«Ούτ’ ορφανό, ούτε φτωχό, ούτ’ απ’ τα ξένα ξένον»: Ένα θέαμα για τα εργατικά ατυχήματα

Standard


συνέντευξη της Έλενας Πατρικίου

Tην Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου (μέχρι και τις 3 Οκτωβρίου), στη Σχολή Καλών Τεχνών (Πειραιώς 256) ανεβαίνει, με ελεύθερη είσοδο, η παράσταση «Ούτ’ ορφανό, ούτε φτωχό, ούτ’ απ’ τα ξένα ξένον», με θέμα τα εργατικά ατυχήματα στη σημερινή Ελλάδα. Πρόκειται για μια παράσταση με εξαιρετικό ενδιαφέρον, όχι μόνο πολιτικό, αλλά και σκηνοθετικό και αισθητικό, καθώς εντάσσεται σε μια μακρά παράδοση θεατρικής πρωτοπορίας και πολιτικού θεάτρου, που ξεκινάει τη δεκαετία του 1920 στη Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση και συνεχίζεται μεταπολεμικά με το θέατρο του δρόμου. Έτσι, ένας κατάλογος με τα εργατικά ατυχήματα των τελευταίων δυόμισι χρόνων (που φτιάχτηκε για την παράσταση) συμπλέκεται με το τραγούδι του «Γιοφυριού της Άρτας» και μικρές αφηγήσεις, και μετατρέπεται σε κίνηση και θέαμα, αποτελώντας σχόλιο πολιτικό και αισθητικό για την εργασία, τα «ατυχήματα», την ευθύνη, τη δυνατότητα να συναρμόσεις αισθητικές και νοήματα, να διερευνήσεις σκηνοθετικά και υποκριτικά όρια. Για όλα αυτά συζητήσαμε με τη σκηνοθέτιδα της παράστασης Έλενα Πατρικίου.

Στρ. Μπ.


Φωτογραφία του Περικλή Αντωνίου, από τις πρόβες

Πριν μιλήσουμε για τα εργατικά ατυχήματα και την παράσταση, θέλω να σε ρωτήσω κάτι που έχει σχέση με τις στοχεύσεις και το είδος της: σχετικά με την «αγκιτάτσια προπαγάνδα», που διαβάζω στο πρόγραμμα. Τι ακριβώς είναι;

Η «αγκιτάτσια προπαγάνδα» άνθησε στη Ρωσία και τη Γερμανία τις δεκαετίες του 1920 και του 1930. Ήταν μικρά θεάματα, σχεδόν αυτοσχεδιαστικά, χωρίς κείμενο ή με ένα υποτυπώδες κείμενο, που στήνονταν έξω από εργοστάσια ή και μέσα στα εργοστάσια, σε πλατείες και δρόμους. Όπου γινόταν μια απεργία ή μια διαδήλωση, οι καλλιτέχνες του θεάτρου, που το βράδυ μπορεί να έπαιζαν σε «κανονικά» θέατρα, ή τέλος πάντων στα πρωτοποριακά θέατρα της εποχής, πήγαιναν και έστηναν εκεί, επιτόπου, ένα θέαμα πάνω στο συγκεκριμένο πρόβλημα. Μπορούμε να πούμε ότι η παράδοση αυτή συνεχίστηκε, κατά κάποιον τρόπο, μεταπολεμικά, τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, με θέατρα όπως το Bread and Puppet στην Αμερική, το Living Theatre, κυρίως στην ευρωπαϊκή του φάση, ή με κάποια θέατρα του δρόμου στην Ιταλία, τη Γερμανία και τη Γαλλία.

Φωτογραφία του Περικλή Αντωνίου.

Η «αγκίτ προπ» είναι ένα  πολιτικό θέατρο φτιαγμένο για το γεγονός και βασισμένο στη πολιτική και αισθητική στράτευση των ηθοποιών και των σκηνοθετών· γιατί πρέπει να πούμε ότι πρόκειται για επαγγελματίες ηθοποιούς, όχι, λ.χ., για απεργούς.

Είναι δηλαδή κάτι διαφορετικό από το «θέατρο των καταπιεσμένων» του Augusto Boal στη Λατινική Αμερική, που έστηνε μια παράσταση για ένα πρόβλημα σε ένα εργοστάσιο ή ένα χωριό, χρησιμοποιώντας όχι ηθοποιούς, αλλά εργάτες ή αγρότες. Στην «αγκίτ προπ» έχουμε  ένα θέατρο πολιτικό με ηθοποιούς, σκηνοθέτες, σκηνογράφους, που ανήκαν στην αισθητική πρωτοπορία, εξερευνούσαν νέους αισθητικούς δρόμους και τεχνικές, και ενδιαφέρονταν ταυτόχρονα και να συμπορευτούν με την πολιτική πρωτοπορία και να ερευνήσουν τα όρια της επικοινωνίας με το κοινό και όλη την αυτοσχεδιαστική τεχνική που συνεπάγεται κάτι τέτοιο — γιατί θέλει πολύ γερή τεχνική, πολύ μαστοριά, για να αλλάζεις αυτά που κάνεις ανάλογα με αυτό που προσλαμβάνεις από κάτω, για να αντέχεις να παίξεις σε μη προετοιμασμένες συνθήκες. Το στοίχημα είναι διπλό, πολιτικό αλλά και αισθητικό: γιατί  η «αγκίτ προπ» χρησιμοποίησε πάρα πολύ όλες τις τεχνικές, τις ιδέες, τα οράματα της θεατρικής πρωτοπορίας του 1920 και του 1930 για πολιτικούς λόγους — όπως και ο Μπρεχτ κάποια στιγμή.

Η  παράσταση που ανεβάζετε εντάσσεται σε αυτή την παράδοση;

Θα το θέλαμε πάρα πολύ, γιατί πρόκειται για μια λαμπρή παράδοση. Αλλά η «αγκίτ προπ» χρειάζεται, για να υπάρξει, και ένα αντίστοιχο κοινό, χρειάζεται αντίστοιχες κοινωνικές συνθήκες. Εμείς δεν μπορούμε να ενταχθούμε ακριβώς σε αυτή την παράδοση, γιατί δεν παίζουμε σε πραγματικό εργοστάσιο, σε συνθήκες πραγματικής κρίσης και με κοινό το οποίο να αισθάνεται εκ των προτέρων πως το αφορά η σύνδεση του πολιτικού και του κοινωνικού προβλήματος με το αισθητικό στοίχημα. Κι επειδή ένα σημαντικό κομμάτι του εν δυνάμει κοινού μιας τέτοιας παράστασης είναι η Αριστερά και τα συνδικάτα, θα έλεγα ότι τα αριστερά κόμματα, οι αριστερές οργανώσεις, τα συνδικάτα φταίνε που δεν μπορούμε να παίξουμε σε τέτοιους χώρους, με τέτοιο κοινό και μέσα στις συνθήκες κρίσης.

Αν αύριο σκάσει και άλλο καζάνι έξω από τη ΛΑΡΚΟ, εμείς δεν μπορούμε, μόνοι μας, να πάμε απέξω να στήσουμε την παράσταση, παρόλο που θα το θέλαμε. Είναι μια πρόκληση που την αναλαμβάνουμε. Η Αριστερά και τα συνδικάτα την αναλαμβάνουν όμως; Όταν κάναμε πρόβες για το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, το 2008, έγινε μια μεγάλη έκρηξη στο Πέραμα, σε ένα γκαζάδικο και σκοτώθηκαν οχτώ εργάτες σε ένα αμπάρι. Θέλαμε να κάνουμε μια παράσταση  στο Πέραμα με το Μανιφέστο, αλλά ήταν σχεδόν αδύνατον. Αν δεν είσαι σε έναν χώρο λίγο ή πολύ κοντινό στο συνδικάτο –το συγκεκριμένο ελέγχεται από το ΚΚΕ–, δεν θα σε αφήσουν να μπεις. Και τόσο τα συνδικάτα όσο και τα κόμματα δεν καταλαβαίνουν πως η αισθητική, η τέχνη, δεν είναι το κερασάκι στην τούρτα, αλλά η ουσία, το κουκούτσι της πολιτικής ουσίας. Προτιμούν προφανώς τις προκηρύξεις, που δεν τις διαβάζει πια κανείς, ή τις τηλεοπτικές ανακοινώσεις, γιατί αυτά τα πράγματα τα ελέγχουν, ακόμα κι αν είναι διατυπωμένα σε έναν λόγο που δεν λέει απολύτως τίποτα.

Θα σου πω κάτι ακόμα πολύ χαρακτηριστικό για τη στάση των συνδικάτων. Στην αρχή απευθύνθηκα στη ΓΣΕΕ, ζητώντας  έναν κατάλογο με τα εργατικά ατυχήματα των τελευταίων χρόνων, με ημερομηνίες, ονόματα, τόπους κλπ. Το μόνο που είχαν –γιατί δεν νομίζω ότι τα είχαν και δεν ήθελαν να μου τα δώσουν– ήταν τα στατιστικά της Επιθεώρησης Εργασίας. Το ίδιο και στο Ινστιτούτο Ασφάλειας και Υγιεινής για την Εργασία. Κατέληξα λοιπόν στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπου είχαν τα στοιχεία που ήθελα, αλλά αρνήθηκαν να τα δώσουν με το επιχείρημα ότι πρόκειται για «προσωπικά δεδομένα». Έτσι, στο τέλος, ψάχνοντας ηλεκτρονικά, αποδελτίωσα την Αυγή και τον Ριζοσπάστη των τελευταίων δυόμισι χρόνων και έφτιαξα τον κατάλογο που χρειαζόμασταν. Αλλά τι είδους συνδικαλισμός είναι αυτός που δεν έχει αποδελτιωμένα τα ατυχήματα; Με τι ακριβώς περνάνε την ώρα αυτός στην ΓΣΕΕ;

Τι είναι αυτός ο κατάλογος;

Είναι η βάση της παράστασης. Ένας κατάλογος ατυχημάτων με βάση τα δημοσιεύματα της Αυγής και του Ριζοσπάστη, από το 2008 μέχρι το καλοκαίρι του 2010: όνομα, ημερομηνία, ηλικία, επάγγελμα, τόπος,  εταιρεία (τις κατονομάζουμε), τα ονόματα των εργοστασίων, των υπεργολάβων και η κατάληξη του ατυχήματος. Υπάρχει μια μεγάλη έλλειψη στον κατάλογο, που δεν μπορέσαμε να την καλύψουμε: οι τραυματισμοί. Οι τραυματισμοί γράφονται πολύ λιγότερο στις εφημερίδες. Μοιάζει λοιπόν, και στον κατάλογό μας, σαν να είναι ελάχιστοι οι τραυματισμοί, πράγμα βέβαια που δεν είναι αλήθεια.

Κάθε εγγραφή είναι και μια μικρή ιστορία, που ανακινεί ερωτήματα. Μια κατασκευαστική, π.χ.,  έχει ένα θανατηφόρο ατύχημα κάθε τετράμηνο, σε έργα του δημοσίου. Ερώτηση κρίσεως: τα μέτρα ασφάλειας και τα ποσοστά ατυχημάτων μιας εταιρείας δεν είναι μια από τις παραμέτρους που λαμβάνονται υπόψη στους μειοδοτικούς διαγωνισμούς; Προφανώς όχι! Αλλά αν είναι πιο φτηνή ή όχι μια εταιρεία σε έναν τέτοιο διαγωνισμό, προφανώς έχει σχέση και με τα μέτρα ασφαλείας που παίρνει, έτσι δεν είναι;

Άλλο ερώτημα: Γιατί η Κως και η Κρήτη έχουν τόσο πολλά ατυχήματα; Και δεν πρόκειται για κάποιες ιδιαιτέρως βιομηχανικές περιοχές… Κι ακόμα: Πόσο επικίνδυνο είναι να κατασκευάζεις στρώματα; Φανταζόμουν όχι πολύ. Αλλά, μέσα σε δύο χρόνια, υπάρχει μια βιομηχανία στρωμάτων, στην οποία έχουν καεί δύο άνθρωποι σε δύο χωριστές πυρκαγιές. Είναι φυσιολογικό; Στα εργοστάσια ξυλείας υποθέτω ότι υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ατυχημάτων στα χέρια. Γιατί όμως έχουμε ειδικά μία βιομηχανία με  τρία ατυχήματα μέσα σε δύο χρόνια, ενώ σε άλλες δεν έχουν συμβεί;

Προφανώς, ατυχήματα θα υπάρχουν πάντα. Η έννοια του ατυχήματος είναι, υποθέτω, σύμφυτη με την έννοια της ζωής. Αλλά το θέμα είναι τι κάνεις, τι μέτρα παίρνεις. Και υπάρχουν ορισμένα ατυχήματα που είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένα.

Και, όπως μου έλεγες πριν, ένα άλλο θέμα που ανακύπτει από τον κατάλογο αυτό είναι  οι ανώνυμοι…

Υπάρχουν δημοσιεύματα που δίνουν το όνομα του νεκρού ή του τραυματισμένου. Αλλά, σε πάρα πολλά, εντυπωσιακά πολλά, οι νεκροί ή οι τραυματίες είναι ανώνυμοι. Στην αρχή, όταν συγκέντρωνα τα στοιχεία –γιατί όλοι έχουμε την τάση να σκεφτόμαστε με κλισέ–, νόμιζα ότι οι ανώνυμοι είναι μετανάστες. Προφανώς, πολλοί των οποίων το όνομα δεν αναφέρεται είναι ξένοι: «Ιρανός εργάτης», «Αλβανός οικοδόμος». Αλλά πολλοί είναι και Έλληνες: «το παλικάρι από τη Λάρισα θρηνεί η τοπική κοινωνία…». Πώς,  με ποια κριτήρια, ο ένας άνθρωπος αναφέρεται με το όνομά του και ο άλλος χωρίς όνομα; Πότε δικαιούται κάποιος να έχει όνομα και πότε, ακόμα και για τους αριστερούς, ένας άνθρωπος είναι απλώς μια επικολυρική κοινοτοπία του είδους «άλλος ένας εργάτης, πατέρας τριών ανήλικων παιδιών, νεκρός στον βωμό του κέρδους»;

Το καλοκαίρι του 2009, σε ένα ατύχημα στην Κοζάνη σκοτώθηκε μια εργάτρια. Έγινε μεγάλο θέμα, έκανε  ανακοίνωση ο Παπακωνσταντίνου (τότε κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ), κατέθεσε ερώτηση ο Κουβέλης (τότε κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ) στη Βουλή. Μου πήρε έξι μήνες για να βρω το όνομά της: την έλεγαν Βίκη Γκατσούφα. Κι ακόμα δεν είμαι σίγουρη για το μικρό της, αν είναι Βίκη ή Βάγια. Μετά το ατύχημα, υπήρχαν καταγγελίες για τις άθλιες συνθήκες στο εργοστάσιο που δημοσιεύτηκαν στον Ριζοσπάστη, αναδημοσιεύτηκαν στο Indymedia, μετά δημοσιεύτηκαν απαντήσεις εργαζομένων ότι δεν είναι ακριβώς έτσι, ανταπαντήσεις άλλων εργαζομένων ότι όντως είναι φρικτές οι συνθήκες… Πέρασε μια βδομάδα, και μετά η απόλυτη σιωπή. Κανείς δεν ξαναασχολήθηκε. Και αναρωτιέμαι: Πώς δουλεύει τελικά αυτό το εργοστάσιο; Ποια είναι η αλήθεια; Πόσο μακριά, εν τέλει, είναι η Κοζάνη;

Σε ποια κείμενα βασίζεται η παράσταση;

Ο κατάλογος με τα εργατικά ατυχήματα είναι η βάση, το ηχητικό χαλί που ενορχηστρώθηκε κατά κάποιον τρόπο, ώστε πάνω του να γίνονται δράσεις. Κάποια στιγμή μάς χρειάστηκε κάτι που να έχει πιο γερή φόρμα να πατήσουμε, και χρησιμοποίησα το τραγούδι του «Γιοφυριού της Άρτας». Λέει κάπου (όχι στην εκδοχή του Νικολάου Πολίτη, από μια τραγουδισμένη παραλλαγή): «Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει» και προσδιορίζει: «Ούτ’ ορφανό, ούτε φτωχό, ούτ’ απ’ τα ξένα ξένον» —  από εκεί βγαίνει και ο τίτλος της παράστασης. Υπάρχουν ακόμα δύο μικρές αφηγήσεις για το ατύχημα του Περάματος το 2008 και τα ατυχήματα της ΛΑΡΚΟ το 2009.

Αλλά το «Γιοφύρι της Άρτας» μας έδωσε, εκτός από την φόρμα του, και μια άλλη διάσταση για να κατανοήσουμε την δική μας θέση απέναντι στο εργατικό ατύχημα. Ένα γεφύρι ενώνει τους ανθρώπους, επιτρέπει την επαφή, την επικοινωνία, αλλά επιτρέπει και το εμπόριο, άρα το κέρδος. Όλες οι κοινωνίες ξέρουν ότι υπάρχει και το κέρδος· καμιά κοινωνία δεν είναι αθώα. Απλώς οι κοινωνίες του «γεφυριού», οι «προκαπιταλιστικές» κοινωνίες, ξέρουν ότι και το κέρδος έχει κόστος. Για να βγάλεις κέρδος πρέπει να θυσιάσεις κάτι πολύτιμο. Σήμερα ζούμε σε κοινωνίες όπου πληρώνουμε όσο γίνεται λιγότερο για το κέρδος. Εμείς, στα γεφύρια μας, χτίζουμε τον φτωχό, τον ορφανό και τον ξένο. Αυτόν για τον οποίο δεν θα μας ζητήσει κανείς λογαριασμό, που δεν μας πονάει, τον  απροστάτευτο.

Το «γεφύρι» παίζει ένα κρίσιμο ρόλο στην παράσταση: Επειδή δεν μπορούμε να παραστήσουμε τους εργάτες –ακόμα και αν κάποιοι από τους ηθοποιούς, όπως πολλά αγόρια στην Ελλάδα, έχουν δουλέψει και λίγο οικοδομή!– το «γεφύρι» μάς προσφέρει το σημείο από το οποίο κοιτάζουμε τα πράγματα. Η Γυναίκα του Πρωτομάστορα καταριέται την ώρα που τη χτίζουν: «ως τρέμει το καρυόφυλλο να τρέμει το γεφύρι, κι ως τρέμουν τα δεντρόφυλλα να τρέμουν οι διαβάτες»· εμείς είμαστε οι διαβάτες. Κάθε μέρα περνάμε το «γεφύρι», μπαίνουμε λ.χ. στο «Ελευθέριος Βενιζέλος», στο τάδε κτίριο. Κι αν τρέμει, τι θα γίνει; Αυτό είναι το ερώτημα.

Μπορείς ίσως να πεις «δεν με αφορά, επειδή δεν ξέρω κανέναν από τη ΛΑΡΚΟ», «δεν θα μπω στο αμπάρι για να καθαρίσω το γκαζάδικο», σε αφορά όμως το αποτέλεσμα. Δέχεσαι όμως να αποκομίσεις, έστω εμμέσως, οφέλη από αυτήν τη φτηνή εργασία; Δέχεσαι να περνάς ως διαβάτης από στοιχειωμένα πεζοδρόμια, από κτίρια στα οποία έχουν χτιστεί άνθρωποι, χωρίς αυτό να σημαίνει για σένα τίποτα; Προφανώς δεν είμαστε όλοι το ίδιο υπεύθυνοι, αυτοί που δεν παίρνουν μέτρα έχουν πολλαπλάσια ευθύνη, αλλά και ο διαβάτης δεν είναι αθώος. Δεν είναι θέμα ενοχής, αλλά ευθύνης: τι μας αφορά και τι όχι.

Τι είναι αυτό που επιδιώκεις με την παράσταση;

Καταρχάς την ευθύνη· την αίσθηση πως ο διαβάτης δεν είναι άσχετος, πως σε μια κοινωνία δεν υπάρχουν μόνο ένοχοι και αθώοι, υπάρχουν και οι υπεύθυνοι, αυτοί που αναλαμβάνουν την ανθρώπινη ευθύνη της συνείδησης. Θα ήθελα όμως, και αισθητικά, να φαίνεται η σχέση με όλη την παράδοση της «αγκίτ προπ» και της θεατρικής πρωτοπορίας. Γιατί με ενδιαφέρει όχι μόνο το περιεχόμενο, αλλά και η αισθητική μορφή: το τι λες έχει απόλυτη σχέση με τον τρόπο που το λες. Δεν με ενδιαφέρει απλώς μια προκήρυξη.  Και όταν περνάς και μια πιο επεξεργασμένη φόρμα –το «Γιοφύρι» βοήθησε πάρα πολύ σε αυτό–, φτάνεις και σε πιο επεξεργασμένους στόχους. Δεν σκέφτεσαι μόνο πόσο κακό είναι που γίνονται ατυχήματα, αρχίζεις και βλέπεις διαφορετικά την εμπλοκή σου μέσα σε αυτό.

Βρίσκω λοιπόν –όπως και στο Μανιφέστο, πριν από δύο χρόνια –ότι το θέμα έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, ενώ ταυτόχρονα σου δίνει τη δυνατότητα να διερευνήσεις και σκηνοθετικά όρια και υποκριτικά όρια και αισθητικά όρια, με την έννοια του πώς συναρμόζεις αισθητικές με νοήματα.

***

Μια σκηνή

Υπάρχει μια σκηνή με γάζες όπου ο ένας τυλίγει τα χέρια του άλλου, με τις  γάζες να λειτουργούν κάπως σαν ιμάντες… Προσπαθούσαμε να βρούμε μια κίνηση που κάνει ένας άνθρωπος κάθε μέρα, την πιο απλή καθημερινή κίνηση και καταλήξαμε στο γδύσιμο. Και καθώς βλέπεις ανθρώπους χωρίς χέρια να προσπαθούν να γδυθούν, ξαναβλέπεις από την αρχή την αριστερή «κοινοτοπία» ότι ο εργάτης είναι τα χέρια του, το μόνο που έχει να πουλήσει είναι τα χέρια του. Την ξαναβλέπεις από την αρχή, με έναν πολύ απτό τρόπο, εφιαλτικό. Γιατί αν δεν μπορείς να βγάλεις την μπλούζα σου ή τα παπούτσια σου, πολύ περισσότερο δεν μπορείς να  δουλέψεις, άρα δεν μπορείς πια να ζήσεις.

Οι φωτογραφίες, από τις πρόβες, είναι του Περικλή Αντωνίου


ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

«Ούτ’ ορφανό, ούτε φτωχό, ούτ’ απ’ τα ξένα ξένον». Ένα θέαμα για τα εργατικά ατυχήματα

Σκηνοθεσία-Δραματουργία: Έλενα Πατρικίου

Χορογραφία: Παναγιώτης Ανδρονικίδης

Φωτισμοί: Θόδωρος Μαργκάς

Παίζουν: Παναγιώτης Ανδρονικίδης, Βίκυ Βασιλοπούλου, Χαρά Γαλενιανού, Μπήλιω Καλιακάτσου, Σταύρος Κολοκούρης, Μάρα Λαγγουράνη, Λεωνίδας Παπαβασιλάκης, Αλφόνσο Τιάμπυ, Παναγιώτης Τσετσώνης

Η παράσταση γίνεται στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (Πειραιώς 256)

Διάρκεια: 25 Σεπτεμβρίου μέχρι και 3 Οκτωβρίου. Ώρα έναρξης: 21:00

Η είσοδος είναι ελεύθερη. Πληροφορίες και κρατήσεις θέσεων: 6947046861

3 σκέψεις σχετικά με το “«Ούτ’ ορφανό, ούτε φτωχό, ούτ’ απ’ τα ξένα ξένον»: Ένα θέαμα για τα εργατικά ατυχήματα

  1. Πίνγκμπακ: «Ούτ’ ορφανό, ούτε φτωχό, ούτ’ απ’ τα ξένα ξένον»: Ένα θέαμα για τα εργατικά ατυχήματα « Σχολιαστές Χωρίς Σύνορα

  2. Πίνγκμπακ: Θέατρο - Page 9

  3. Πίνγκμπακ: Easpemporiki

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s