Για την επανάσταση του αυτονόητου

Standard

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ. ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΨΥΧΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

του Νικόλα Σεβαστάκη

Με το κείμενο αυτό ξεκινάει στα «Ενθέματα» η τακτική συνεργασία του Νικόλα Σεβαστάκη, με γενικό τίτλο «Το δέντρο και το δάσος. Σχόλια  για τον ψυχισμό της εποχής» (εμπνευσμένο από τη φράση τού Πωλ Βαλερύ «La folie generale. Essai sur le psychisme actuel»). Τα «Ενθέματα» καλοσωρίζουν, με ιδιαίτερη χαρά, τον καλό φίλο και συνεργάτη.


Έρικ Χέκελ, "Κορίτσι", 1911

Αν έχω καταλάβει καλά διανύουμε επαναστατική περίοδο. Η «επανάσταση του αυτονόητου» προορίζεται να σαρώσει με το σπαθί του Μνημονίου όλες τις αγκυλώσεις, όλους τους αναχρονισμούς και τις νοσηρές καταστάσεις που στραγγίζουν τους χυμούς της χώρας και τη δημιουργική ενέργεια των κατοίκων της.

Αστειεύομαι, φυσικά. Αλλά πάλι δεν είναι καθόλου αστείο αν σκεφτούμε το χάος και τα απωθητικά πόκερ της καθ’ ημάς Αριστεράς. Τι είναι όμως, στα σοβαρά τώρα, το αυτονόητο; Που βρίσκεται άραγε αυτή η νέα ήπειρος της κοινής λογικής που τώρα τελευταία φαίνεται να συνεπαίρνει ως και αριστερούς δημοκράτες οι οποίοι ανακαλύπτουν τη «δημόσια ορθολογικότητα» ως μοναδικό αξιόπιστο κριτήριο αριστερής υπευθυνότητας;

Αυτονόητο είναι ας πούμε ότι δεν θέλουμε την αρρώστια, την ένδεια, την αναξιοπρεπή και ταπεινωτική μεταχείριση. Είναι η αναζήτηση της ομορφιάς, η απαίτηση να μην μας περιφρονούν, η επιθυμία όλων για μια εργασία που δεν συνθλίβει και αφήνει περιθώρια σε μια πληρέστερη ζωή. Αυτονόητη είναι η ενόχληση και η πικρία από χίλιες δυο λεπτομέρειες της καθημερινότητας, από εμπειρίες απογοητευτικές ή πράξεις που εξοργίζουν.

Όσο όμως προχωρούμε σε πιο σύνθετα αντικείμενα, σε τόπους πολιτικούς και θέματα σχετικά με τη διεύθυνση των συλλογικών υποθέσεων, τα αυτονόητα λιγοστεύουν. Οι ερμηνείες, οι ορισμοί, τα πορίσματα διαφέρουν όπως διαφέρουν τα συμφέροντα και οι αντιλήψεις για το δημόσιο αγαθό. Όπως, εν τέλει, διαφέρουν οι περιγραφές του κόσμου και οι επιθυμίες για τη φύση των αλλαγών που χρειάζονται. Και έτσι πρέπει να είναι: όποιος διεκδικεί αποκλειστικότητα στην κοινή λογική ολισθαίνει στην καθαρή ανοησία.

Το χειρότερο είναι όμως όταν μια τέτοια υπερφίαλη αξίωση επιδιώκει να εκβιάσει τους υπόλοιπους επισείοντας τετριμμένα διλήμματα: το πίσω και το εμπρός, τη συντήρηση και την πρόοδο, την ακινησία και την κίνηση, τα κεκτημένα και τα μη κεκτημένα. Πλασματικές «διαιρέσεις» που αναβιώνουν άλλη μια φορά την επικοινωνιακή πολιτική του νεοφιλελευθερισμού, αυτής ιδιαίτερα της μυρωδάτης ποικιλίας του που καλλιεργήθηκε στις δεξαμενές σκέψης του νέου Κέντρου και της μετα-παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας.

Συνέχεια ανάγνωσης

«Ούτ’ ορφανό, ούτε φτωχό, ούτ’ απ’ τα ξένα ξένον»: Ένα θέαμα για τα εργατικά ατυχήματα

Standard


συνέντευξη της Έλενας Πατρικίου

Tην Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου (μέχρι και τις 3 Οκτωβρίου), στη Σχολή Καλών Τεχνών (Πειραιώς 256) ανεβαίνει, με ελεύθερη είσοδο, η παράσταση «Ούτ’ ορφανό, ούτε φτωχό, ούτ’ απ’ τα ξένα ξένον», με θέμα τα εργατικά ατυχήματα στη σημερινή Ελλάδα. Πρόκειται για μια παράσταση με εξαιρετικό ενδιαφέρον, όχι μόνο πολιτικό, αλλά και σκηνοθετικό και αισθητικό, καθώς εντάσσεται σε μια μακρά παράδοση θεατρικής πρωτοπορίας και πολιτικού θεάτρου, που ξεκινάει τη δεκαετία του 1920 στη Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση και συνεχίζεται μεταπολεμικά με το θέατρο του δρόμου. Έτσι, ένας κατάλογος με τα εργατικά ατυχήματα των τελευταίων δυόμισι χρόνων (που φτιάχτηκε για την παράσταση) συμπλέκεται με το τραγούδι του «Γιοφυριού της Άρτας» και μικρές αφηγήσεις, και μετατρέπεται σε κίνηση και θέαμα, αποτελώντας σχόλιο πολιτικό και αισθητικό για την εργασία, τα «ατυχήματα», την ευθύνη, τη δυνατότητα να συναρμόσεις αισθητικές και νοήματα, να διερευνήσεις σκηνοθετικά και υποκριτικά όρια. Για όλα αυτά συζητήσαμε με τη σκηνοθέτιδα της παράστασης Έλενα Πατρικίου.

Στρ. Μπ.


Φωτογραφία του Περικλή Αντωνίου, από τις πρόβες

Πριν μιλήσουμε για τα εργατικά ατυχήματα και την παράσταση, θέλω να σε ρωτήσω κάτι που έχει σχέση με τις στοχεύσεις και το είδος της: σχετικά με την «αγκιτάτσια προπαγάνδα», που διαβάζω στο πρόγραμμα. Τι ακριβώς είναι;

Η «αγκιτάτσια προπαγάνδα» άνθησε στη Ρωσία και τη Γερμανία τις δεκαετίες του 1920 και του 1930. Ήταν μικρά θεάματα, σχεδόν αυτοσχεδιαστικά, χωρίς κείμενο ή με ένα υποτυπώδες κείμενο, που στήνονταν έξω από εργοστάσια ή και μέσα στα εργοστάσια, σε πλατείες και δρόμους. Όπου γινόταν μια απεργία ή μια διαδήλωση, οι καλλιτέχνες του θεάτρου, που το βράδυ μπορεί να έπαιζαν σε «κανονικά» θέατρα, ή τέλος πάντων στα πρωτοποριακά θέατρα της εποχής, πήγαιναν και έστηναν εκεί, επιτόπου, ένα θέαμα πάνω στο συγκεκριμένο πρόβλημα. Μπορούμε να πούμε ότι η παράδοση αυτή συνεχίστηκε, κατά κάποιον τρόπο, μεταπολεμικά, τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, με θέατρα όπως το Bread and Puppet στην Αμερική, το Living Theatre, κυρίως στην ευρωπαϊκή του φάση, ή με κάποια θέατρα του δρόμου στην Ιταλία, τη Γερμανία και τη Γαλλία.

Φωτογραφία του Περικλή Αντωνίου.

Η «αγκίτ προπ» είναι ένα  πολιτικό θέατρο φτιαγμένο για το γεγονός και βασισμένο στη πολιτική και αισθητική στράτευση των ηθοποιών και των σκηνοθετών· γιατί πρέπει να πούμε ότι πρόκειται για επαγγελματίες ηθοποιούς, όχι, λ.χ., για απεργούς.

Είναι δηλαδή κάτι διαφορετικό από το «θέατρο των καταπιεσμένων» του Augusto Boal στη Λατινική Αμερική, που έστηνε μια παράσταση για ένα πρόβλημα σε ένα εργοστάσιο ή ένα χωριό, χρησιμοποιώντας όχι ηθοποιούς, αλλά εργάτες ή αγρότες. Στην «αγκίτ προπ» έχουμε  ένα θέατρο πολιτικό με ηθοποιούς, σκηνοθέτες, σκηνογράφους, που ανήκαν στην αισθητική πρωτοπορία, εξερευνούσαν νέους αισθητικούς δρόμους και τεχνικές, και ενδιαφέρονταν ταυτόχρονα και να συμπορευτούν με την πολιτική πρωτοπορία και να ερευνήσουν τα όρια της επικοινωνίας με το κοινό και όλη την αυτοσχεδιαστική τεχνική που συνεπάγεται κάτι τέτοιο — γιατί θέλει πολύ γερή τεχνική, πολύ μαστοριά, για να αλλάζεις αυτά που κάνεις ανάλογα με αυτό που προσλαμβάνεις από κάτω, για να αντέχεις να παίξεις σε μη προετοιμασμένες συνθήκες. Το στοίχημα είναι διπλό, πολιτικό αλλά και αισθητικό: γιατί  η «αγκίτ προπ» χρησιμοποίησε πάρα πολύ όλες τις τεχνικές, τις ιδέες, τα οράματα της θεατρικής πρωτοπορίας του 1920 και του 1930 για πολιτικούς λόγους — όπως και ο Μπρεχτ κάποια στιγμή.

Συνέχεια ανάγνωσης

Παν. Μουλλάς, 1935-2010: βιογραφικό και εργογραφία

Standard

Αποχαιρετισμός στον Παν. Μουλλά, που πέθανε το Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου

O Πάνος Mουλλάς γεννήθηκε στο Kιλκίς το 1935. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στη Σορβόννη, όπου έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα. Έζησε και δίδαξε πολλά χρόνια στο Παρίσι. Yπηρέτησε ως καθηγητής της νεοελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης για περισσότερα από 25 χρόνια. Eμφανίστηκε στα γράμματα εδώ και πενήντα και πλέον χρόνια, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, με σειρά άρθρων που δημοσίευσε στα περιοδικά Διαγώνιος και Kριτική, για ν’ ακολουθήσουν στη δεκαετία του 1960 πολυάριθμα μελετήματα στις Eποχές, την Eπιθεώρηση Tέχνης και τον Eρανιστή.

Έκτοτε, συστηματικά, με ενθουσιασμό, πάθος και απόλυτη συνέπεια ερευνούσε, έγραφε και δίδασκε με αντικείμενο τη λογοτεχνία και τον κόσμο των ιδεών του νεότερου ελληνισμού. Eκατοντάδες άρθρα, μελετήματα και δοκίμια και μια δωδεκάδα ιδιαίτερα σημαντικών βιβλίων για τη νεοελληνική λογοτεχνία, κριτική και επιστολογραφία επιτρέπουν στον αναγνώστη να σκεφτεί, να κατανοήσει και να θέσει ερωτήματα για τον πολιτισμό της νεότερης Eλλάδας. Oι ποιητικοί διαγωνισμοί και η ποίηση του 19ου αιώνα, ο ρομαντισμός, οι ιδιαίτερα σημαντικοί πεζογράφοι Bιζυηνός, Παπαδιαμάντης και Pοΐδης, η ιστορία της κριτικής και του δοκιμίου και η μεσοπολεμική και μεταπολεμική πεζογραφία ανήκουν στα θέματα με τα οποία ασχολήθηκε συστηματικά.

O ανοιχτός και γενναιόδωρος λόγος του, που θέτει κρίσιμα ζητήματα και ερωτήματα για σκέψη και μελέτη, απολύτως εξέφραζε τη γενναιοδωρία της ψυχής του. Tον ευχαριστούμε.

(Βιογραφικό που συνέταξε το Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ)

***

Συνέχεια ανάγνωσης

Το χαρούμενο πνεύμα και το άλγος

Standard

H ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ Π. ΜΟΥΛΛΑ (1935-2010)

του Σπύρου Ι. Ασδραχά

Ο Πάνος Μουλλάς με τη γυναίκα του Μιράντα, μέσα της δεκαετίας του 1980. Φωτογραφία της ιταλίδας νεοελληνίστριας Paola Minucci.

Όταν στα 1961 ο Παναγιώτης Μουλλάς έρχεται 26 χρονών στο τότε Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, είναι ήδη ένας διαμορφωμένος νεοελληνιστής με ισχυρή ανθρωπιστική παιδεία και γνώστης της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας και των θεωρητικών της προβλημάτων. Είναι φορέας δυο θεσσαλονικιώτικων παραδόσεων: του δημοτικισμού του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και μιας νεώτερης, εκείνης που τότε διαμορφώνεται από τους κύκλους της Κριτικής, δηλαδή  ένα ανανεωτικό μαρξισμό που ενέχει την πολιτική πρακτική και θεωρία και την αντίστοιχη των πνευματικών φαινομένων. Αυτούς τους βασικούς χαρακτήρες τούς κράτησε και τους εμπλούτισε σε όλη του τη ζωή, ρίχνοντας το βάρος στη μελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ο ίδιος θα μιλήσει για ένα τρίπτυχο ή, ορθότερα, ένα πλέγμα: θεωρία, ιστορία και κριτική. Μολονότι ήταν γνώστης όλης της ελληνικής Γραμματείας, επικέντρωσε τα ενδιαφέροντά του στον 19ο και 20ό αιώνα, σε συνάφεια πάντα με τα αντίστοιχα της καθ’ όλον ευρωπαϊκής διανόησης.

Χαρακτηρολογικά ήταν και παρέμεινε ένα χαρούμενο πνεύμα, μπολιασμένο με την αισιοδοξία της βούλησης και συγχρόνως σχεδόν καυστικά ευτράπελο. Αυτό το χαρούμενο πνεύμα κατέληξε να έχει σύνοικο το άλγος: άλγος για τα δύσκολα τελευταία χρόνια της συζύγου του, της άτυχης Μιράντας Τσιώμη, και στο τέλος άλγος ολότελα δικό του, το σωματικό εκείνο άλγος που φέρνει η αργόρροη αρρώστεια, χωρίς ωστόσο να συντρίβει τη χαρούμενη κατάφαση: δημιουργική  καρτερία μέσα στον πόνο, ώσπου ο εμμανής του «χειρογράμματος» να μην μπορεί να σύρει το κοντύλι.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ο φίλος μας Πάνος Μουλλάς

Standard

H ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΝ. ΜΟΥΛΛΑ (1935-2010)

του Βασίλη Παναγιωτόπουλου

Μας άφησε χρόνους και ο Μουλλάς. Συγκινημένες φωνές επιζώντων φίλων διακίνησαν την είδηση. Ο πόνος για ένα χαμό φιλτράρεται περίεργα στην ψυχή των ομηλίκων. Η λύπη φωλιάζει στη δική της γωνίτσα, με τον δικό της τρόπο.

Στο άκουσμα της πένθιμης είδησης ερχόταν στο μυαλό μου η εικόνα ενός ευφρόσυνου νέου, ευγενικού και ευχάριστου, που συστημένος από τον δάσκαλό του Λίνο Πολίτη, ερχόταν να προστεθεί στη μικρή ομάδα που έστηνε ο Κ.Θ. Δημαράς στο Ίδρυμα Ερευνών, πριν από πενήντα σχεδόν χρόνια. Τότε, στις αρχές της «σύντομης» (άστοχο!) δεκαετίας του 1960, η ελπίδα της επερχόμενης άνοιξης ζωογονούσε τις καρδιές των ανθρώπων και χάραζε δρομολόγια ζωής που σημάδεψαν τον μισό αιώνα που πέρασε από τότε.

Σεπτέμβριος 1958. Μονή Ζάβορδας, Γρεβενά (από αριστερά: Παν. Μουλλάς, o ηγούμενος της μονής, Λίνος Πολίτης, Αν. Μέγας). Αρχείο Λίνου Πολίτη

Κάποιοι θέλησαν, και μπόρεσαν, να στρατευθούν στην ιδέα μιας εθνικής και κοινωνικής αυτογνωσίας, που αργότερα (το ελπίζαμε τότε) θα μπορούσε να εξελιχτεί σε μια πολιτιστική αναγέννηση.

Ο δρόμος ήταν δύσβατος. Εμείς όμως είχαμε διαλέξει. Μέσα σε ένα είδος προτεστάντικης μεταμόρφωσης της αριστερής μας κοινωνικής συνείδησης, μέσα σε ένα αξεδιάλυτο μίγμα φόβου και διαύγειας, είχαμε αποδεχτεί το ρόλο που υπερβατικά μας είχε ανατεθεί. Να καλλιεργήσουμε το μικρό χωραφάκι που ελεύθερα διαλέξαμε, και αυτό έπρεπε να το κάνουμε με αγάπη, με επιμονή και με συνέπεια.

Συνέχεια ανάγνωσης

Σημεία επαφής

Standard

H ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΝ. ΜΟΥΛΛΑ (1935-2010)

του Mario Vitti

Η συναναστροφή μας ξεκίνησε από τα παλιά, όταν ο Πάνος κατέβηκε στην Αθήνα και μπήκε στο τότε Βασιλικό Ίδρυμα Ερευνών (ΒΙΕ), στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, ως ερευνητής. Στα χαρτιά μου όμως βρίσκεται ένα χειρόγραφό του παλαιότερο: Όταν ζήτησα από τον Λίνο Πολίτη ένα κείμενο πιο προσεγμένο των «Στοχασμών» του Σολωμού (τότε δεν είχε ακόμη δημοσιεύσει τα αυτόγραφα), μου έστειλε μια σειρά γραμμένη με το χέρι του Πάνου. Τον είχε αγγαρέψει ο δάσκαλος.

Στο πρώτο ΒΙΕ πήγαινα με λαχτάρα μόλις έβαζα το πόδι μου στην Αθήνα. Ήταν μεγάλη παρηγοριά για μένα, με τον Δημαρά που με υποδεχόταν χαρούμενα (καμιά σχέση με τους διδάσκοντες τότε στο Καποδιστριακό) και με τα παιδιά της πρώτης φουρνιάς, με τα οποία άνοιγα ατέλειωτες κουβέντες.

Με τον Πάνο συνδεθήκαμε πιο στενά. Είχαμε κοινές τάσεις και κοινά ενδιαφέροντα. Αντιλήφτηκε δίχως προκατάληψη, με την πρώτη, τις ιδέες μου για το δράμα μπαρόκ όταν τις διατύπωσα δημοσιεύοντας την Ευγένα. Έγραψε μάλιστα ένα άρθρο στις Εποχές, που με αυτό άρχισε τη λαμπρή συνεργασία του με το περιοδικό.

Δεν μέναμε, βέβαια, στην ίδια χώρα, αλλά πήγαινα να τον βρω στην Αθήνα, αργότερα στο Παρίσι, και το κλίμα φιλίας ήταν πάντα το ίδιο θερμό και συνωμοτικό. Είχαμε και μερικές αναζητήσεις, κάποιους προβληματισμούς, για τους οποίους δεν μιλούσαμε, αλλά που προχωρούσαν παράλληλα. Ίσως δεν έχει προσεχθεί, αλλά τα ζητήματα που θίγει για το ελληνικό διήγημα, εισαγωγή στον Παπαδιαμάντη και τον Βιζυηνό, αλληλοσυμπληρώνονται με τις τότε μελέτες μου για την ηθογραφία. Τώρα που το σκέφτομαι, ανακαλύπτω και άλλα σημεία επαφής. Η φιλία γίνεται και με αυτά και όχι μόνο με νεανικές μικρομπερμπαντιές.

Ο διάλογος που είμαστε

Standard

H ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΝ. ΜΟΥΛΛΑ (1935-2010)

του Μίλτου Πεχλιβάνου

Τα μεταπολεμικά χρόνια είναι που πρωτοείδαν τον κλάδο της νεοελληνικής φιλολογίας να συγκροτείται, με τον Λίνο Πολίτη στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο να διαπλάθει μια πρώτη γενιά νεοελληνιστών, δασκάλους στο μεταξύ πολλών νεοτέρων. Ο Πάνος Μουλλάς, σε αυτή την άνοιξη των νεοελληνικών σπουδών, γνώρισε τους ποιητές από κοινού με το ριζοσπαστισμό, με τις διαδηλώσεις από το Κυπριακό μέχρι το 1-1-4, με την αναζήτηση μιας ανανέωσης της αριστερής σκέψης αλλά και με τους απόηχους της λογοτεχνίας της οργής ή με τα πρώτα φανερώματα της νέας εποχής της κριτικής υποψίας.

Η διαδρομή του από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα και από εκεί στο Παρίσι –από ένα σημείο και μετά με τη Μιράντα πολύτιμη συνοδοιπόρο στο πλάι του– μαρτυρεί το αίτημα μιας εξόδου από την περίκλειστη εντοπιότητα της εθνικοφροσύνης, το φιλοπερίεργο ξετύλιγμα ενός αναγνωστικού ήθους που ανέδειξε σε όργανο και μέλημά του το ύφος και τη γραφή. Είτε αποδίδοντας τους Πέρσες για τον Κάρολο Κουν ή αργότερα την Αισθηματική Αγωγή του Φλωμπέρ, είτε ιχνηλατώντας φιλέρευνα τους σταθμούς του νέου ελληνισμού στα βήματα του Κ.Θ. Δημαρά, πόσο μάλλον με την ώριμη ιστορική, κριτική και θεωρητική εργασία του για την εθνική ιδεολογία του καθαρεύοντος 19ου αιώνα, για τους κορυφαίους αλλά και τους εφήμερους πεζογράφους της γραμματείας μας, για τον επιστολικό λόγο και τη συγκρότηση του νεωτερικού διανοούμενου, για την ιστορία της κριτικής και για τόσα άλλα, ο Μουλλάς ανέπτυξε μιαν έκτη, ιστορική αίσθηση για τη λέξη και την τέχνη της, μιαν ευαίσθητη ακοή για τις χρήσεις και τις καταχρήσεις του λόγου. Πάντοτε δίνοντας το παρόν στον διάλογο που είμαστε, μαζί με τους φίλους, που πολλούς τούς αποχαιρέτησε τα τελευταία χρόνια, τον Φίλιππο Ηλιού, τον Άγγελο Ελεφάντη, τον Μανόλη Αναγνωστάκη, τον Χρήστο Παπουτσάκη.

Δεν άντεχε το λαϊκισμό σε όλες του τις μνησίκακες μορφές και επιζητούσε τόσο τη διαύγεια ενός επιχειρήματος όσο και την απόλαυση ενός λογοπαιγνίου. Δημιούργησε έναν πλούσιο κήπο με λέξεις, με σημασίες και με αναφορές και τον κατοίκησε, προσκαλώντας συχνά πυκνά, πάντα φιλόξενος, τους μαθητές του να τον χαρούμε. Ακάματος καλλιεργούσε μέχρι τέλους τον κήπο. Ερευνούσε και έγραφε ακόμη κι όταν βρισκόταν μεταξύ ναυτίας και ιλίγγου — κάπου μεταξύ Σαρτρ και Χίτσκοκ, όπως απαντούσε το τελευταίο διάστημα υπομειδιώντας σαν τον ρωτούσες για την αρρώστια του. Τον ευγνωμονούμε για αυτή τη μεγάλη γενναιοδωρία!