Aποσπάσματα από την τελευταία συνέντευξη

Standard

του Τόνυ Τζαντ

Ο Τόνυ Τζαντ με μια φίλη του, το 1967, όταν ζούσε σε κιμπούτζ στο Ισραήλ

Το πρόβλημα της déformation professionnelle είναι υπαρκτό, αλλά κυρίως αμερικανικό. Είναι αυτοκτονικό να εκδηλώσεις πολύ νωρίς στο αμερικανικό πανεπιστήμιο κάποιο ενδιαφέρον πέρα από το αντικείμενο της διατριβής σου: θα θεωρηθείς από τσαρλατάνος μέχρι φιλόδοξος, και θα σε αντιμετωπίσουν πολύ εχθρικά. Το ξέρω από πρώτο χέρι. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο διανοητικός κόσμος των αμερικανικών πανεπιστημίων δημιουργήθηκε από Γερμανούς (πρόσφυγες λόγω του ναζισμού), αναπαράγοντας τόσο τα χειρότερα όσο και τα καλύτερα χαρακτηριστικά του μοντέλου: ακαδημαϊκή έρευνα εις βάθος, προσεκτικά επιλεγμένη γκάμα πηγών, εμπλοκή σε ακαδημαϊκές συζητήσεις και παντελή αδιαφορία για την αγορά. Όλα τούτα δεν είναι διόλου κακά — χωρίς αυτά άλλωστε δεν θα διαθέταμε σήμερα ορισμένες από τις σπουδαιότερες ιστορικές μονογραφίες διεθνώς. Ωστόσο, εμποδίζουν τους ανθρώπους να βγουν από το καβούκι τους και να ψάξουν λίγο παραπέρα. Πάντοτε μου άρεσε να χώνω τη μύτη μου παντού, εφόσον είχα ένα κατάλληλο εργαλείο ανά χείρας. Αυτό είναι εν μέρει αγγλικό χαρακτηριστικό, εν μέρει γνώρισμα της παιδείας μου στην Οξφόρδη και το Καίμπριτζ, αλλά κυρίως, νομίζω, κατάλοιπο της εβραϊκής καταγωγής μου. Ο  John Dunn, ο αγαπημένος μου επιβλέπων στο King’s College, με αποκάλεσε κάποτε «χρυσόστομο»: ένας αιχμηρός έπαινος, αφού υπαινίσσεται ότι  μιλούσα πριν σκεφτώ και σαγήνευα αντί να πείσω — αλλά μου αρέσει.

Συνέχεια ανάγνωσης

Τόνυ Τζαντ (1948-2010): Το διανοητικό ταξίδι ενός μεγάλου ιστορικού στον ευρωπαϊκό 20ό αιώνα

Standard

του Τίμοθυ Γκάρτον Ας

Μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης, Κώστας Σπαθαράκης

Πάμπλο Πικάσο, "Βάζο, μπωλ και λεμόνι", 1907

Ο ποιητής Πάουλ Τσέλαν  έλεγε  ότι η γενέτειρά του, το Τσέρνοβιτς, ήταν ένας τόπος όπου ζούσαν άνθρωποι και βιβλία. Ο Τόνυ Τζαντ  ήταν ένας άνθρωπος για τον οποίο τα βιβλία ζούσαν, καθώς και οι άνθρωποι. Το μυαλό του, όπως και το διαμέρισμά του στην Washington Square, ήταν γεμάτο βιβλία — και πορεύτηκαν συνομιλώντας μαζί  του μέχρι το τέλος.

Παρά την κριτική του στάση έναντι των γάλλων διανοουμένων, συμμεριζόταν μαζί τους την πεποίθηση ότι οι ιδέες έχουν σημασία. Καθώς ήταν Άγγλος, πίστευε επίσης ότι και τα δεδομένα έχουν σημασία. Ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματά του ως ιστορικού ήταν ότι έφερε σε πέρας ένα συνθετικό έργο για τη διανοητική και πολιτική ιστορία της Ευρώπης του 20ού αιώνα — αποκαλύπτοντας τις πολλαπλές, πολλές φορές ακούσιες αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στον χρόνο των ιδεών και τις πραγματικότητες, τις σκέψεις και τις πράξεις, τα βιβλία και τους ανθρώπους.

Στο βιβλίο του Postwar, μια ιστορία της μεταπολεμικής Ευρώπης που έγραψε όταν η ψυχροπολεμική διαίρεση της ηπείρου σε δύο μέρη παρέπαιε, αποτελεί μια εξίσου σημαντική σύνθεση. Καθώς τα δύο μισά της διαιρεμένης ηπείρου σταδιακά επανενώνονταν πολιτικά και οικονομικά, μετά το 1989, ο Τόνυ Τζαντ κατόρθωσε να συνδέσει την ιστορία τους.  Το βλέμμα για το 1968, λ.χ., δεν είναι στραμμένο μόνο στο Παρίσι ή μόνο στην Πράγα, αλλά  αγκαλιάζει το όλον σύμπλεγμα των συγχρονιών, των αντιφάσεων και των παρανοήσεων. Το Postwar είναι η πρώτη μείζων ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης που αναλύει τις ιστορίες της Ανατολικής και της Δυτικής Ευρώπης με κάθε λεπτομέρεια αλλά ταυτόχρονα ως μέρος ενός ενιαίου, ευρύτερου συνόλου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Κόκκινους ή ειδικούς;

Standard

του Δημήτρη Δημητρόπουλου

Σοβιετική αφίσα των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων για το βιβλίο

Το βιβλίο που έδωσε το ερέθισμα για αυτό το σημείωμα μοιάζει με πρώτη ματιά άσχετο από τον τίτλο του. Είναι ένας ογκώδης τόμος 712 σελίδων, μεγάλου σχήματος, με τον τίτλο Αχαΐα, οικισμοί, οικιστές, αυτοδιοίκηση που εκδόθηκε φέτος στην Πάτρα από τη Νομαρχιακή Επιχείρηση Πολιτιστικής Ανάπτυξης Ν.Α. Αχαΐας. Το έργο υπήρξε καρπός εργασίας του συγγραφέα του Θεόδωρου Λουλούδη και ομάδας συνεργατών του. Οι δημιουργοί επί 20 χρόνια –από το 1990 μέχρι σήμερα– δούλεψαν με μεράκι και πάθος, ξόδεψαν χρόνο και χρήματα, συγκέντρωσαν πλήθος βιβλιογραφικών, στατιστικών, αρχειακών και άλλων τεκμηρίων, επισκέφτηκαν τα χωριά, μίλησαν με τους κατοίκους, φωτογράφισαν τους τόπους, επεξεργάστηκαν το υλικό που συγκέντρωσαν με σύγχρονα συστήματα ψηφιακής σχεδιαστικής και γεωγραφικής αποτύπωσης και παρέδωσαν στη δημόσια κρίση ένα έργο ογκώδες, πλούσιο και αισθητικά άρτιο.

Δουλειά επίπονη, κοπιαστική και επωφελής, η οποία όμως, όπως δηλώνει στον πρόλογο της έκδοσης ο εμπνευστής του εγχειρήματος, έγινε από μη ειδικούς, από εραστές του αντικειμένου που είχαν μεν επιστημονική προετοιμασία, κατά κύριο λόγο όμως άλλης κατεύθυνσης από το έργο που ανέλαβαν εθελοντικά να εκτελέσουν. Ο κόπος τους δικαιώνεται απολύτως, παρόλο που εδώ κι εκεί οι ειδικοί του κάθε τομέα –ιστορικοί, γεωγράφοι, δημογράφοι, γλωσσολόγοι κ.ά.– θα έχουν να προβάλουν επιμέρους ενστάσεις και να κάνουν καλόπιστες κριτικές παρατηρήσεις.

Το καλό αυτό και χρήσιμο έργο αγγίζει εντούτοις με τον τρόπο του, και στον ελάχιστο βεβαίως βαθμό που του αναλογεί, το μαοϊκής προέλευσης ερώτημα του τίτλου: «Κόκκινους ή ειδικούς;». Με σημερινούς όρους αυτό θα μπορούσε να μεταγραφεί: ανθρώπους με πάθος, ανιδιοτελείς και αφοσιωμένους στον υψηλό σκοπό ή τεχνοκράτες, εξειδικευμένους γνώστες του αντικειμένου που καλούνται να το διαχειριστούν με επαγγελματισμό; Το ερώτημα είναι κατά τη γνώμη μου καίριο και ήρθε βασανιστικά στο προσκήνιο σε πολλές κρίσιμες στιγμές της νεωτερικότητας. Συνέχεια ανάγνωσης