Το χαρούμενο πνεύμα και το άλγος

Standard

H ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ Π. ΜΟΥΛΛΑ (1935-2010)

του Σπύρου Ι. Ασδραχά

Ο Πάνος Μουλλάς με τη γυναίκα του Μιράντα, μέσα της δεκαετίας του 1980. Φωτογραφία της ιταλίδας νεοελληνίστριας Paola Minucci.

Όταν στα 1961 ο Παναγιώτης Μουλλάς έρχεται 26 χρονών στο τότε Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, είναι ήδη ένας διαμορφωμένος νεοελληνιστής με ισχυρή ανθρωπιστική παιδεία και γνώστης της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας και των θεωρητικών της προβλημάτων. Είναι φορέας δυο θεσσαλονικιώτικων παραδόσεων: του δημοτικισμού του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και μιας νεώτερης, εκείνης που τότε διαμορφώνεται από τους κύκλους της Κριτικής, δηλαδή  ένα ανανεωτικό μαρξισμό που ενέχει την πολιτική πρακτική και θεωρία και την αντίστοιχη των πνευματικών φαινομένων. Αυτούς τους βασικούς χαρακτήρες τούς κράτησε και τους εμπλούτισε σε όλη του τη ζωή, ρίχνοντας το βάρος στη μελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ο ίδιος θα μιλήσει για ένα τρίπτυχο ή, ορθότερα, ένα πλέγμα: θεωρία, ιστορία και κριτική. Μολονότι ήταν γνώστης όλης της ελληνικής Γραμματείας, επικέντρωσε τα ενδιαφέροντά του στον 19ο και 20ό αιώνα, σε συνάφεια πάντα με τα αντίστοιχα της καθ’ όλον ευρωπαϊκής διανόησης.

Χαρακτηρολογικά ήταν και παρέμεινε ένα χαρούμενο πνεύμα, μπολιασμένο με την αισιοδοξία της βούλησης και συγχρόνως σχεδόν καυστικά ευτράπελο. Αυτό το χαρούμενο πνεύμα κατέληξε να έχει σύνοικο το άλγος: άλγος για τα δύσκολα τελευταία χρόνια της συζύγου του, της άτυχης Μιράντας Τσιώμη, και στο τέλος άλγος ολότελα δικό του, το σωματικό εκείνο άλγος που φέρνει η αργόρροη αρρώστεια, χωρίς ωστόσο να συντρίβει τη χαρούμενη κατάφαση: δημιουργική  καρτερία μέσα στον πόνο, ώσπου ο εμμανής του «χειρογράμματος» να μην μπορεί να σύρει το κοντύλι.

Η ώρα αυτού του βραχύλογου σημειώματος που το σκιάζει όχι τόσο η καταχνιά του θανάτου, γιατί ο θάνατος ήταν για τον Παναγιώτη Μουλλά μια λύτρωση, όσο εκείνη η άλλη καταχνιά της ανάμνησης που από γλυκειά γίνεται πικρή, η ώρα τούτη δεν προσφέρεται σε απολογισμούς, δύσκολους για όποιον δεν έχει αναστήσει τα ίδια περιβόλια μ’ εκείνα του Παναγιώτη. Από την πολυθεματικότητα των ερευνών και των μελετών του θα θυμίσω μόνο την κοινωνική πρόσληψη του λογοτεχνήματος: πρόσληψη θεσμοθετημένη όταν πρόκειται για τους ποιητικούς διαγωνισμούς του 19ου αι· πρόσληψη μαζική, όταν πρόκειται για το λαϊκό, αστικό, ανάγνωσμα, αυτό που μάλλον άσκεφτα ονόμασαν «παραλογοτεχνία» ή «χυδαία». Της αφιέρωσε (2007) μια συστηματική εργασία, όπου η ποσοτική προσέγγιση διαπλέκεται με την ποιοτική, με αποτέλεσμα την αναγωγή της  ειδολογίας σε μια κοινωνική ιστορία των κοινών λογοτεχνικών τόπων που αναδύονται απ’ αυτή τη συμβατική εθιμοφροσύνη και την υπηρετούν. Με δυο λόγια, έχουμε να κάνουμε με την κοινωνική ιστορία.

Γιατί στην ουσία ο Παναγιώτης Μουλλάς είναι κοινωνικός ιστορικός μέσα από τα πεδία της παρατήρησής του, είτε αυτά έχουν ως αντικείμενα αναφοράς τις κορυφές, τους μέσους όρους, την τετριμμένη ισόπεδη διατύπωση. Και όλα αυτά με τήρηση των κανόνων που επιβάλλουν τα είδη του λόγου· καθώς λέγαμε, κατά τον ίδιον, θεωρία, ιστορία, κριτική, αλλοιώς ένα αδιαχώριστο πλέγμα γνώσης και εφαρμογής, που το επιστέγαζε η ευγένεια και το υψηλό του ήθος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s