Το τέλος του ελληνικού παιχνιδιού

Standard

του Στάθη Στασινού

Έργο του Τζωρτζ Γκρος, 1920

Να ξεκινήσουμε με έναν μπακαλίστικο υπολογισμό; Το ελληνικό κράτος, σε λίγο λιγότερο από δύο χρόνια, έχει προσφέρει στις ελληνικές τράπεζες τα εξής χρήματα (σε ρευστό και εγγυήσεις):

28 δισ.: Πακέτο Αλογοσκούφη, εκ των οποίων τα 17,5 εκταμιεύθηκαν μετά τη Δευτέρα του Πάσχα του 2010

+

15 δισ. Που αναφέρονται στο νόμο του Μνημονίου ως διπλασιασμός του πακέτου Αλογοσκούφη (άρθρο 4, παράγραφος 8) και κρύφτηκαν τόσο επιμελώς πίσω από το πρώτο πακέτο (οι εφημερίδες ανέφεραν και τα δύο ως πρώτο πυλώνα), που αρκετοί τραπεζικοί δεν το γνώριζαν, κι εάν δεν υπήρχε ένα άρθρο στην εφημερίδα Κόντρα με όλα τα ΦΕΚ, ακόμα θα τα ψάχναμε

+

10 δισ. από τα δανεικά ΔΝΤ-Ε.Ε. που θα πάνε υπέρ του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας

+

25 δισ. που ανακοίνωσε ο Γ. Παπακωνσταντίνου στα μέσα Αυγούστου. Μάλιστα, τόλμησε να ξεστομίσει πως αυτά τα 25 δισ. θα δοθούν μόνο εάν οι τράπεζες αρχίσουν να δίνουν δάνεια (το γιατί αυτό δεν πρόκειται να συμβεί θα το εξηγήσουμε παρακάτω)

=

σύνολο 78 δισ. ευρώ υπέρ του τραπεζικού τομέα μέχρι στιγμής (διότι προφανώς θα υπάρξει και συνέχεια). Ποιος άλλος τομέας της ελληνικής οικονομίας έχει τέτοια προνομιακή πρόσβαση σε τόσο κρατικό χρήμα και εγγυήσεις; Και τι ακριβώς έχουν προσφέρει οι τράπεζες αυτά τα δύο χρόνια με τα 78 δισ. που έχουν πάρει;

Συνέχεια ανάγνωσης

Και παίζει και παιδεύει

Standard

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Νίκου Σαραντάκου

Φωτογραφία του Ανρί Κσρτιέ-Μπρεσόν, 1954

Σεπτέμβρης, ο μήνας που παραδοσιακά είναι ταυτισμένος με το άνοιγμα των σχολείων, που φέτος βέβαια θα γίνει (την ερχόμενη Δευτέρα) με τεράστιες ελλείψεις, καθώς οι καθηγητές κι οι δάσκαλοι έσπευσαν να αποχωρήσουν από την υπηρεσία (και ποιος τους αδικεί;) πριν τους κουτσουρέψει κι άλλο τις συντάξεις η λαίλαπα αυτών που βάλθηκαν να μας διδάξουν να ζούμε Δίχως Να Τρώμε. Σεπτέμβρης λοιπόν αφιερωμένος στα παιδιά και στην παιδεία και σ’ αυτή τη μεγάλη οικογένεια θα είναι αφιερωμένο το σημερινό σημείωμα.

Το παιδί προέρχεται από το παιδίον, που είναι υποκοριστικό της αρχαίας ελληνικής λέξης παις. Παις ήταν κατά βάση το τέκνο, αγόρι ή κορίτσι (αν και θα βρείτε και σε αρχαία κείμενα, π.χ. στους Νόμους του Πλάτωνα, διατυπώσεις που θυμίζουν το υποτιθέμενο νεοελληνικό ή μανιάτικο «δυο παιδιά και τέσσερα κορίτσια»). Παις ήταν και γενικά το άτομο νεαρής ηλικίας (εδώ ταιριάζει και το «Έλληνες αεί παίδες» που είπε τάχα ο Αιγύπτιος στον Σόλωνα), αλλά παις ήταν στ’ αρχαία και ο υπηρέτης, ακόμα και ηλικιωμένος — σημασία που επίσης επιβιώνει ή επιβίωνε μέχρι πρόσφατα, στο «παιδί» των μπακάλικων και των άλλων μαγαζιών, που μπορεί καμιά φορά να ήταν μεγάλος στην ηλικία, αν και συνήθως ήταν νέος.

Συνέχεια ανάγνωσης

Οι νέοι φιλελεύθεροι

Standard

του Νικόλα Σεβαστάκη

(αναδημοσίευση από την Ελευθεροτυπία)

[…] Αυτοί τους οποίους αποκαλώ εδώ νέους φιλελεύθερους, είναι από τους πιο ένθερμους θιασώτες της μετάβασης σε αυτό που ζωγραφίζουν ως μια Ελλάδα «κανονική», cool, μεταδογματική, ευπρεπισμένη. Αναφέρομαι εδώ σ’ έναν χώρο που τελευταία δείχνει να διευρύνει την επιρροή του κυρίως στο δημόσιο σχολιασμό του πολιτισμού και των κοινωνικών συμπεριφορών· σε μια ευαισθησία η οποία ελκύει ιδιαίτερα τους ανθρώπους του λογοτεχνικού σιναφιού και του πολιτισμικού πεδίου, συγγραφείς, καλλιτέχνες και δημοσιογράφους γνώμης. Από το Athens Review of Books μέχρι το ΕΚΕΒΙ, από την Καθημερινή μέχρι το Protagon.gr, από τη φιλελεύθερη Αριστερά μέχρι το «φωτισμένο» συντηρητισμό διαμορφώνονται πλέον αξιοσημείωτες συγκλίσεις. Ο δρόμος χαράχτηκε ουσιαστικά ήδη από τη δεκαετία του ’90 μέσα από το μετα-lifestyle έντυπο που μετεξελίχτηκε στη συνέχεια σε free press.

Προς διευκρίνιση: οι νέοι φιλελεύθεροι δεν είναι νεοφιλελεύθεροι. Ή δεν είναι κατά βάση νεοφιλελεύθεροι. Παρά το ότι αναγνωρίζουν την «ελεύθερη οικονομία» ως τον αξεπέραστο ορίζοντα της εποχής και μάλλον ως την οριστική μορφή του ανθρώπινου Λόγου, παρά το ότι γοητεύονται από τη συγκινητική φιγούρα του επιχειρηματία-δημιουργού καινοτομίας, η αιχμή των παρεμβάσεών τους είναι μια ορισμένη πολιτισμική κριτική. Κατά κάποιον τρόπο ανακαλύπτουν πράγματα που στη Γαλλία των αρχών του ’80 αποτελούσαν το αντιολοκληρωτικό ρεύμα. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο φετιχισμός του ευρώ

Standard

του Ευκλείδη Τσακαλώτου

Έργο του Ανρί Ματίς

H θέση για την έξοδο από το ευρώ, πολύ συχνά σε συνδυασμό με αυτή της στάσης πληρωμών, έχει διατυπωθεί με διάφορα επιχειρήματα. Σε επόμενο άρθρο θα ασχοληθώ με το θέμα της στάσης πληρωμών και τη σύγκριση του κόστους και του οφέλους μιας τέτοιας επιλογής για την οικονομία, αλλά και για τη στρατηγική της Aριστεράς. Εδώ θα περιοριστώ στα επιχειρήματα υπέρ της αποδέσμευσής μας από την ευρωζώνη. Πιο πειστικός εκφραστής αυτής της θέσης, κατά την άποψή μου, είναι ο Κώστας Λαπαβίτσας. Γι’ αυτό τον λόγο θα εστιαστώ στη δική του προσέγγιση και δευτερευόντως στη υποστήριξη των θέσεών του από ένα ενδιαφέρον άρθρο του Στάθη Κουβελάκη («Ενθέματα», Αυγή της Κυριακής, 1.8.2010).

Στη έρευνα που δημοσίευσε ο Λαπαβίτσας, μαζί με την ομάδα Research on Money and Finance (RMF), παρουσιάζεται μια πολύ εμπεριστατωμένη ανάλυση για την πολιτική οικονομία του ευρώ. Εκεί η έμφαση δεν δίνεται τόσο στο ενιαίο νόμισμα όσο στους θεσμούς και τις οικονομικές πολιτικές που το πλαισιώνουν. Μεγάλο μέρος της ανάλυσης βασίζεται στον ρόλο του Συμφώνου Σταθερότητας και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και στην ασκούμενη δημοσιονομική και μισθωτική πολιτική της Γερμανίας. Το βασικό επιχείρημα, που το θεωρώ κοινό τόπο, είναι ότι σε αυτό το πλαίσιο είναι σχεδόν αδύνατον για την Ελλάδα, αλλά και για τις άλλες χώρες των PIGS, να ανταγωνιστούν, και ότι αυτό το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας είναι πιο θεμελιακό από αυτό του χρέους.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η μανία με το «τζαμί»

Standard

του Στήβεν Σαλίσμπουρυ

Η ανέγερση ενός μουσουλμανικού πολιτιστικού κέντρου στο Μανχάταν, κοντά στο «Σημείο Μηδέν» (το σημείο επίθεσης στους Δίδυμους Πύργους, στις 9/11/2001) έχει αναχθεί, τις τελευταίες εβδομάδες, σε μείζον θέμα αντιπαράθεσης στις ΗΠΑ, σε εθνικό επίπεδο. Η ρεπουμπλικανική Δεξιά και το Tea Party πρωτοστατούν στις διαμαρτυρίες, με κεντρικό σύνθημα «Όχι Τζαμί στο Ground Zero», ενώ πολλοί Δημοκρατικοί παίρνουν αμφιλεγόμενη θέση (λ.χ. να ανεγερθεί μεν το τζαμί, αλλά αλλού), ενώ και ο πρόεδρος Ομπάμα άμβλυνε την αρχικά ξεκάθαρη θέση του υπέρ της ανέγερσης. Καθώς το ζήτημα ανακινεί πολύ γενικότερα ζητήματα, όπως η θρησκευτική ελευθερία, η ισλαμοφοβία, ο ακροδεξιός ριζοσπαστισμός, η χριστιανική δεξιά στις ΗΠΑ κλπ. δημοσιεύουμε σήμερα αποσπάσματα από το άρθρο του Stephan Salisbury, πολιτιστικού συντάκτη του The Philadelphia Inquire («Mosque Mania», ΤomDispatch, 10.8.2010) και του Hendrik Herzberg, αρχισυντάκτη του New Yorker («Zero Grounds», The New Yorker, 16.8.2010).

«Ε»

Μια ιδιαίτερη αίσθηση τρόμου αναδύεται στην εντεινόμενη αντιπαράθεση για το ισλαμικό πολιτιστικό κέντρο στο Κάτω Μανχάταν. Η οργισμένη «συζήτηση» για το αν πρέπει να επιτραπεί η ανέγερση του κτιρίου έχει κάτι από τη σκοτεινή λάμψη του Μάτριξ, αφήνοντας στο πέρασμά της μια αύρα της συμφοράς που επέρχεται.

Δεν αρκεί να τονίσουμε τα ψέματα που κυριαρχούν στα διαμαρτυρίες και συμπυκνώνονται στη διατύπωση «Όχι Τζαμί στο Ground Zero» (στον απόηχο του ολέθρου της φωτιάς, του θανάτου και των δολοφόνων). Πολλοί έχουν επισημάνει –αλλά εις μάτην– ότι το συγκρότημα, σε μια γωνιά του Park Place,  θα απέχει πάνω από δύο τετράγωνα από το πρώην Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου, ενώ θα περιλαμβάνει μια συνεδριακή αίθουσα, spa, γήπεδο μπάσκετ, πισίνα, αίθουσες διδασκαλίας, εκθεσιακό χώρο, χώρους συναντήσεων, ένα  μνημείο για την 9/11 και, ναι, έναν λατρευτικό χώρο για τους μουσουλμάνους. Το σύνθημα «Όχι στο Τζαμί» παραμένει ακλόνητο.

Συνέχεια ανάγνωσης

Μηδενικά ερείσματα

Standard

του Χέντρικ Χέρτζμπεργκ

Μια-δυο εβδομάδες πριν τις τελευταίες προεδρικές εκλογές, οι υποψήφιοι των Ρεπουμπλικανών έδωσαν μια κοινή συνέντευξη στον Μπράιαν Ουίλλιαμς του NBC. «Τι είναι μια ελίτ; Ποιος  είναι μέλος της ελίτ;» ρώτησε ο δημοσιογράφος  στρεφόμενος προς στην υποψήφια αντιπρόεδρο. Η Σάρα Πέιλιν απάντησε: «Όποιος νομίζει αξίζει περισσότερο από τους υπόλοιπους, αυτός είναι ελιτιστής — αυτός είναι ο ορισμός μου  για τον ελιτισμό». «Δεν σχετίζεται με τον τόπο;» συνέχισε ο Ουίλλιαμς. «Όχι βέβαια», απάντησε η Πέιλιν. Ο παρτνέρ της έκλεισε το μάτι, υπομειδιώντας. Ο Τζων ΜακΚέιν είχε κάτι να πει:

ΜακΚέιν: Ξέρω ένας μέρος όπου ζουν πολλοί από δαύτους.

Ουίλλιαμς: Και ποιο είναι αυτό;

ΜακΚέιν: Η πρωτεύουσα της χώρας μας και η Νέα Υόρκη. Το ξέρω. Έχω ζήσει εκεί. Αυτοί οι ελιτιστές θέλουν να υπαγορεύσουν τα πιστεύω τους στους Αμερικανούς, εμποδίζοντάς τους να αποφασίσουν για τους εαυτούς τους.

Είναι όμορφο που η Πέιλιν μάς άφησε στην ησυχία μας, εμάς τους Νεοϋορκέζους. Έχει ξεχάσει τις νουθεσίες του προστάτη της, για τους Αμερικανούς που πρέπει να αφήσουν τους άλλους Αμερικανούς να αποφασίσουν για τους εαυτούς τους, αλλά τουλάχιστον λέει «παρακαλώ» — τουλάχιστον στην γλώσσα του Twitter. Στη συνέχεια του μηνύματος που γρήγορα έγινε διάσημο, και εξίσου γρήγορα αποσύρθηκε «Παρακαλώ Εναντιώστε» (sic), έγραψε:  «Ειρηνικοί κάτοικοι της Νέας Υόρκης, παρακαλώ εναντιωθείτε στα σχέδια για το Τζαμί στο Ground Zero, αν τουλάχιστον πιστεύετε ότι ο αφόρητος πόνος που προκλήθηκε στους Δίδυμους Πύργους είναι πολύ ζεστός, πολύ πραγματικός. Sic, sic, sic.

Συνέχεια ανάγνωσης

Γιαν Κοττ: από τη θεατρική κριτική στη θεατρική θεωρία

Standard

της Έλενας Πατρικίου

Πλατεία στην παλιά πόλη της Βαρσοβίας. Φωτογραφία του Blazej Mrozinski, 2008

Ο Francisque Sarcey, τρόμος του γαλλικού θεάτρου για μισόν αιώνα, δημοσίευε από το 1867 ως το 1899 μια εβδομαδιαία στήλη κριτικής στην εφημερίδα Le Temps. Κι όμως τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε πάψει να πηγαίνει στο θέατρο. Όταν ρωτήθηκε πώς μπορεί να γράφει κριτικές χωρίς να βλέπει τις παραστάσεις, ο Σαρσέ κοίταξε αφ’ υψηλού τον αναιδή και απάντησε: «Δεν θέλω να παρασυρθώ από τις εντυπώσεις». Σχολιάζοντας την φράση του προκατόχου του, ο Κοττ έλεγε: «Εγώ, αντίθετα, πάντα ήθελα να παρασύρομαι από τις εντυπώσεις. Νομίζω πως γι’ αυτό έγινα κριτικός. Πηγαίνω στο θέατρο για να μπορώ να πω στους ανθρώπους τι συμβαίνει εκεί».

Ο Γιαν Κοττ

Η «σχολή Κοττ» απλώς δεν υπάρχει. Δεν είναι συγκροτημένη θεωρία. Είναι απλώς τεράστια παιδεία, οξυμένη διαίσθηση και πολύ, πάρα πολύ ταλέντο στην ανίχνευση αυτής της φευγαλέας ιδιότητας που είναι η θεατρικότητα.

Ξεκινώντας από τους Βατράχους του Αριστοφάνη, την πλατωνική Πολιτεία και την Ποιητική του Αριστοτέλη, περνώντας από όλες τις βρετανικές και γαλλικές μάχες μεταξύ «αρχαίων» και «μοντέρνων» και φτάνοντας στον Λέσινγκ, τον Σίλλερ, τον Γκαίτε και τον Σλέγκελ, μπορούμε να διανύσουμε είκοσι πέντε αιώνες λογιοσύνης που στοχάζονται και κρίνουν το δραματικό κείμενο αποκλειστικά ως κείμενο. Μέχρι τον 20ό αιώνα, δηλαδή μέχρι τη στιγμή που, με τη γέννηση του σκηνοθέτη, το θέατρο αναδύεται ως τέχνη καθ’ εαυτή, όλοι ανεξαιρέτως θεωρούν ως αντικείμενο της δραματικής θεωρίας το θεατρικό κείμενο. Συνέχεια ανάγνωσης

Καλησπέρα ήλιε (και καλό χειμώνα)

Standard

του Μανόλη Σαββίδη

Εικονογράφηση του Κωνσταντίνου Μαλέα για το αναγνωστικό της μεταρρύθμισης του 1917, το περίφημο "Αλφαβητάρι με τον ήλιο"

Ο Αύγουστος τελείωσε. Ήδη από τις 16 Αυγούστου οι παραθεριστές άρχισαν να επιστρέφουν στα αστικά κέντρα, κομίζοντες την τρομεράν ευχή: «Καλό χειμώνα!»

Τον κακό τους τον καιρό, θα απαντήσετε. Επειδή τελειώσανε οι δικές τους διακοπές, δεν σημαίνει ότι τελειώσανε και οι δικές σας. Και σίγουρα δεν τελείωσε το καλοκαίρι: το καλοκαίρι στο βόρειο ημισφαίριο, λέει η επιστήμη, ορίζεται από το Θερινό Ηλιοστάσι (21 Ιουνίου) ως την Φθινοπωρινή Ισημερία (21 Σεπτεμβρίου). Επίσης, οι εποχές του χρόνου είναι από αρχαιοτάτων χρόνων τέσσερεις, και μετά το καλοκαίρι δεν ακολουθεί ο χειμώνας, ακολουθεί το φθινόπωρο. Γιατί λοιπόν οι συμπολίτες μας επιμένουν να μας εύχονται «καλό χειμώνα» τέσσερεις ολάκερους μήνες πριν την ώρα του;

Συνέχεια ανάγνωσης