Τόνυ Τζαντ (1948-2010): Το διανοητικό ταξίδι ενός μεγάλου ιστορικού στον ευρωπαϊκό 20ό αιώνα

Standard

του Τίμοθυ Γκάρτον Ας

Μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης, Κώστας Σπαθαράκης

Πάμπλο Πικάσο, "Βάζο, μπωλ και λεμόνι", 1907

Ο ποιητής Πάουλ Τσέλαν  έλεγε  ότι η γενέτειρά του, το Τσέρνοβιτς, ήταν ένας τόπος όπου ζούσαν άνθρωποι και βιβλία. Ο Τόνυ Τζαντ  ήταν ένας άνθρωπος για τον οποίο τα βιβλία ζούσαν, καθώς και οι άνθρωποι. Το μυαλό του, όπως και το διαμέρισμά του στην Washington Square, ήταν γεμάτο βιβλία — και πορεύτηκαν συνομιλώντας μαζί  του μέχρι το τέλος.

Παρά την κριτική του στάση έναντι των γάλλων διανοουμένων, συμμεριζόταν μαζί τους την πεποίθηση ότι οι ιδέες έχουν σημασία. Καθώς ήταν Άγγλος, πίστευε επίσης ότι και τα δεδομένα έχουν σημασία. Ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματά του ως ιστορικού ήταν ότι έφερε σε πέρας ένα συνθετικό έργο για τη διανοητική και πολιτική ιστορία της Ευρώπης του 20ού αιώνα — αποκαλύπτοντας τις πολλαπλές, πολλές φορές ακούσιες αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στον χρόνο των ιδεών και τις πραγματικότητες, τις σκέψεις και τις πράξεις, τα βιβλία και τους ανθρώπους.

Στο βιβλίο του Postwar, μια ιστορία της μεταπολεμικής Ευρώπης που έγραψε όταν η ψυχροπολεμική διαίρεση της ηπείρου σε δύο μέρη παρέπαιε, αποτελεί μια εξίσου σημαντική σύνθεση. Καθώς τα δύο μισά της διαιρεμένης ηπείρου σταδιακά επανενώνονταν πολιτικά και οικονομικά, μετά το 1989, ο Τόνυ Τζαντ κατόρθωσε να συνδέσει την ιστορία τους.  Το βλέμμα για το 1968, λ.χ., δεν είναι στραμμένο μόνο στο Παρίσι ή μόνο στην Πράγα, αλλά  αγκαλιάζει το όλον σύμπλεγμα των συγχρονιών, των αντιφάσεων και των παρανοήσεων. Το Postwar είναι η πρώτη μείζων ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης που αναλύει τις ιστορίες της Ανατολικής και της Δυτικής Ευρώπης με κάθε λεπτομέρεια αλλά ταυτόχρονα ως μέρος ενός ενιαίου, ευρύτερου συνόλου.

Ως δοκιμιογράφος και πολιτικός σχολιαστής, ο Τόνυ Τζαντ συνεχίζει τη μεγάλη παράδοση του spectateur engagé, του στρατευμένου αλλά ανεξάρτητου και κριτικού διανοούμενου. Μια θαυμάσια επιλογή δοκιμίων του (τα περισσότερα δημοσιευμένα στο New York Review of Books) περιλαμβάνεται στον τόμο Reappraisals: Reflections on the Forgotten Twentieth Century. Τα σχόλια και οι βιβλιοκριτικές του συχνά ήταν αυστηρά. Εξέχοντες συγγραφείς φέρουν τα ίχνη από τους μώλωπες μέχρι σήμερα.  Βλέπω ότι η λέξη «συγκρουσιακός» δίνει και παίρνει στις νεκρολογίες για τον Τζαντ. Είμαι σίγουρος ότι δεν θα τον ενοχλούσε. Σε ένα από τα τελευταία μαίηλ που μου έστειλε, για το θέμα της διάλεξης την οποία με είχε προσκαλέσει να δώσω, έγραφε –υπαγορεύοντας  από την αναπηρική του καρέκλα: «Δεν βλέπω κάτι κακό στο ad hominem σε αυτή την περίπτωση». Σχεδόν τον ακούω να το λέει.  Είναι σημαντικό όμως να καταλάβουμε πώς εννοούσε αυτό το ad hominem.

Υπάρχουν, σε γενικές γραμμές, δύο είδη συγκρουσιακών διανοούμενων. Εκείνοι για τους οποίους η επιθετικότητα είναι, πρωτίστως, ζήτημα προσωπικής επίδειξης,  τοποθέτησής τους σε μια φράξια ή κλίκα, μιας κρυφής ατζέντας, ξεκαθάρισμα λογαριασμών ή ένας σχεδόν αντανακλαστικός ρεβανσισμός. Και από την άλλη εκείνοι που, αν και δεν τους λείπουν βέβαια ούτε τα προσωπικά κίνητρα ούτε η άποψη, ασχολούνται πρωτίστως με την αναζήτηση της αλήθειας. Ο Τόνυ Τζαντ ανήκε στη δεύτερη κατηγορία.

Η πένα του μπορεί να ήταν αιχμηρή και κοφτερή, αλλά το έργο του ήταν αφιερωμένο πάντα στην αναζήτηση της αλήθειας, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, με όλα τα εργαλεία που έχουμε στη διάθεσή μας: από την οδοντογλυφίδα του αγγλοαμερικανικού εμπειρισμού μέχρι τον προβολέα της γαλατικής υπερβολής. Σε αντίθεση με το πρώτο είδος συγκρουσιακών διανοουμένων, διατηρούσε πάντα την καλή του πίστη. Και ήταν πάντοτε σοβαρός. Όχι καταθλιπτικά σοβαροφανής –απολάμβανε τα ακροβατικά παιχνίδια του πνεύματος όπως άλλοι το μπέιζμπολ– αλλά ηθικά σοβαρός. Κι αυτό ίσχυε τόσο στις ιδιωτικές συνομιλίες όσο και στις δημόσιες παρεμβάσεις του. Σε όλα όσα είπε και έγραψε, υπάρχει πάντα η ηθική διάσταση. Είχε την αίσθηση αυτού που αποκαλούσε, στον τίτλο μιας μελέτης του για τον Μπλουμ, τον Καμύ και τον Αρόν,  το φορτίο της ευθύνης (The Burden of Responsibility).

Κάθε στάδιο του βίου του προσθέτει μια ακόμα ψηφίδα σε ένα κοσμοπολίτικο σύνολο. Η Αμερική αποτέλεσε τον τελευταίο σταθμό, μια από τις πιο μακροχρόνιες και ευχάριστες επιρροές,  αλλά ίσως όχι  την ισχυρότερη. Ήταν ενθουσιασμένος στο μεγα-Τσέρνοβιτς που αποτελούσε η Νέα Υόρκη. Το New York Review of Books και το New York University, ιδίως, υπήρξαν το έδαφος πάνω στο οποίο ένα ταλέντο ήδη διαμορφωμένο μπορούσε να ανθήσει και να αναπτυχθεί. Ανακάλυψε μέσα από μια προσωπική διαδρομή την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, όσο δίδασκε στην Οξφόρδη τη δεκαετία του 1980, διαδικασία που τον συνεπήρε και τον επηρέασε βαθύτατα. Πριν, ήταν ένας ειδικός στη δυτικοευρωπαϊκή ιστορία, στην πνευματική και πολιτική ιστορία της Γαλλίας, και ειδικότερα της γαλλικής Αριστεράς. Αφιέρωσε σ’ αυτήν πέντε μελέτες, από την έκδοση της διδακτορικής του διατριβής για τον σοσιαλισμό  στην Προβηγκία μέχρι το Past Imperfect, μια ενδελεχή και καυστική αποτίμηση της κατά την άποψή του αποτυχίας των (περισσότερων) γάλλων διανοουμένων μετά τον Πόλεμο.

Ενώ του άρεσε να αντιπαραβάλλει την πολιτική και ηθική υπευθυνότητα  των κεντροευρωπαίων διανοουμένων όπως ο Βάκλαβ Χάβελ και ο Τσέσλαβ Μίλος  (θέμα ενός από τα τελευταία μικρά δοκίμιά του) με την ανευθυνότητα του Ζαν Πωλ Σαρτρ ή του Μωρίς Μερλώ-Ποντύ (ιδίως σε σχέση με τα εγκλήματα του σταλινισμού), η αλήθεια είναι ότι βρήκε ένα σπουδαίο  θετικό υπόδειγμα και στη Γαλλία –τον Ραϋμόν Αρόν– ενώ ο γαλλικός τρόπος σκέψης τον επηρέασε βαθιά. […]

Μια βαθιά συνείδηση της ευρωπαϊκής εβραϊκής κληρονομιάς του τον οδήγησε στην πιο παθιασμένη και πρώιμη  στράτευσή του, υπέρ του Ισραήλ· και, πιθανότατα, στην πιο βαθιά του απογοήτευση· και στις πιο αμφιλεγόμενες παρεμβάσεις την τελευταία δεκαετία της ζωής του.

Πίσω και πριν από όλα αυτά, υπάρχει μια εντελώς τυπική αγγλική παιδική ηλικία στα ήσυχα νοτιοδυτικά προάστια του Λονδίνου, όπως το Πάτνεϋ και το Κίνγκστον, με τις παμπ, τα μικρομάγαζα, τα κόκκινα και πράσινα λεωφορεία, τα αργά και θορυβώδη τοπικά τρένα. Στο τελικό στάδιο της ασθένειάς του, εξεπλάγην από το πόσο συχνά υπογράμμιζε ότι ήταν, εν τέλει, Άγγλος. Μάρτυρας αψευδής, για παράδειγμα, μια παρατήρηση που έκανε κατά την έναρξη της τελευταίας δημόσιας εμφάνισής του, στη  Διάλεξη Ρεμάρκ του 2009, όπου ανέπτυξε με θέρμη τα επιχειρήματά του υπέρ μιας αναγεννημένης σοσιαλδημοκρατίας, με καινούργιες αντιλήψεις. Τυλιγμένος με μια κουβέρτα στο μεγάλο αναπηρικό του καροτσάκι, με μια συσκευή αναπνοής Bi-PAP προσαρμοσμένη στο κεφάλι του, παρατήρησε ότι κάποιοι συνάδελφοι του είχαν προτείνει να μιλήσει για την ασθένειά του με τον αρμόζοντα διδακτικό τρόπο. «Σε μας τους Άγγλους δεν μας αρέσουν αυτοί οι διδακτισμοί», είπε.

Κάτω από όλα αυτά τα στρώματα κοσμοπολιτισμού, υπήρχε, πιστεύω, ένα στέρεο θεμέλιο αγγλικού εμπειρισμού, αγγλικού σκεπτικισμού και αγγλικού φιλελευθερισμού (χρησιμοποιώ τη λέξη με μια από τις γνήσιες σημασίες της, όχι την παραφθορά της που κυριαρχεί σήμερα στην  αμερικανική πολιτική). Στο κάτω κάτω, ήταν στο Πάτνεϋ, που  το 1647, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ήταν παρά μια αμυδρή λάμψη  στο μάτι του Θεού, που ο συνταγματάρχης Τόμας Ρέινσμπορο, ο ηγέτης των Εξισωτιστών, έλεγε:

«Γιατί αληθινά πιστεύω ότι και ο φτωχότερος άνθρωπος στην Αγγλία έχει μια ζωή να ζήσει όπως ακριβώς και ο  πιο τρανός· και, ως εκ τούτου, αληθινά, κύριε, πιστεύω ότι είναι σαφές πως κάθε άνθρωπος που πρέπει να ζήσει ως υπήκοος μιας εξουσίας πρέπει πρώτα οικειοθελώς να την αναγνωρίσει ως εξουσία».

Ο Τόνυ Τζαντ ήταν ένας κατεξοχήν δημόσιος διανοούμενος, αλλά δεν εξέθετε τα εν οίκω εν δήμω. Έζησε μια πλούσια και ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή. Τους τελευταίους μήνες της ασθένειάς του, η γυναίκα του, η Τζένιφερ Χόμανς, και οι γιοι τους, ο Ντάνιελ και ο Νίκολας, του έβαλαν ένα σκρινσέιβερ με εναλλασσόμενες εικόνες στην οθόνη του υπολογιστή. Εκτός από ευτυχισμένες στιγμές των οικογενειακών τους  διακοπών, έδειχνε πολλά βουνά (ιδιαίτερα στις Άλπεις) και σιδηροδρομικούς σταθμούς:  τα τρένα και τα βουνά ήταν οι δυο μεγάλες του αγάπες.

Ο Τόνυ έκανε ορισμένες  χαρακτηριστικές χειρονομίες.  Ένα κούνημα του χεριού, λες και προσπαθούσε να το κρυώσει αφότου είχε αγγίξει μια κατσαρόλα που έκαιγε ή να το στεγνώσει. Την έκανε όταν άκουγε κάτι ηλίθιο, ντροπιαστικό, ψεύτικο. Και επίσης μια ελαφριά κλίση του κεφαλιού, ένα στράβωμα των χειλιών κι ένα κλείσιμο του ματιού. Έκανε έτσι σε διάφορες περιπτώσεις: όταν ήθελε να σατιρίσει κάτι ή να αυτοσαρκαστεί  ή όταν ήθελε να εκφράσει αυτό που  συνοψίζει η φράση  c’ est la vie. Καθώς η μυοτροφική πλευρική δυσπλασία τον ακινητοποίησε πλήρως, δεν μπορούσε να κάνει πια αυτές τις  χαρακτηριστικές του  χειρονομίες· αλλά, με κάποιο τρόπο, κατάφερνε να τις υποδηλώσει με τα μάτια του.

Ο Τόνυ ήταν ένας μαχητής και πολέμησε την αρρώστια του με όλη τη δύναμη και τη θέλησή του. Δεν του ταιριάζει η παραμυθία μιας φανταστικής αιώνιας ζωής ή οι ψυχολογικές διαδικασίες «αποδοχής» του πόνου και της θλίψης (όπως το μοντέλο Kübler-Rossish). Γελάσαμε με τη σπουδαία φράση που ο Άγγλος δραματουργός Τζων Μόρτιμερ διηγείται ότι πρόφερε ο ετοιμοθάνατος πατέρας του: «Είμαι πάντα θυμωμένος όταν  πεθαίνω». Τον διέκρινε ένας οξυδερκής ρεαλισμός για το τι του συνέβαινε, για το τι θα συνέβαινε ή δεν θα συνέβαινε. Λιγότερο από τρεις βδομάδες προτού πεθάνει, του είπα κάτι σχετικά με την κόλαση που ζούσε. «Ναι», είπε,  με το μάτι να μιμείται την κίνηση του κεφαλιού που δεν μπορούσε πια να κάνει, «αλλά η κόλαση είναι μια μη μεταβιβάσιμη εμπειρία». Έτσι προτιμούσε να μιλάμε για άλλα πράγματα: τους φίλους,  τους εχθρούς, την πολιτική, τα βιβλία. […]

Σχεδόν αναπόφευκτα, η ζωή και το έργο του Τζαντ θα αντιμετωπίζονται πλέον, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα, υπό το πρίσμα της σκληρής του ασθένειας — και του ανοιχτού, δημόσιου τρόπου με τον οποίο μίλησε γι’ αυτήν και την αντιμετώπισε. Αλλά ο θάνατος δεν πρέπει να καθορίζει τη ζωή. Αυτά ήταν, στο κάτω κάτω, μόνο δύο από τα εξήντα δύο του χρόνια. Σαν ένας ευφυής, μη θρησκευόμενος και  χωρίς συναισθηματισμούς ρεαλιστής, ο Τόνυ θα υποδεχόταν κάθε στερεοτυπικό παρηγορητικό λόγο για το τι «επιβιώνει» με τη γνωστή του σχετλιαστική κίνηση του χεριού. Κι όμως, με μια έννοια, το διανοητικό του Τσερνόβιτς είναι ακόμα ζωντανό· και τα βιβλία του θα εξακολουθήσουν  να πορεύονται και να συνομιλούν μαζί μας.

Ο Timothy Garton Ash  διδάσκει ευρωπαϊκή ιστορία στην Οξφόρδη και το Στάνφορντ. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο μπλογκ του New York Review of Books, 30.9.2010

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s