O Αγκόπ στην Αφγανιστούπολη

Standard

του Νίκου Σαραντάκου

(αναδημοσίευση από το μπλογκ  sarantakos.wordpress.com)

Φυλλομετρούσα (ηλεκτρονικώς) τις προάλλες μερικά φύλλα της εφημer;idaw Βραδυνή, από το 1923, κάτι άλλο ψάχνοντας, κι έπεσε το μάτι μου στα χρονογραφήματα και τα «παραπολιτικά» σχόλια και μου έκανε εντύπωση το μίσος των χρονογράφων και σχολιογράφων για τους πρόσφυγες που είχαν κατακλύσει την Αθήνα μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Και δεν μπόρεσα να μην κάνω παραλληλισμούς με τη σημερινή αντιμεταναστευτική ρητορική των ακροδεξιών από το Διαδίκτυο. […]

Σε ένα χρονογράφημα [στην αντιβενιζελική Βραδυνή], διαβάζω: Πόσον δε ταχέως κατακτούν δικαιώματα, τα οποία δεν έχομεν εμείς οι γηγενείς εις τον τόπον μας, όλαι αυταί αι μυριάδες των μυριάδων επελαυνόντων καθ’ ημών, είναι απίστευτον. Μόλις αφιχθούν, προτού γνωρίσουν καν τους δρόμους, διευθύνονται εις το κεντρικόν ταμείον. Και τίποτε δεν τούς αρέσει εις τον δυστυχισμένον τόπον μας, εκτός του κεντρικού ταμείου. (Βραδυνή, 1.12.1923)

Σε ένα άλλο (Βραδυνή 3.12.1923), διάλογος μεταξύ «δύο τέως αλυτρώτων», με ειρωνεία για τον τρόπο ομιλίας των προσφύγων:

-Βενιζέλος με άδεια χέρια δεν θα’ ρχει. Θα μας φέρει παράδες, θα μας φέρει παστρουμά να τρώομεν. Πρέπει να ’ρχει Βενιζέλος.

–Αμάν τζάνεμ. Να ’ρχει γιατί να μην έρχει, αφού θα τρώομεν. (…)

–Γιασασίν Βενεζουέλο. Γιασασίν Πρόεδρο.

Ένας χρονογράφος έχει φτιάξει μια καρικατούρα πρόσφυγα, που τον λέει Αγκόπ. Ο Αγκόπ είναι κοιλαράς, και ενδιαφέρεται μόνο για φαγητά, δημόσιες θέσεις και επιδόματα. Ή, όπως του λέει ο χρονογράφος στον φανταστικό τους διάλογο: Πάρετε έναν ναργιλέν, τρεις μπογάτσες, τέσσαρα κατιμέρια, εξ δημοσίας θέσεις, επτά επαύλεις, εκατόν επτά εκλογικά βιβλιάρια, πεντέξ υπουργεία και δέσμην οδοντογλυφίδων. (4.12.1923)

Ο Αγκόπ έχει τάχα το επώνυμο Χεμχεμχεμδενδενδεντεντζερένρενρεννενρενρέντζόγλου. Και ο χρονογράφος αγανακτεί: Βρε χριστιανέ μου, γιατί δεν λέγεσαι απλούστερα; Αμπατζόγλου, Τζαμπατζόγλου, Αρπακτόγλου, Βενιζελόγλου;

Τι με εδίνετε δια να ελέγωμαι Δημοκρατιεζόγλου; απαντά τάχα ο Αγκόπ, πάντα συμφεροντολόγος. (3.1.1924)

Για να μη μου πείτε όμως ότι διαλέγω μερικά φανταχτερά κομμάτια, παραθέτω εδώ περίπου το μισό από ένα χρονογράφημα, που έχει τον τίτλο «Αφγανιστανούπολις», δημοσιευμένο στη Βραδυνή στις 3 Δεκεμβρίου 1923. Υπογράφει ο Πρωτεύς (δεν ξέρω ποιος είναι), ο οποίος αρχίζει διαμαρτυρόμενος για την «εμποροπανηγυροποίησιν» του κέντρου της Αθήνας:

Τζιεράκια τηγανίζονται, κωλόπανα κυματίζουν, σανιδώματα προχείρων ικριωμάτων τοποθετούνται εις τα καλύτερά μας πεζοδρόμια, μανδήλια, τσεμπέρια, βλαχόκαλτσες, τηγάνια, παλιοπάπουτσα, αντεριά, κρεμώνται εις καλύβας του αθιγγανικοτέρου είδους, χαλβάδες και ρεβανές εκτίθενται προ ευπρεπών καταστημάτων, κηπάρια δημοτικά, τα οποία είχαν αποκτήσει ολίγους καλούς πρασίνους τόνους ηρημώθησαν, Την στιγμήν οπού η πόλις μας έβαινε προς την ευπροσωποτέραν εμφάνισίν της επήλθον η αρρυθμία, η τσαπατσουλοσύνη, η ασχημία, η βαρβαρότης και έστησαν βάναυσον χορόν εις τα πλέον συχναζόμενα ευπρεπή μέρη της. Ευθύνην δεν δυνάμεθα να αποδώσωμεν εις τους διαπράττοντας τας ασχημίας ταύτας. Αυτοί όπως ήξευραν και όπως ηδυνήθησαν έπραξαν. Μη έχοντες το αίσθημα της τάξεως, δεν ηδύναντο να την εκδηλώσουν, αγνοούντες δε την έννοιαν του καλού δεν ηδύναντο να την φανερώσουν. Την ευθύνην έχουν οι αρμόδιοι, οι εντεταλμένοι δια την υγιεινήν, την τάξιν, την ευπρέπειαν. (…) Αφήκαν τους κεντρικούς εμπορικούς δρόμους να κατακτηθούν υπό του ψιλικατσιδισμού, αδιαφορήσαντες όχι μόνον προς την ευπρέπειαν, αλλά και προς τα συμφέροντα των εμπόρων καταστηματαρχών, οι οποίοι πληρώνουν ακριβά ενοίκια, βαρείς φόρους, μεγάλους δασμούς, ριψοκινδυνεύουν κεφάλαια. Ταυτοχρόνως διά της μεταβολής των εμπορικών μας οδών εις μπαγιατοπάζαρα κατέστησαν δυσχερεστάτην την κυκλοφορίαν των διαβατών και των τροχοφόρων. (…) Αλλά όπως οι επερχόμενοι σωρηδόν εις τας Αθήνας και τον Πειραιά εννοούν καλά και σώνει να εγκατασταθούν εις τας δύο ταύτας πόλεις, αν και η μέχρι τούδε μόνιμος κατοικία των ήτο κάποιον άγνωστον χωρίον, παρομοίως όλοι ζητούν να καταλάβουν την κεντρικοτέραν θέσιν μαζί με τον ταβλάν των, με την παράγκαν των, τα συκωτάκια των, τα μπακαλιαράκια των, τα χαλβαδάκια των, τα γαλακτομπουρεκάκια των, τας τσουράπας των και τα ζωνάρια των.

Εφθάσαμεν ούτω να γίνομεν πόλις του Αφγανιστάν, ενώ δεν υπήρχε κανείς λόγος και ενώ μια τοιαύτη κατάστασις δεν είναι αρεστή. Εις όλας τας πόλεις του κόσμου υπάρχει τάξις, ρυθμός, καλαισθησία διά το καθετί, όπως αποτελείται αρμονικόν σύνολον προς το καλόν όλων. Δι’ αυτήν την τάξιν και τον ρυθμόν ευθύνονται οι αρμόδιοι, επιβάλλοντες την θέλησίν των εις τους πολίτας. Εδώ αντιθέτως αφέθησαν αυτοί ελεύθεροι να δώσουν εις ολόκληρον πόλιν τον άρρυθμον χαρακτήρα των, ο οποίος παρουσιάζεται με δικαιώματα απαραβιάστου ιερότητος. Συνηθίσαμεν τόσον εις τας αθλιότητας ταύτας ως εις κανονικήν εκδήλωσιν του αθηναϊκού βίου, ώστε νομίζω ότι πρέπει να θεωρώμεν ως αντινομίαν την εμφάνισιν των αρμοδίων χωρίς σαρίκι. Προτείνομεν, λοιπόν, να φορέσουν τούτο όλοι οι δημοτικοί μας άρχοντες, αλλά και μπουρνούζια με το μαρκούτσι του αργιλέ εις το χέρι. Τι διάβολο άρχοντες της αφγανιστανουπόλεως είναι ούτοι φορούντες λαιμοδέτην και καπέλο;

Δεν ισχυρίζομαι ότι οι καταστάσεις τότε και σήμερα είναι ίδιες, ούτε υποστηρίζω πως τα κείμενα αυτά επιτρέπουν την εξαγωγή γενικότερων συμπερασμάτων, αλλά σε μερικά σημεία βρήκα πολύ εντυπωσιακή την ομοιότητα του ύφους και της επιχειρηματολογίας.

(από το μπλογκ του sarantakos.wordpress.com, 25.10.2010)

Μια σκέψη σχετικά μέ το “O Αγκόπ στην Αφγανιστούπολη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s