Δύσκολοι αποχαιρετισμοί

Standard

H ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΝ. ΜΟΥΛΛΑ (1935-2010)

του Γιάννη  Παπαθεοδώρου

Η είδηση του θανάτου του Πάνου Μουλλά μας βρήκε προετοιμασμένους αλλά όχι «έτοιμους». Ο δάσκαλος και φίλος μας ήταν πάντα ανάμεσά μας, στις ιστορίες μας, στα χαρτιά μας, στα βιβλία μας, στις συντροφιές μας, ακόμα κι όταν αυτός, νικημένος από την αρρώστια, δεν ήταν μαζί μας στην παρέα. Όσοι είχαμε την τύχη να τον γνωρίσουμε από κοντά, όσοι γοητευτήκαμε «αμέσως και εξακολουθητικά» από τη γλυκύτητα της μορφής του, από την ευρύτητα της γνώσης του και από το ακαδημαϊκό του ήθος, είναι δύσκολο να συνηθίσουμε την απουσία του. Κυρίως, γιατί ο ζωντανός και πάντα δραστικός «λόγος της παρουσίας» του σφράγισε τον τρόπο με τον οποίο όλοι μας είδαμε το αντικείμενό μας –τις νεοελληνικές σπουδές– με μια καινούργια οπτική γωνία.

Παθιασμένος με την ανάγνωση, τη μελέτη και την έρευνα, ο Πάνος Μουλλάς λειτούργησε ως καταλύτης για το «άνοιγμα» της νεοελληνικής φιλολογίας σε έναν ευρύτατο προβληματισμό: ιστορία ιδεών, αισθητική, θεωρία, κριτική, σύγκριση, μετάφραση, ιδεολογικά συμφραζόμενα των κειμένων, υλικότητα της λογοτεχνικής επικοινωνίας, αναγνωστικές συμπεριφορές, σχέση λόγιας και λαϊκής κουλτούρας· ∙ συνολική, δηλαδή, μελέτη του λογοτεχνικού φαινομένου. Η ατομική διανοητική διαδρομή, άλλωστε, δεν είναι τυχαία: από το Κιλκίς στη Θεσσαλονίκη, από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, από την Αθήνα στο Παρίσι και μετά πάλι σε όλες αυτές τις πόλεις, άλλοτε ως κάτοικος, άλλοτε ως επισκέπτης, άλλοτε ως ερευνητής, ο Μουλλάς δημιούργησε το δικό του «μυθιστόρημα μαθητείας» με τη μέγιστη δυνατή διεύρυνση. Θα ήταν λάθος να παραλείψουμε τις «ενδιάμεσες» μορφές που, κατά δική του ομολογία, σημάδεψαν τα οδόσημα αυτής της πορείας, επιτρέποντας όμως ταυτόχρονα και τη διαφοροποίηση: τον Λίνο Πολίτη, τον Κάρολο Κουν, τον Κ.Θ. Δημαρά.

Στο μεταξύ, οι μελέτες του για τον 19ο και τον 20ό αιώνα άρχισαν να δείχνουν σταθερά το στίγμα της δικής του προσέγγισης: την απόρριψη του μικροφιλολογικού φορμαλισμού και την αναζήτηση της σύνθεσης μέσα από τη διαλογική κριτική και τη διαμόρφωση νέων γόνιμων ερωτημάτων. Το αντιδογματικό του πνεύμα, αυτό που σφράγισε, άλλωστε, τον πολιτικό του βίο μέσα στην αριστερά, διαπέρασε και τη μελέτη της νεοελληνικής φιλολογίας. Όλη η κοπιώδης εργασία του θυμίζει περισσότερο το «ημερολόγιο ενός αναγνώστη» παρά τα οριστικά συμπεράσματα ενός «ειδικού». Κι ευτυχώς, αυτό το ημερολόγιο θα χαρίζει πάντα στον Πάνο Μουλλά περισσότερες μέρες από όσες του όρισε το ληξιαρχικό αρχείο γεννήσεων και θανάτων. Καλό ταξίδι, δάσκαλε! Θα σε θυμόμαστε για πάντα. (Κι εκεί που θα πας, κοίτα να μη στήσεις πάλι τη Μιράντα!)

Η στρωματογραφία των κριτηρίων ενός ευαίσθητου νεοελληνιστή

Standard

H ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΝ. ΜΟΥΛΛΑ (1935-2010)

του Γιάννη Δάλλα

Μιλώ   για  τον  Παναγιώτη  Μουλλά   από το βάθος  μιας συναδελφοσύνης –της αδελφοσύνης, θα έλεγα– που διά βίου  μας έδενε. Ευτύχησα να παρακολουθήσω την πορεία του, από την πρώτη εμφάνισή του ως τη συγκρότηση  της  πνευματικής του προσωπικότητας   και του έργου του. Να πω πώς ξεκίνησε με ποιήματα  σινοπουλικής επήρειας που δεν τα δημοσίευσε. Δημοσίευσε όμως κάποια κείμενα   προσωπικής ποιητικής, καθώς και δόκιμες μεταφράσεις αρχαίων  (του Αισχύλου  και του Λουκιανού) και έως πρόσφατα εκλεκτών  ποιημάτων   του  γαλλικού συμβολισμού.

Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης της μετάφρασης της "Αισθηματικής αγωγής" (Γαλαξίας 1971)

Αυτή ήταν η αρχική ροπή του, ως αισθητή:  καθοριστική της γλώσσας και του ύφους  τής κύριας ιδιότητάς του ως κριτικού. Η κριτική υπήρξε το σήμα κατατεθέν του, και δεν εννοώ τις βιβλιοκριτικές του σε περιοδικά  αρχών (Επιθεώρηση Τέχνης, Εποχές, Κριτική ή σε αυτοτελείς συναγωγές (π.χ. Παλίμψηστα και μη, Η Δέκατη Μούσα) αλλά εννοώ την επιστημονική χειραφέτηση  του κριτηρίου και  των  σκεπτικών  του. Την Κριτική, έτσι κεφαλαιογραφημένη, επιδίωξε να την καταξιώσει  ως επιστήμη, απαλλάσσοντάς την από την ιμπρεσιονιστική της διάχυση και προφυλάσσοντάς  την   από  τα δόγματα των θεωρητικών  και την περιγραφικότητα των  γραμματολόγων. «Είναι στεγνοί και επίπεδοι» έλεγε για τους τελευταίους, ενώ  για τις καινοτομίες των θεωριών  της λογοτεχνίας «έρχονται και απέρχονται  από δεκαετία σε δεκαετία» αποφαινόταν. ΄Ετσι, με όλη τη γαλλική του παιδεία, εμφανή στην εύστροφη  σκέψη και στη  δοκιμιακή του γραφή, η κριτική του ως προς την εμπειρικότητα των εφαρμογών   και των σκεπτικών της, θύμιζε εν μέρει αγγλική και ενόλω νεοελληνική  κριτικογραφία, στην πιο ευφυή, ας πούμε, ροΐδεια, παράδοση ή τη δημαρική «νεωτερικότητα».

Απόδειξη πως, καθώς σπουδάζει  κεφαλαιώδη κείμενα και προβλήματα όπως είναι κυρίως η πεζογραφία του  19ου  και του 20ού αιώνα,  και άλλα συγγενή είδη   (π.χ.  η επιστολογραφία  ή η παραλογοτεχνία ) ο κριτικός του λόγος δεν αυτονομείται  αλλά εντάσσεται ευέλικτα  στη φυσική του υποδοχή που είναι η φιλολογία. Αυτοί είναι οι φορείς της πνευματικής του ταυτότητας. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο λόγος ως έκφραση του χώρου και του χρόνου των ανθρώπων

Standard

H ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΝ. ΜΟΥΛΛΑ (1935-2010)

του Δημήτρη Αρβανιτάκη

«Γιατί το πρόβλημα βρίσκεται εδώ: στο γεγονός ότι τα ιδεολογήματα, καθώς αμβλύνουν τα κριτικά, ιστορικά και επιστημονικά αντανακλαστικά μας […], σηματοδοτούν κυρίως περιόδους όπου η Ιδεολογία λειτουργεί δραστικά κρύβοντας, ανάμεσα σε άλλα, και το πρόσωπό της»: έτσι έγραφε ο Παν. Μουλλάς στα «Προλεγόμενα» του βιβλίου του Ο χώρος του εφήμερου, τρία χρόνια πριν. Μια τέτοια φράση, βέβαια, μπορεί να είναι μια εύκολη, κοινότοπη καταγγελία, άλλοθι για την επανάληψη του ξορκισμένου — αλλά μπορεί και όχι. Ο Μουλλάς δεν ανήκει στην κατηγορία των διανοουμένων που σκαρφαλώνουν στο ίδιο τους το κεφάλι, καταπώς θα έλεγε ο Νίτσε.

Ο Παν. Μουλάς και ο Αλέξανδρος Αργυρίου, κατά την παρουσίαση, της «Ιστορίας της Ελληνικής Λογοτεχνίας» του δεύτερου, στο Μουσείο Μπενάκη, Απρίλιος 2006. Φωτογραφία του Λεωνίδα Κουργιαντάκη-Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη

Ανήκει σ’ εκείνο το –δυστυχώς ευάριθμο στον τόπο μας– ρεύμα των στοχαστικών επιστημόνων που αντιμετωπίζουν την τέχνη του λόγου ως μια διαδικασία σε άμεση και διαρκή επικοινωνία με το χώρο και το χρόνο των ανθρώπων: δηλαδή με την ιστορία. Μ’ αυτή την επιστημολογική προϋπόθεση, η φιλολογία και η ιστορία της λογοτεχνίας δεν είναι παράταξη ονομάτων ή ανάδειξη των «εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων», αλλά κατανόηση της σημασίας των κορυφώσεων, των μέσων όρων και των κοινών τόπων, κατανόηση των κοινωνικών αναγκών και των μηχανισμών που παράγουν ή δεν παράγουν την τάδε ή τη δείνα μορφή λόγου στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Γιατί αυτό είναι το έργο του επιστήμονα και όχι η αναχρονιστική εξύψωση ή απόρριψη, η εξόντωση όσων πνευματικών δημιουργημάτων δεν «αντέχουν» στην κατοπινά διαμορφωμένη αξιολογική κλίμακα, στην προκρούστεια κλίνη του παροντισμού.

Συνέχεια ανάγνωσης

Το εύχαρες πνεύμα

Standard

Η ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΝ. ΜΟΥΛΛΑ (1935-2010)

της Μαριάννας Δήτσα

Τον μνημονεύουν και θα τον μνημονεύουν ως δάσκαλό τους. Δικαίως, ες αεί δίκαιο. Ο Παν. Μουλλάς δεν ήταν δάσκαλός μου, δεν το ήθελε ο ίδιος (ίσως δεν ήθελε να ’ναι δάσκαλος κανενός), αλλά πάντα ένας συνομήλικος, σύντροφος, αδελφός. Πίστευε πως μόνο έτσι κυκλοφορούν και καρποφορούν ιδέες και έργα, το «εύχαρες πνεύμα», όπως χαράχτηκαν τα λόγια της Αικατερίνης και του Σπύρου Ασδραχά στο αποχαιρετιστήριο στεφάνι.

Μα, γιατί άραγε δεν ήταν ο δάσκαλός μου; Τους τελευταίους μήνες μου ‘λεγε ότι θέλει να γράψει ένα κείμενο με τίτλο «Γιατί είμαι ακόμα αριστερός». Δεν μπόρεσε, τον πρόδιδαν τα δάχτυλά του. Αλλά κάτι ξέρω από τις κουβέντες του: οι καλοί πρέπει πάντα να ’μαστε ίσοι με τους ταπεινότερους. Ν’ ακούμε το μάθημα πιάνου του διπλανού μικροαστικού διαμερίσματος.

Μαριάννα Δήτσα

Κάτι ανάμεσα σε δάσκαλο και φίλο

Standard

H ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΝ. ΜΟΥΛΛΑ (1935-2010)

του Αλέξη Πολίτη

Μια από τις τελευταίες φωτογραφίες του Παν. Μουλλά, από το ταξίδι του στην Κορσική.

ΣΚΗΝΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ: πριν έναν χρόνο στη Θεσσαλονίκη∙ ο Παναγιώτης, μας λένε, είναι πολύ καλύτερα, και πάει και στο γραφείο του. Πραγματικά τον βρίσκουμε εκεί, αρκετά αδύνατο, αλλά κεφάτο και γελαστό. «Ήταν εξαιρετικά, εντυπωσιάστηκα∙ δεν είχα ξαναπάει στην Κορσική». Αφηγείται το πρόσφατο ταξίδι του, Παρίσι, ξανά, χωρίς τη Μιράντα όμως τώρα, και Κορσική. Εκθέσεις ζωγραφικής, μουσεία που ξαναείδε, πίνακες που κάποτε δεν είχε προσέξει, και το άγριο τοπίο του νησιού∙ εικόνες καινούριες, ενθουσιασμός, η ζωντάνια ενός εφήβου που πρωτογνωρίζει τον κόσμο. Και ο Βιζυηνός, πάντα, «ε, να δούμε αν θα προλάβω να τον τελειώσω» – η μόνη αναφορά στην αρρώστια.

ΣΚΗΝΗ ΠΑΛΙΑ, 1974: του δείχνω κάποια ανέκδοτα κείμενα από ένα ξεχασμένο αρχείο∙ μοιάζουν με δημοτικά τραγούδια, αλλά δεν είναι. «Τερτσέτης», μου λέει αμέσως, «το πιο πιθανό. Για κοίτα». Το νήμα με οδηγεί αμέσως στην έξοδο του λαβυρίνθου∙ μια παραβολή του χειρογράφου με τη γραφή του Τερτσέτη το επιβεβαιώνει.

ΣΚΗΝΗ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ: στο γραφείο μου στην Αθήνα, γύρω στα 1985∙ μπαίνει ο Παναγιώτης γελαστός κατά τις εντεκάμιση. Τα νέα της Θεσσαλονίκης, το Πανεπιστήμιο, οι φίλοι, το ένα, το άλλο. Χείμαρρος. Αυτά, και άλλα, και κάποια άλλα ακόμα. Ξαφνικά, γύρω στις δυόμιση, κοιτάει το ρολόι του έντρομος: «Πωπώ, με περιμένει η Μιράντα στις δύο». (Δεν πάω πίσω, δα, κι εγώ στη φλυαρία! Αλλά εκείνο το πρωινό δεν σταύρωσα λέξη.)

ΣΚΗΝΗ ΠΡΟΣΦΑΤΗ, ΣΧΕΤΙΚΑ: Βγήκε επιτέλους το βιβλίο του για τους ποιητικούς διαγωνισμούς. Είμαστε υπό μετακόμιση, σε ξένο σπίτι∙ χειμώνας, και η θέρμανση υπολειτουργεί. Αρχίζω διστακτικά, τρίβοντας διαρκώς τα χέρια μου να ζεσταθώ — πόσο θα αντέξω στην άβολη καρέκλα; Διαβάζω, σημειώνω, αντιγράφω∙ οι σελίδες δεν φεύγουν εύκολα. Κάποια στιγμή το μολύβι πέφτει πια από τα χέρια, κοιτάω το ρολόι, κοντεύει να ξημερώσει, κοιτάω το βιβλίο, κοντεύει στη μέση.

Ύστατος αποχαιρετισμός

Standard

Η ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΝ. ΜΟΥΛΛΑ (1935-2010)

της Μαίρης Μικέ

Από την πρώτη στιγμή της μαθητείας δίπλα στον Πάνο Μουλλά, εδώ και σχεδόν τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια, μου ήταν πολύ καθαρή η συγκρότηση μιας προσωπικής ιεραρχίας αξιών. Στην ανώτατη θέση η πλήρης αφοσίωση στη δουλειά και στην έρευνα, ζωοδότρα πηγή. Ξεκουράζεται o Πάνος στη δούλεψή της. Μόνο αυτό μένει, ο άνθρωπος είναι μικρός, μεγάλα είναι μόνο τα έργα του. Είχε τη δύναμη, τη σοφία να αίρεται πάνω από τις μικροψυχίες, να ξεχωρίζει, να βλέπει αυτό που έχει διάρκεια και αξία. Να χαράζει μονοπάτια και δρόμους, να αφήνει το ίχνος του στους ποιητικούς διαγωνισμούς του 19ου αιώνα, στον Βιζυηνό, τον Παπαδιαμάντη, τον Ροΐδη, στην παλιότερη, τη μεσοπολεμική και τη νεωτερική πεζογραφία. Να συνδυάζει τη θεωρία με την κριτική και την ιστορία, τον αυστηρό επιστημονικό λόγο με ένα συντροφικό λαγαρό ύφος που σε πιάνει από το χέρι και σε οδηγεί με φυσικότητα και ομαλά σε αναμοχλεύσεις μακριά από πεποιθήσεις για οριστικές και αμετάκλητες βεβαιότητες. Η περιέργεια, ένα όπλο ακαταμάχητο. Πώς την τιθασεύεις; Πώς αλλιώς παρά με σχολαστικό έλεγχο των πηγών.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η απουσία της γραφής του

Standard

Η ΗΧΩ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ Π. ΜΟΥΛΛΑ (1935-2010)


της Νόρας Σκουτέρη-Διδασκάλου

Το εξώφυλλο του "Λόγου της απουσίας" (ΜΙΕΤ 1992)

–Πώς είσθε σήμερα, κ. Μουλλά; ρώτησε η νοσοκόμα στο ιατρικό κέντρο που επισκεπτόταν ο Πάνος Μουλλάς για «δωδεκάωρο ημιδιατροφή σε πολυθρόνα πολυτελείας». –Πολύ καλά. Αλλά, να.., να περάσει λίγο αυτό το μούδιασμα στα χέρια.

Τους τελευταίους μήνες η κουβέντα έμενε εκεί. Η δερμάτινη τσάντα με το βιβλιάριο υγείας και την ταυτότητα χαμένα στις αδειανές εσωτερικές θήκες έφτανε όλο και πιο βασανιστικά στον πάγκο. Το άνοιγμα και το κλείσιμο αργόσυρτη τελετουργία ζωής. Τρεμάμενη η υπογραφή στο χαρτί εισαγωγής και μετά το: Έχω και τον Βιζυηνό μου.

–Αυτός ο Βιζινός, είναι συγγενής του; ρώτησε η κοπέλα μόλις απομακρύνθηκε κι έμεναν εκκρεμή τα παρεπόμενα. –Κατά κάποιο τρόπο, ναι. Ο κ. Μουλλάς γράφει ένα βιβλίο για αυτόν. (Ένα αμήχανο «ά…») Ξέρετε, είναι καθηγητής, πολύ γνωστός, γράφει, είναι συγγραφέας, τώρα ετοιμάζει ένα βιβλίο για τον Βιζυηνό, τον γνωστό συγγραφέα. Η συσσωρευτική προσφυγή σε τίτλους και επίθετα βιαζόταν να εξηγήσει αυτό που προβλημάτιζε και γοήτευε. Ότι κοντά στους δικούς και τους φίλους του, τους δασκάλους και τους μαθητές του, υπήρχαν και οι άλλοι, οι αλλιώτικα δικοί του, οι κάθε φορά «Βιζυηνοί του». Συγγενείς του, συγκάτοικοι του γραφείου του και της γραφίδας του, «άνθρωποί του», που έπαιρναν ζωή μόλις τους έγραφε.

Το «να τελειώσω τον Βιζυηνό μου» δεν ήταν ένα γάντζωμα στη ζωή που τόσο θαύμαζαν οι γιατροί του — ίσως, πάλι, να ’ταν και αυτό, αλλά όχι το μόνο. Ήταν που τα χέρια του, απ’ όπου γλιστρούσε αδυσώπητα η ζωή, δεν άφηναν πια να υπάρξει στη γραπτή του υλικότητα αυτό το πάθος για δημιουργία· που δεν του έφταναν οι πιο ατέλειωτες ώρες ομιλίας για να εκφραστεί, αλλά ήθελε το μολύβι, το χαρτί, ίσως την παλιά γραφομηχανή, και πάντως το γραφείο όπου περίμενε άπαικτη η νέα τεχνολογία στο σχήμα ενός λάπτοπ. Ο Βιζυηνός, ο Βώκος (παππούς), ο Ροΐδης ή ο Φλωμπέρ ή ο Παπαδιαμάντης, ο Μπωντλέρ, σόι οι Πολίτηδες, κι οι άλλοι οι πιο εφήμεροι…

Το μουδιασμένο χέρι ακύρωνε συμβολικά και πραγματικά τη δυνατότητα ανάγνωσης και γραφής, ακύρωνε τη ζωή του νοήματος και μαζί το νόημα της ζωής. Στον κόσμο του Πάνου το κτητικό υπήρχε μόνο στο παρόν της συγγραφής. Το άλλο, κτητικό της κυριότητας που επαναπαύεται στα ήδη κατακτημένα, δεν νομίζω πως τον απασχόλησε ποτέ. Κάθε «Βιζυηνός του» ήταν εκείνος που γραφόταν, όχι ο γεγραμμένος. Και είχε προεγγεγραμμένο τον επόμενο και συντροφιά κάποιους παλιούς φίλους, ασυντέλεστους ακόμη, όπως τούτος εδώ που δεν του έμελλε να τελειώσει.