Aποσπάσματα από την τελευταία συνέντευξη

Standard

του Τόνυ Τζαντ

Ο Τόνυ Τζαντ με μια φίλη του, το 1967, όταν ζούσε σε κιμπούτζ στο Ισραήλ

Το πρόβλημα της déformation professionnelle είναι υπαρκτό, αλλά κυρίως αμερικανικό. Είναι αυτοκτονικό να εκδηλώσεις πολύ νωρίς στο αμερικανικό πανεπιστήμιο κάποιο ενδιαφέρον πέρα από το αντικείμενο της διατριβής σου: θα θεωρηθείς από τσαρλατάνος μέχρι φιλόδοξος, και θα σε αντιμετωπίσουν πολύ εχθρικά. Το ξέρω από πρώτο χέρι. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο διανοητικός κόσμος των αμερικανικών πανεπιστημίων δημιουργήθηκε από Γερμανούς (πρόσφυγες λόγω του ναζισμού), αναπαράγοντας τόσο τα χειρότερα όσο και τα καλύτερα χαρακτηριστικά του μοντέλου: ακαδημαϊκή έρευνα εις βάθος, προσεκτικά επιλεγμένη γκάμα πηγών, εμπλοκή σε ακαδημαϊκές συζητήσεις και παντελή αδιαφορία για την αγορά. Όλα τούτα δεν είναι διόλου κακά — χωρίς αυτά άλλωστε δεν θα διαθέταμε σήμερα ορισμένες από τις σπουδαιότερες ιστορικές μονογραφίες διεθνώς. Ωστόσο, εμποδίζουν τους ανθρώπους να βγουν από το καβούκι τους και να ψάξουν λίγο παραπέρα. Πάντοτε μου άρεσε να χώνω τη μύτη μου παντού, εφόσον είχα ένα κατάλληλο εργαλείο ανά χείρας. Αυτό είναι εν μέρει αγγλικό χαρακτηριστικό, εν μέρει γνώρισμα της παιδείας μου στην Οξφόρδη και το Καίμπριτζ, αλλά κυρίως, νομίζω, κατάλοιπο της εβραϊκής καταγωγής μου. Ο  John Dunn, ο αγαπημένος μου επιβλέπων στο King’s College, με αποκάλεσε κάποτε «χρυσόστομο»: ένας αιχμηρός έπαινος, αφού υπαινίσσεται ότι  μιλούσα πριν σκεφτώ και σαγήνευα αντί να πείσω — αλλά μου αρέσει.

Η έλλειψη δημόσιων διανοουμένων στον αγγλόφωνο κόσμο, ανάγεται στην παρακμή των γραπτών μέσων ενημέρωσης: ο πρώτος τηλεοπτικός διανοούμενος ήταν ο Φουκώ, ο οποίος αισθανόταν σαν ψάρι μες στο νερό και στα δύο είδη μέσων ενημέρωσης, αλλά οι διάδοχοι και μιμητές του γνωρίζουν μόνο το γυαλί. Επίσης, και κατά παράδοξο τρόπο, οι δημόσιοι διανοούμενοι είναι πολύ καλύτεροι όταν πατάνε σε μια συγκεκριμένη γλώσσα, πολιτισμό, συζήτηση: ο Καμύ ήταν Γάλλος, ο Χάμπερμας είναι Γερμανός, ο Αμάρτυα Σεν Βεγγαλέζος, ο Όργουελ βαθιά Εγγλέζος.  Το γεγονός αυτό έκανε αξιόπιστα και τα εγχειρήματα που δοκίμασαν υπερβαίνοντας τα εθνικά σύνορα, με τον ίδιο τρόπο που ο Χάβελ ή ο Μίχνικ έχουν απήχηση σε έναν ευρύτερο κύκλο επειδή ξεκίνησαν σαν θαρραλέοι διαφωνούντες σε ένα πολύ συγκεκριμένο χρόνο και τόπο. Στο άλλο άκρο βρίσκεται ο γελοίος Σλαβόι Ζίζεκ: ένας «παγκοσμιοποιημένος» δημόσιος διανοούμενος, ο οποίος δεν έχει κανένα συγκεκριμένο ενδιαφέρον για κανένα μέρος ή θέμα. Αν αυτό είναι το μέλλον των δημόσιων διανοούμενων, τότε δεν έχουν  μέλλον.

***

Δεν μπορείς να έχεις μια οπτική τραγωδίας στην πολιτική — αν θέλεις να παρέμβεις και να πείσεις (με εξαίρεση τα μεγάλα σημεία καμπής). Εκείνο στο οποίο είμαι αντίθετος είναι η πλαστή αισιοδοξία: η αντίληψη είτε ότι τα πράγματα οφείλουν να πάνε καλά, ή έστω τείνουν προς αυτό το σημείο, είτε ότι η προδιαγεγραμμένη τροχιά της ιστορικής πορείας θα αποδειχθεί ότι βαίνει αναμφισβήτητα προς το κοινό καλό, μακροπρόθεσμα. Νομίζω ότι για να συμμερίζεσαι τέτοια αγαθά οράματα πρέπει να έχεις γεννηθεί σε πολύ ιδιαίτερη ιστορική στιγμή και σε μια τυχερή χώρα. Πιστεύω ότι σήμερα έχουμε πολύ καλούς λόγους να είμαστε απαισιόδοξοι, όμως έχω προσπαθήσει να αρθρώσω μια άποψη που να μετατρέπει την απαισιοδοξία σε πολιτικό πρόγραμμα, και όχι να οδηγεί σε μια απελπισμένη σκεπτικιστική κατάργηση κάθε πιθανού προγράμματος.

Αποσπάσματα από συνέντευξη του Tony Judt στον Peter Jukes, για το περιοδικό Prospect, 21.7.2010.

μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s