Ένας σπουδαίος ιστορικός «παλαιάς κοπής»

Standard

Ο Τόνυ Τζαντ

Ο Τόνυ Τζαντ, ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς της μεταπολεμικής Ευρώπης, πέθανε στις 6 Αυγούστου του 2010. Γεννήθηκε το 1948 στο Λονδίνο, από γονείς εβραϊκής καταγωγής. Ήρθε από νωρίς σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες και την αριστερή πτέρυγα του σιωνιστικού κινήματος. Έζησε ένα χρόνο σε κιμπούτζ στο Ισραήλ, ενώ στον Πόλεμο των Έξι Ημερών  κατατάχθηκε εθελοντικά στον ισραηλινό στρατό, στη συνέχεια ωστόσο υπήρξε σφοδρός επικριτής της ισραηλινής πολιτικής. Σπούδασε στο Καίμπριτζ και στην Ecole Normale Supérieure· τα πρώτα του βιβλία αναφέρονται στη γαλλική ιστορία,  ιδίως στην Αντίσταση, την Αριστερά και τους μαρξιστές διανοούμενους. Εδώ και χρόνια ζει στην Αμερική. Πιο πρόσφατα βιβλία του: Postwar: A History of Europe Since 1945 (2005), Reappraisals: Reflections on the Forgotten Twentieth Century (2008), ενώ το 2010 κυκλοφόρησε το Ill Fares the Land, μια ένθερμη συνηγορία υπέρ του κράτους πρόνοιας και της σοσιαλδημοκρατίας. Τα τελευταία δύο χρόνια προσβλήθηκε από μυοτροφική πλευρική  σκλήρυνση (νόσος του Lou Gehrig), η οποία σταδιακά τον ακινητοποίησε· ο Τζαντ έμεινε ως το τέλος ενεργός παρεμβαίνοντας δημόσια και γράφοντας, μεταξύ των άλλων, και για την ασθένειά του.

«Ε»

του Ντέιβιντ Μπελ

μετάφραση: Αγάπιος Λάνδος

Ανρί Ματίς, "Τα χρυσόψαρα", 1912

Τον Τόνυ Τζαντ, που έφυγε το περασμένο Σαββατοκύριακο, τον θεωρούσα πάντα ιστορικό παλαιάς κοπής, με την καλύτερη έννοια του όρου.

Καταρχάς, του άρεσαν τα μεγάλα και φιλόδοξα θέματα. Πολλοί ιστορικοί σήμερα γράφουν εγχειρίδια που αφορούν εκτεταμένες γεωγραφικές περιοχές και χρονικές περιόδους, αλλά δεν τα συγκαταλέγουν στα «σοβαρά» έργα τους, ενώ ζυγίζουν προσεκτικά τις προτάσεις τους ώστε να φτιάχνουν κείμενα κατανοητά ακόμη και από ημιμαθείς εφήβους ή ευθυγραμμισμένα με την καταθλιπτική ορθότητα που διακρίνει τις επιτροπές των προγραμμάτων πανεπιστημιακών σπουδών. Ελάχιστοι είναι οι ιστορικοί που καταπιάνονται με ένα τεράστιο θέμα όπως η μεταπολεμική Ευρώπη, διαβάζουν οτιδήποτε υπάρχει σχετικά με το θέμα, και καταλήγουν σε μια καταιγιστική αφήγηση με μπρίο, ευγλωττία και –ουφ!– αληθινά επιχειρήματα. Το αριστούργημα του Τζαντ, το βιβλίο Postwar, το διακρίνει ένα μεγαλείο, κάτι όλο και πιο σπάνιο στον τομέα αυτό.

Δεύτερον, ήταν τεχνίτης στο γράψιμο και μπορούσες να τον χαρακτηρίσεις εξίσου άνθρωπο των γραμμάτων όσο και ιστορικό. Αυτό το αφηγηματικό ταλέντο εκδηλώθηκε με τον πιο ευτυχή τρόπο στις συναρπαστικές αναμνήσεις που δημοσίευσε το περασμένο έτος στο New York Review of Books, αλλά είναι εμφανές και σε όλα τα έργα του. Σε όλο το Postwar, ένα τούβλο 831 σελίδων, θα βρείτε ελάχιστες στριφνές φράσεις.

Τέλος, η ματιά του ήταν εξόχως κριτική, αλλά το έκανε με αυστηρότητα και κέφι συνάμα. Δεν του ταίριαζε το προσεκτικό στρογγύλεμα της γνώμης ή η αγωνιώδης προσπάθεια να παρουσιάσει όλα τα μέρη ισοδύναμα. Το έργο του έχει ήρωες και εγκληματίες, και ας αλλάζουν στο πέρασμα του χρόνου — εξάλλου, έτσι δεν γίνεται πάντα; Η πρώιμη συμπάθειά του για τον γαλλικό σοσιαλισμό χρωματίστηκε γρήγορα από μια αποστροφή για τους γάλλους μαρξιστές διανοούμενους και έγραψε ένα βιβλίο –το Past Imperfect— μεμφόμενος αυστηρά τους διανοούμενους της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου για το σταλινισμό τους. Ενθουσιωδώς στρατευμένος στην αριστερή πτέρυγα του σιωνισμού στα νιάτα του, την τελευταία δεκαετία υπήρξε σφοδρός επικριτής του κράτους του Ισραήλ. Αλλά εξαρχής διατηρούσε μια βαθιά, μακρόχρονη προσήλωση στην κοινωνική δικαιοσύνη, όπως αυτή ενσαρκώθηκε στο μεταπολεμικό κράτος πρόνοιας της Βρετανίας, όπου μεγάλωσε. Οι μεγάλοι ήρωες τού Postwar είναι οι διαφωνούντες της Ανατολικής Ευρώπης· κι όμως, αυτός στον οποίο ο Τζαντ άσκησε την εντονότερη κριτική του δεν ήταν κάποιος Σοβιετικός ηγέτης, αλλά η Μάργκαρετ Θάτσερ, την οποία κατηγορούσε ότι ευθυνόταν για μια προμελετημένη και ενορχηστρωμένη «κατάρρευση» της βρετανικής κοινωνίας, επιφέροντας «καίρια βλάβη στον ιστό της βρετανικής δημόσιας ζωής».

Λίγοι θα συμφωνήσουν με όλες τις θέσεις του Τζαντ. Αλλά δύσκολα θα αρνηθούν ότι ο θάνατός του κάνει όλους τους απαιτητικούς αναγνώστες της ιστορίας εξαιρετικά φτωχότερους.

Ο David Bell διδάσκει ιστορία στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του περιοδικού «Dissent», 31.8.2010.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s