν ευθύνονται για την κρίση.

Συνέχεια ανάγνωσης

Για την επανάσταση του αυτονόητου

Standard

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ. ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΨΥΧΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

του Νικόλα Σεβαστάκη

Με το κείμενο αυτό ξεκινάει στα «Ενθέματα» η τακτική συνεργασία του Νικόλα Σεβαστάκη, με γενικό τίτλο «Το δέντρο και το δάσος. Σχόλια  για τον ψυχισμό της εποχής» (εμπνευσμένο από τη φράση τού Πωλ Βαλερύ «La folie generale. Essai sur le psychisme actuel»). Τα «Ενθέματα» καλοσωρίζουν, με ιδιαίτερη χαρά, τον καλό φίλο και συνεργάτη.


Έρικ Χέκελ, "Κορίτσι", 1911

Αν έχω καταλάβει καλά διανύουμε επαναστατική περίοδο. Η «επανάσταση του αυτονόητου» προορίζεται να σαρώσει με το σπαθί του Μνημονίου όλες τις αγκυλώσεις, όλους τους αναχρονισμούς και τις νοσηρές καταστάσεις που στραγγίζουν τους χυμούς της χώρας και τη δημιουργική ενέργεια των κατοίκων της.

Αστειεύομαι, φυσικά. Αλλά πάλι δεν είναι καθόλου αστείο αν σκεφτούμε το χάος και τα απωθητικά πόκερ της καθ’ ημάς Αριστεράς. Τι είναι όμως, στα σοβαρά τώρα, το αυτονόητο; Που βρίσκεται άραγε αυτή η νέα ήπειρος της κοινής λογικής που τώρα τελευταία φαίνεται να συνεπαίρνει ως και αριστερούς δημοκράτες οι οποίοι ανακαλύπτουν τη «δημόσια ορθολογικότητα» ως μοναδικό αξιόπιστο κριτήριο αριστερής υπευθυνότητας;

Αυτονόητο είναι ας πούμε ότι δεν θέλουμε την αρρώστια, την ένδεια, την αναξιοπρεπή και ταπεινωτική μεταχείριση. Είναι η αναζήτηση της ομορφιάς, η απαίτηση να μην μας περιφρονούν, η επιθυμία όλων για μια εργασία που δεν συνθλίβει και αφήνει περιθώρια σε μια πληρέστερη ζωή. Αυτονόητη είναι η ενόχληση και η πικρία από χίλιες δυο λεπτομέρειες της καθημερινότητας, από εμπειρίες απογοητευτικές ή πράξεις που εξοργίζουν.

Όσο όμως προχωρούμε σε πιο σύνθετα αντικείμενα, σε τόπους πολιτικούς και θέματα σχετικά με τη διεύθυνση των συλλογικών υποθέσεων, τα αυτονόητα λιγοστεύουν. Οι ερμηνείες, οι ορισμοί, τα πορίσματα διαφέρουν όπως διαφέρουν τα συμφέροντα και οι αντιλήψεις για το δημόσιο αγαθό. Όπως, εν τέλει, διαφέρουν οι περιγραφές του κόσμου και οι επιθυμίες για τη φύση των αλλαγών που χρειάζονται. Και έτσι πρέπει να είναι: όποιος διεκδικεί αποκλειστικότητα στην κοινή λογική ολισθαίνει στην καθαρή ανοησία.

Το χειρότερο είναι όμως όταν μια τέτοια υπερφίαλη αξίωση επιδιώκει να εκβιάσει τους υπόλοιπους επισείοντας τετριμμένα διλήμματα: το πίσω και το εμπρός, τη συντήρηση και την πρόοδο, την ακινησία και την κίνηση, τα κεκτημένα και τα μη κεκτημένα. Πλασματικές «διαιρέσεις» που αναβιώνουν άλλη μια φορά την επικοινωνιακή πολιτική του νεοφιλελευθερισμού, αυτής ιδιαίτερα της μυρωδάτης ποικιλίας του που καλλιεργήθηκε στις δεξαμενές σκέψης του νέου Κέντρου και της μετα-παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας.

Συνέχεια ανάγνωσης

«Ούτ’ ορφανό, ούτε φτωχό, ούτ’ απ’ τα ξένα ξένον»: Ένα θέαμα για τα εργατικά ατυχήματα

Standard


συνέντευξη της Έλενας Πατρικίου

Tην Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου (μέχρι και τις 3 Οκτωβρίου), στη Σχολή Καλών Τεχνών (Πειραιώς 256) ανεβαίνει, με ελεύθερη είσοδο, η παράσταση «Ούτ’ ορφανό, ούτε φτωχό, ούτ’ απ’ τα ξένα ξένον», με θέμα τα εργατικά ατυχήματα στη σημερινή Ελλάδα. Πρόκειται για μια παράσταση με εξαιρετικό ενδιαφέρον, όχι μόνο πολιτικό, αλλά και σκηνοθετικό και αισθητικό, καθώς εντάσσεται σε μια μακρά παράδοση θεατρικής πρωτοπορίας και πολιτικού θεάτρου, που ξεκινάει τη δεκαετία του 1920 στη Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση και συνεχίζεται μεταπολεμικά με το θέατρο του δρόμου. Έτσι, ένας κατάλογος με τα εργατικά ατυχήματα των τελευταίων δυόμισι χρόνων (που φτιάχτηκε για την παράσταση) συμπλέκεται με το τραγούδι του «Γιοφυριού της Άρτας» και μικρές αφηγήσεις, και μετατρέπεται σε κίνηση και θέαμα, αποτελώντας σχόλιο πολιτικό και αισθητικό για την εργασία, τα «ατυχήματα», την ευθύνη, τη δυνατότητα να συναρμόσεις αισθητικές και νοήματα, να διερευνήσεις σκηνοθετικά και υποκριτικά όρια. Για όλα αυτά συζητήσαμε με τη σκηνοθέτιδα της παράστασης Έλενα Πατρικίου.

Στρ. Μπ.


Φωτογραφία του Περικλή Αντωνίου, από τις πρόβες

Πριν μιλήσουμε για τα εργατικά ατυχήματα και την παράσταση, θέλω να σε ρωτήσω κάτι που έχει σχέση με τις στοχεύσεις και το είδος της: σχετικά με την «αγκιτάτσια προπαγάνδα», που διαβάζω στο πρόγραμμα. Τι ακριβώς είναι;

Η «αγκιτάτσια προπαγάνδα» άνθησε στη Ρωσία και τη Γερμανία τις δεκαετίες του 1920 και του 1930. Ήταν μικρά θεάματα, σχεδόν αυτοσχεδιαστικά, χωρίς κείμενο ή με ένα υποτυπώδες κείμενο, που στήνονταν έξω από εργοστάσια ή και μέσα στα εργοστάσια, σε πλατείες και δρόμους. Όπου γινόταν μια απεργία ή μια διαδήλωση, οι καλλιτέχνες του θεάτρου, που το βράδυ μπορεί να έπαιζαν σε «κανονικά» θέατρα, ή τέλος πάντων στα πρωτοποριακά θέατρα της εποχής, πήγαιναν και έστηναν εκεί, επιτόπου, ένα θέαμα πάνω στο συγκεκριμένο πρόβλημα. Μπορούμε να πούμε ότι η παράδοση αυτή συνεχίστηκε, κατά κάποιον τρόπο, μεταπολεμικά, τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, με θέατρα όπως το Bread and Puppet στην Αμερική, το Living Theatre, κυρίως στην ευρωπαϊκή του φάση, ή με κάποια θέατρα του δρόμου στην Ιταλία, τη Γερμανία και τη Γαλλία.

Φωτογραφία του Περικλή Αντωνίου.

Η «αγκίτ προπ» είναι ένα  πολιτικό θέατρο φτιαγμένο για το γεγονός και βασισμένο στη πολιτική και αισθητική στράτευση των ηθοποιών και των σκηνοθετών· γιατί πρέπει να πούμε ότι πρόκειται για επαγγελματίες ηθοποιούς, όχι, λ.χ., για απεργούς.

Είναι δηλαδή κάτι διαφορετικό από το «θέατρο των καταπιεσμένων» του Augusto Boal στη Λατινική Αμερική, που έστηνε μια παράσταση για ένα πρόβλημα σε ένα εργοστάσιο ή ένα χωριό, χρησιμοποιώντας όχι ηθοποιούς, αλλά εργάτες ή αγρότες. Στην «αγκίτ προπ» έχουμε  ένα θέατρο πολιτικό με ηθοποιούς, σκηνοθέτες, σκηνογράφους, που ανήκαν στην αισθητική πρωτοπορία, εξερευνούσαν νέους αισθητικούς δρόμους και τεχνικές, και ενδιαφέρονταν ταυτόχρονα και να συμπορευτούν με την πολιτική πρωτοπορία και να ερευνήσουν τα όρια της επικοινωνίας με το κοινό και όλη την αυτοσχεδιαστική τεχνική που συνεπάγεται κάτι τέτοιο — γιατί θέλει πολύ γερή τεχνική, πολύ μαστοριά, για να αλλάζεις αυτά που κάνεις ανάλογα με αυτό που προσλαμβάνεις από κάτω, για να αντέχεις να παίξεις σε μη προετοιμασμένες συνθήκες. Το στοίχημα είναι διπλό, πολιτικό αλλά και αισθητικό: γιατί  η «αγκίτ προπ» χρησιμοποίησε πάρα πολύ όλες τις τεχνικές, τις ιδέες, τα οράματα της θεατρικής πρωτοπορίας του 1920 και του 1930 για πολιτικούς λόγους — όπως και ο Μπρεχτ κάποια στιγμή.

Συνέχεια ανάγνωσης

Παν. Μουλλάς, 1935-2010: βιογραφικό και εργογραφία

Standard

Αποχαιρετισμός στον Παν. Μουλλά, που πέθανε το Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου

O Πάνος Mουλλάς γεννήθηκε στο Kιλκίς το 1935. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στη Σορβόννη, όπου έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα. Έζησε και δίδαξε πολλά χρόνια στο Παρίσι. Yπηρέτησε ως καθηγητής της νεοελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης για περισσότερα από 25 χρόνια. Eμφανίστηκε στα γράμματα εδώ και πενήντα και πλέον χρόνια, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, με σειρά άρθρων που δημοσίευσε στα περιοδικά Διαγώνιος και Kριτική, για ν’ ακολουθήσουν στη δεκαετία του 1960 πολυάριθμα μελετήματα στις Eποχές, την Eπιθεώρηση Tέχνης και τον Eρανιστή.

Έκτοτε, συστηματικά, με ενθουσιασμό, πάθος και απόλυτη συνέπεια ερευνούσε, έγραφε και δίδασκε με αντικείμενο τη λογοτεχνία και τον κόσμο των ιδεών του νεότερου ελληνισμού. Eκατοντάδες άρθρα, μελετήματα και δοκίμια και μια δωδεκάδα ιδιαίτερα σημαντικών βιβλίων για τη νεοελληνική λογοτεχνία, κριτική και επιστολογραφία επιτρέπουν στον αναγνώστη να σκεφτεί, να κατανοήσει και να θέσει ερωτήματα για τον πολιτισμό της νεότερης Eλλάδας. Oι ποιητικοί διαγωνισμοί και η ποίηση του 19ου αιώνα, ο ρομαντισμός, οι ιδιαίτερα σημαντικοί πεζογράφοι Bιζυηνός, Παπαδιαμάντης και Pοΐδης, η ιστορία της κριτικής και του δοκιμίου και η μεσοπολεμική και μεταπολεμική πεζογραφία ανήκουν στα θέματα με τα οποία ασχολήθηκε συστηματικά.

O ανοιχτός και γενναιόδωρος λόγος του, που θέτει κρίσιμα ζητήματα και ερωτήματα για σκέψη και μελέτη, απολύτως εξέφραζε τη γενναιοδωρία της ψυχής του. Tον ευχαριστούμε.

(Βιογραφικό που συνέταξε το Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ)

***

Συνέχεια ανάγνωσης

Το χαρούμενο πνεύμα και το άλγος

Standard

H ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ Π. ΜΟΥΛΛΑ (1935-2010)

του Σπύρου Ι. Ασδραχά

Ο Πάνος Μουλλάς με τη γυναίκα του Μιράντα, μέσα της δεκαετίας του 1980. Φωτογραφία της ιταλίδας νεοελληνίστριας Paola Minucci.

Όταν στα 1961 ο Παναγιώτης Μουλλάς έρχεται 26 χρονών στο τότε Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, είναι ήδη ένας διαμορφωμένος νεοελληνιστής με ισχυρή ανθρωπιστική παιδεία και γνώστης της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας και των θεωρητικών της προβλημάτων. Είναι φορέας δυο θεσσαλονικιώτικων παραδόσεων: του δημοτικισμού του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και μιας νεώτερης, εκείνης που τότε διαμορφώνεται από τους κύκλους της Κριτικής, δηλαδή  ένα ανανεωτικό μαρξισμό που ενέχει την πολιτική πρακτική και θεωρία και την αντίστοιχη των πνευματικών φαινομένων. Αυτούς τους βασικούς χαρακτήρες τούς κράτησε και τους εμπλούτισε σε όλη του τη ζωή, ρίχνοντας το βάρος στη μελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ο ίδιος θα μιλήσει για ένα τρίπτυχο ή, ορθότερα, ένα πλέγμα: θεωρία, ιστορία και κριτική. Μολονότι ήταν γνώστης όλης της ελληνικής Γραμματείας, επικέντρωσε τα ενδιαφέροντά του στον 19ο και 20ό αιώνα, σε συνάφεια πάντα με τα αντίστοιχα της καθ’ όλον ευρωπαϊκής διανόησης.

Χαρακτηρολογικά ήταν και παρέμεινε ένα χαρούμενο πνεύμα, μπολιασμένο με την αισιοδοξία της βούλησης και συγχρόνως σχεδόν καυστικά ευτράπελο. Αυτό το χαρούμενο πνεύμα κατέληξε να έχει σύνοικο το άλγος: άλγος για τα δύσκολα τελευταία χρόνια της συζύγου του, της άτυχης Μιράντας Τσιώμη, και στο τέλος άλγος ολότελα δικό του, το σωματικό εκείνο άλγος που φέρνει η αργόρροη αρρώστεια, χωρίς ωστόσο να συντρίβει τη χαρούμενη κατάφαση: δημιουργική  καρτερία μέσα στον πόνο, ώσπου ο εμμανής του «χειρογράμματος» να μην μπορεί να σύρει το κοντύλι.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ο φίλος μας Πάνος Μουλλάς

Standard

H ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΝ. ΜΟΥΛΛΑ (1935-2010)

του Βασίλη Παναγιωτόπουλου

Μας άφησε χρόνους και ο Μουλλάς. Συγκινημένες φωνές επιζώντων φίλων διακίνησαν την είδηση. Ο πόνος για ένα χαμό φιλτράρεται περίεργα στην ψυχή των ομηλίκων. Η λύπη φωλιάζει στη δική της γωνίτσα, με τον δικό της τρόπο.

Στο άκουσμα της πένθιμης είδησης ερχόταν στο μυαλό μου η εικόνα ενός ευφρόσυνου νέου, ευγενικού και ευχάριστου, που συστημένος από τον δάσκαλό του Λίνο Πολίτη, ερχόταν να προστεθεί στη μικρή ομάδα που έστηνε ο Κ.Θ. Δημαράς στο Ίδρυμα Ερευνών, πριν από πενήντα σχεδόν χρόνια. Τότε, στις αρχές της «σύντομης» (άστοχο!) δεκαετίας του 1960, η ελπίδα της επερχόμενης άνοιξης ζωογονούσε τις καρδιές των ανθρώπων και χάραζε δρομολόγια ζωής που σημάδεψαν τον μισό αιώνα που πέρασε από τότε.

Σεπτέμβριος 1958. Μονή Ζάβορδας, Γρεβενά (από αριστερά: Παν. Μουλλάς, o ηγούμενος της μονής, Λίνος Πολίτης, Αν. Μέγας). Αρχείο Λίνου Πολίτη

Κάποιοι θέλησαν, και μπόρεσαν, να στρατευθούν στην ιδέα μιας εθνικής και κοινωνικής αυτογνωσίας, που αργότερα (το ελπίζαμε τότε) θα μπορούσε να εξελιχτεί σε μια πολιτιστική αναγέννηση.

Ο δρόμος ήταν δύσβατος. Εμείς όμως είχαμε διαλέξει. Μέσα σε ένα είδος προτεστάντικης μεταμόρφωσης της αριστερής μας κοινωνικής συνείδησης, μέσα σε ένα αξεδιάλυτο μίγμα φόβου και διαύγειας, είχαμε αποδεχτεί το ρόλο που υπερβατικά μας είχε ανατεθεί. Να καλλιεργήσουμε το μικρό χωραφάκι που ελεύθερα διαλέξαμε, και αυτό έπρεπε να το κάνουμε με αγάπη, με επιμονή και με συνέπεια.

Συνέχεια ανάγνωσης

Σημεία επαφής

Standard

H ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΝ. ΜΟΥΛΛΑ (1935-2010)

του Mario Vitti

Η συναναστροφή μας ξεκίνησε από τα παλιά, όταν ο Πάνος κατέβηκε στην Αθήνα και μπήκε στο τότε Βασιλικό Ίδρυμα Ερευνών (ΒΙΕ), στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, ως ερευνητής. Στα χαρτιά μου όμως βρίσκεται ένα χειρόγραφό του παλαιότερο: Όταν ζήτησα από τον Λίνο Πολίτη ένα κείμενο πιο προσεγμένο των «Στοχασμών» του Σολωμού (τότε δεν είχε ακόμη δημοσιεύσει τα αυτόγραφα), μου έστειλε μια σειρά γραμμένη με το χέρι του Πάνου. Τον είχε αγγαρέψει ο δάσκαλος.

Στο πρώτο ΒΙΕ πήγαινα με λαχτάρα μόλις έβαζα το πόδι μου στην Αθήνα. Ήταν μεγάλη παρηγοριά για μένα, με τον Δημαρά που με υποδεχόταν χαρούμενα (καμιά σχέση με τους διδάσκοντες τότε στο Καποδιστριακό) και με τα παιδιά της πρώτης φουρνιάς, με τα οποία άνοιγα ατέλειωτες κουβέντες.

Με τον Πάνο συνδεθήκαμε πιο στενά. Είχαμε κοινές τάσεις και κοινά ενδιαφέροντα. Αντιλήφτηκε δίχως προκατάληψη, με την πρώτη, τις ιδέες μου για το δράμα μπαρόκ όταν τις διατύπωσα δημοσιεύοντας την Ευγένα. Έγραψε μάλιστα ένα άρθρο στις Εποχές, που με αυτό άρχισε τη λαμπρή συνεργασία του με το περιοδικό.

Δεν μέναμε, βέβαια, στην ίδια χώρα, αλλά πήγαινα να τον βρω στην Αθήνα, αργότερα στο Παρίσι, και το κλίμα φιλίας ήταν πάντα το ίδιο θερμό και συνωμοτικό. Είχαμε και μερικές αναζητήσεις, κάποιους προβληματισμούς, για τους οποίους δεν μιλούσαμε, αλλά που προχωρούσαν παράλληλα. Ίσως δεν έχει προσεχθεί, αλλά τα ζητήματα που θίγει για το ελληνικό διήγημα, εισαγωγή στον Παπαδιαμάντη και τον Βιζυηνό, αλληλοσυμπληρώνονται με τις τότε μελέτες μου για την ηθογραφία. Τώρα που το σκέφτομαι, ανακαλύπτω και άλλα σημεία επαφής. Η φιλία γίνεται και με αυτά και όχι μόνο με νεανικές μικρομπερμπαντιές.

Ο διάλογος που είμαστε

Standard

H ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΝ. ΜΟΥΛΛΑ (1935-2010)

του Μίλτου Πεχλιβάνου

Τα μεταπολεμικά χρόνια είναι που πρωτοείδαν τον κλάδο της νεοελληνικής φιλολογίας να συγκροτείται, με τον Λίνο Πολίτη στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο να διαπλάθει μια πρώτη γενιά νεοελληνιστών, δασκάλους στο μεταξύ πολλών νεοτέρων. Ο Πάνος Μουλλάς, σε αυτή την άνοιξη των νεοελληνικών σπουδών, γνώρισε τους ποιητές από κοινού με το ριζοσπαστισμό, με τις διαδηλώσεις από το Κυπριακό μέχρι το 1-1-4, με την αναζήτηση μιας ανανέωσης της αριστερής σκέψης αλλά και με τους απόηχους της λογοτεχνίας της οργής ή με τα πρώτα φανερώματα της νέας εποχής της κριτικής υποψίας.

Η διαδρομή του από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα και από εκεί στο Παρίσι –από ένα σημείο και μετά με τη Μιράντα πολύτιμη συνοδοιπόρο στο πλάι του– μαρτυρεί το αίτημα μιας εξόδου από την περίκλειστη εντοπιότητα της εθνικοφροσύνης, το φιλοπερίεργο ξετύλιγμα ενός αναγνωστικού ήθους που ανέδειξε σε όργανο και μέλημά του το ύφος και τη γραφή. Είτε αποδίδοντας τους Πέρσες για τον Κάρολο Κουν ή αργότερα την Αισθηματική Αγωγή του Φλωμπέρ, είτε ιχνηλατώντας φιλέρευνα τους σταθμούς του νέου ελληνισμού στα βήματα του Κ.Θ. Δημαρά, πόσο μάλλον με την ώριμη ιστορική, κριτική και θεωρητική εργασία του για την εθνική ιδεολογία του καθαρεύοντος 19ου αιώνα, για τους κορυφαίους αλλά και τους εφήμερους πεζογράφους της γραμματείας μας, για τον επιστολικό λόγο και τη συγκρότηση του νεωτερικού διανοούμενου, για την ιστορία της κριτικής και για τόσα άλλα, ο Μουλλάς ανέπτυξε μιαν έκτη, ιστορική αίσθηση για τη λέξη και την τέχνη της, μιαν ευαίσθητη ακοή για τις χρήσεις και τις καταχρήσεις του λόγου. Πάντοτε δίνοντας το παρόν στον διάλογο που είμαστε, μαζί με τους φίλους, που πολλούς τούς αποχαιρέτησε τα τελευταία χρόνια, τον Φίλιππο Ηλιού, τον Άγγελο Ελεφάντη, τον Μανόλη Αναγνωστάκη, τον Χρήστο Παπουτσάκη.

Δεν άντεχε το λαϊκισμό σε όλες του τις μνησίκακες μορφές και επιζητούσε τόσο τη διαύγεια ενός επιχειρήματος όσο και την απόλαυση ενός λογοπαιγνίου. Δημιούργησε έναν πλούσιο κήπο με λέξεις, με σημασίες και με αναφορές και τον κατοίκησε, προσκαλώντας συχνά πυκνά, πάντα φιλόξενος, τους μαθητές του να τον χαρούμε. Ακάματος καλλιεργούσε μέχρι τέλους τον κήπο. Ερευνούσε και έγραφε ακόμη κι όταν βρισκόταν μεταξύ ναυτίας και ιλίγγου — κάπου μεταξύ Σαρτρ και Χίτσκοκ, όπως απαντούσε το τελευταίο διάστημα υπομειδιώντας σαν τον ρωτούσες για την αρρώστια του. Τον ευγνωμονούμε για αυτή τη μεγάλη γενναιοδωρία!


Δύσκολοι αποχαιρετισμοί

Standard

H ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΝ. ΜΟΥΛΛΑ (1935-2010)

του Γιάννη  Παπαθεοδώρου

Η είδηση του θανάτου του Πάνου Μουλλά μας βρήκε προετοιμασμένους αλλά όχι «έτοιμους». Ο δάσκαλος και φίλος μας ήταν πάντα ανάμεσά μας, στις ιστορίες μας, στα χαρτιά μας, στα βιβλία μας, στις συντροφιές μας, ακόμα κι όταν αυτός, νικημένος από την αρρώστια, δεν ήταν μαζί μας στην παρέα. Όσοι είχαμε την τύχη να τον γνωρίσουμε από κοντά, όσοι γοητευτήκαμε «αμέσως και εξακολουθητικά» από τη γλυκύτητα της μορφής του, από την ευρύτητα της γνώσης του και από το ακαδημαϊκό του ήθος, είναι δύσκολο να συνηθίσουμε την απουσία του. Κυρίως, γιατί ο ζωντανός και πάντα δραστικός «λόγος της παρουσίας» του σφράγισε τον τρόπο με τον οποίο όλοι μας είδαμε το αντικείμενό μας –τις νεοελληνικές σπουδές– με μια καινούργια οπτική γωνία.

Παθιασμένος με την ανάγνωση, τη μελέτη και την έρευνα, ο Πάνος Μουλλάς λειτούργησε ως καταλύτης για το «άνοιγμα» της νεοελληνικής φιλολογίας σε έναν ευρύτατο προβληματισμό: ιστορία ιδεών, αισθητική, θεωρία, κριτική, σύγκριση, μετάφραση, ιδεολογικά συμφραζόμενα των κειμένων, υλικότητα της λογοτεχνικής επικοινωνίας, αναγνωστικές συμπεριφορές, σχέση λόγιας και λαϊκής κουλτούρας· ∙ συνολική, δηλαδή, μελέτη του λογοτεχνικού φαινομένου. Η ατομική διανοητική διαδρομή, άλλωστε, δεν είναι τυχαία: από το Κιλκίς στη Θεσσαλονίκη, από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, από την Αθήνα στο Παρίσι και μετά πάλι σε όλες αυτές τις πόλεις, άλλοτε ως κάτοικος, άλλοτε ως επισκέπτης, άλλοτε ως ερευνητής, ο Μουλλάς δημιούργησε το δικό του «μυθιστόρημα μαθητείας» με τη μέγιστη δυνατή διεύρυνση. Θα ήταν λάθος να παραλείψουμε τις «ενδιάμεσες» μορφές που, κατά δική του ομολογία, σημάδεψαν τα οδόσημα αυτής της πορείας, επιτρέποντας όμως ταυτόχρονα και τη διαφοροποίηση: τον Λίνο Πολίτη, τον Κάρολο Κουν, τον Κ.Θ. Δημαρά.

Στο μεταξύ, οι μελέτες του για τον 19ο και τον 20ό αιώνα άρχισαν να δείχνουν σταθερά το στίγμα της δικής του προσέγγισης: την απόρριψη του μικροφιλολογικού φορμαλισμού και την αναζήτηση της σύνθεσης μέσα από τη διαλογική κριτική και τη διαμόρφωση νέων γόνιμων ερωτημάτων. Το αντιδογματικό του πνεύμα, αυτό που σφράγισε, άλλωστε, τον πολιτικό του βίο μέσα στην αριστερά, διαπέρασε και τη μελέτη της νεοελληνικής φιλολογίας. Όλη η κοπιώδης εργασία του θυμίζει περισσότερο το «ημερολόγιο ενός αναγνώστη» παρά τα οριστικά συμπεράσματα ενός «ειδικού». Κι ευτυχώς, αυτό το ημερολόγιο θα χαρίζει πάντα στον Πάνο Μουλλά περισσότερες μέρες από όσες του όρισε το ληξιαρχικό αρχείο γεννήσεων και θανάτων. Καλό ταξίδι, δάσκαλε! Θα σε θυμόμαστε για πάντα. (Κι εκεί που θα πας, κοίτα να μη στήσεις πάλι τη Μιράντα!)

Η στρωματογραφία των κριτηρίων ενός ευαίσθητου νεοελληνιστή

Standard

H ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΝ. ΜΟΥΛΛΑ (1935-2010)

του Γιάννη Δάλλα

Μιλώ   για  τον  Παναγιώτη  Μουλλά   από το βάθος  μιας συναδελφοσύνης –της αδελφοσύνης, θα έλεγα– που διά βίου  μας έδενε. Ευτύχησα να παρακολουθήσω την πορεία του, από την πρώτη εμφάνισή του ως τη συγκρότηση  της  πνευματικής του προσωπικότητας   και του έργου του. Να πω πώς ξεκίνησε με ποιήματα  σινοπουλικής επήρειας που δεν τα δημοσίευσε. Δημοσίευσε όμως κάποια κείμενα   προσωπικής ποιητικής, καθώς και δόκιμες μεταφράσεις αρχαίων  (του Αισχύλου  και του Λουκιανού) και έως πρόσφατα εκλεκτών  ποιημάτων   του  γαλλικού συμβολισμού.

Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης της μετάφρασης της "Αισθηματικής αγωγής" (Γαλαξίας 1971)

Αυτή ήταν η αρχική ροπή του, ως αισθητή:  καθοριστική της γλώσσας και του ύφους  τής κύριας ιδιότητάς του ως κριτικού. Η κριτική υπήρξε το σήμα κατατεθέν του, και δεν εννοώ τις βιβλιοκριτικές του σε περιοδικά  αρχών (Επιθεώρηση Τέχνης, Εποχές, Κριτική ή σε αυτοτελείς συναγωγές (π.χ. Παλίμψηστα και μη, Η Δέκατη Μούσα) αλλά εννοώ την επιστημονική χειραφέτηση  του κριτηρίου και  των  σκεπτικών  του. Την Κριτική, έτσι κεφαλαιογραφημένη, επιδίωξε να την καταξιώσει  ως επιστήμη, απαλλάσσοντάς την από την ιμπρεσιονιστική της διάχυση και προφυλάσσοντάς  την   από  τα δόγματα των θεωρητικών  και την περιγραφικότητα των  γραμματολόγων. «Είναι στεγνοί και επίπεδοι» έλεγε για τους τελευταίους, ενώ  για τις καινοτομίες των θεωριών  της λογοτεχνίας «έρχονται και απέρχονται  από δεκαετία σε δεκαετία» αποφαινόταν. ΄Ετσι, με όλη τη γαλλική του παιδεία, εμφανή στην εύστροφη  σκέψη και στη  δοκιμιακή του γραφή, η κριτική του ως προς την εμπειρικότητα των εφαρμογών   και των σκεπτικών της, θύμιζε εν μέρει αγγλική και ενόλω νεοελληνική  κριτικογραφία, στην πιο ευφυή, ας πούμε, ροΐδεια, παράδοση ή τη δημαρική «νεωτερικότητα».

Απόδειξη πως, καθώς σπουδάζει  κεφαλαιώδη κείμενα και προβλήματα όπως είναι κυρίως η πεζογραφία του  19ου  και του 20ού αιώνα,  και άλλα συγγενή είδη   (π.χ.  η επιστολογραφία  ή η παραλογοτεχνία ) ο κριτικός του λόγος δεν αυτονομείται  αλλά εντάσσεται ευέλικτα  στη φυσική του υποδοχή που είναι η φιλολογία. Αυτοί είναι οι φορείς της πνευματικής του ταυτότητας. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο λόγος ως έκφραση του χώρου και του χρόνου των ανθρώπων

Standard

H ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΝ. ΜΟΥΛΛΑ (1935-2010)

του Δημήτρη Αρβανιτάκη

«Γιατί το πρόβλημα βρίσκεται εδώ: στο γεγονός ότι τα ιδεολογήματα, καθώς αμβλύνουν τα κριτικά, ιστορικά και επιστημονικά αντανακλαστικά μας […], σηματοδοτούν κυρίως περιόδους όπου η Ιδεολογία λειτουργεί δραστικά κρύβοντας, ανάμεσα σε άλλα, και το πρόσωπό της»: έτσι έγραφε ο Παν. Μουλλάς στα «Προλεγόμενα» του βιβλίου του Ο χώρος του εφήμερου, τρία χρόνια πριν. Μια τέτοια φράση, βέβαια, μπορεί να είναι μια εύκολη, κοινότοπη καταγγελία, άλλοθι για την επανάληψη του ξορκισμένου — αλλά μπορεί και όχι. Ο Μουλλάς δεν ανήκει στην κατηγορία των διανοουμένων που σκαρφαλώνουν στο ίδιο τους το κεφάλι, καταπώς θα έλεγε ο Νίτσε.

Ο Παν. Μουλάς και ο Αλέξανδρος Αργυρίου, κατά την παρουσίαση, της «Ιστορίας της Ελληνικής Λογοτεχνίας» του δεύτερου, στο Μουσείο Μπενάκη, Απρίλιος 2006. Φωτογραφία του Λεωνίδα Κουργιαντάκη-Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη

Ανήκει σ’ εκείνο το –δυστυχώς ευάριθμο στον τόπο μας– ρεύμα των στοχαστικών επιστημόνων που αντιμετωπίζουν την τέχνη του λόγου ως μια διαδικασία σε άμεση και διαρκή επικοινωνία με το χώρο και το χρόνο των ανθρώπων: δηλαδή με την ιστορία. Μ’ αυτή την επιστημολογική προϋπόθεση, η φιλολογία και η ιστορία της λογοτεχνίας δεν είναι παράταξη ονομάτων ή ανάδειξη των «εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων», αλλά κατανόηση της σημασίας των κορυφώσεων, των μέσων όρων και των κοινών τόπων, κατανόηση των κοινωνικών αναγκών και των μηχανισμών που παράγουν ή δεν παράγουν την τάδε ή τη δείνα μορφή λόγου στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Γιατί αυτό είναι το έργο του επιστήμονα και όχι η αναχρονιστική εξύψωση ή απόρριψη, η εξόντωση όσων πνευματικών δημιουργημάτων δεν «αντέχουν» στην κατοπινά διαμορφωμένη αξιολογική κλίμακα, στην προκρούστεια κλίνη του παροντισμού.

Συνέχεια ανάγνωσης

Το εύχαρες πνεύμα

Standard

Η ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΝ. ΜΟΥΛΛΑ (1935-2010)

της Μαριάννας Δήτσα

Τον μνημονεύουν και θα τον μνημονεύουν ως δάσκαλό τους. Δικαίως, ες αεί δίκαιο. Ο Παν. Μουλλάς δεν ήταν δάσκαλός μου, δεν το ήθελε ο ίδιος (ίσως δεν ήθελε να ’ναι δάσκαλος κανενός), αλλά πάντα ένας συνομήλικος, σύντροφος, αδελφός. Πίστευε πως μόνο έτσι κυκλοφορούν και καρποφορούν ιδέες και έργα, το «εύχαρες πνεύμα», όπως χαράχτηκαν τα λόγια της Αικατερίνης και του Σπύρου Ασδραχά στο αποχαιρετιστήριο στεφάνι.

Μα, γιατί άραγε δεν ήταν ο δάσκαλός μου; Τους τελευταίους μήνες μου ‘λεγε ότι θέλει να γράψει ένα κείμενο με τίτλο «Γιατί είμαι ακόμα αριστερός». Δεν μπόρεσε, τον πρόδιδαν τα δάχτυλά του. Αλλά κάτι ξέρω από τις κουβέντες του: οι καλοί πρέπει πάντα να ’μαστε ίσοι με τους ταπεινότερους. Ν’ ακούμε το μάθημα πιάνου του διπλανού μικροαστικού διαμερίσματος.

Μαριάννα Δήτσα