Η επίδραση των «Οδηγιών του Φαράκου»:Μια περίπτωση αδιάκριτης γοητείας ή ένα υπερεκτιμημένο μέγεθος;

Standard

του Νίκου Παπαδογιάννη

Προεκλογική αφίσα, 1977

Έχουμε διανύσει σχεδόν τριάντα πέντε χρόνια από το καλοκαίρι του 1977, όταν κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Οδηγητής» το τευχίδιο που έφερε τον τίτλο Για την αγωνιστική ταξική πατριωτική διαπαιδαγώγηση της νεολαίας. Το τευχίδιο αυτό συχνά αναφέρεται στη δημόσια ιστορία και ως το «εγχειρίδιο του καλού Κνίτη» ή οι «Οδηγίες  του Φαράκου», του μέλους του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, το οποίο είχε συγγράψει μέρος του έργου αυτού. Για την ακρίβεια, περιλάμβανε τα υλικά της συνεδρίασης του Κεντρικού Συμβουλίου της ΚΝΕ με θέμα τη διαπαιδαγώγηση των νέων, πλατιά περίληψη της εισήγησης, το πλήρες κείμενο της διακήρυξης του Κ.Σ. και ομιλία του Γρηγόρη Φαράκου.  Το συγκεκριμένο έργο αναφερόταν συστηματικά στην επιθυμητή συμπεριφορά του μέλους/στελέχους της ΚΝΕ στο χώρο της εκπαίδευσης, της εργασίας, αλλά και στο πεδίο της οικογένειας και της σεξουαλικότητας, υποστηρίζοντας τις σταθερές, ετεροφυλοφιλικές σχέσεις που οδηγούν σε γάμο. Αρκετοί θεωρούν ότι αποτέλεσε σημείο αναφοράς για τα μέλη/στελέχη της ΚΝΕ στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, καθώς και βασικό μέσο προσαρμογής στα προωθούμενα από την οργάνωση πρότυπα συμπεριφοράς. Πλήθος τέτοιων αναλύσεων, οι οποίες συνήθως εκφράζουν ευρύτερους προβληματισμούς σχετικά με την έννοια και τα όρια της «μεταπολίτευσης», μπορούν να εντοπιστούν σε άρθρα εφημερίδων ή ιστολόγια.[1]

***

Στο άρθρο αυτό θα επιχειρήσω να ανασκευάσω εν μέρει αυτήν την αναπαράσταση. Θα εστιαστώ στο σκέλος του τευχιδίου περί σεξουαλικών σχέσεων των νέων και θα επιχειρηματολογήσω ότι πράγματι αυτό αναπαρήγαγε ορισμένα κυρίαρχα μοντέλα στην ελληνική κοινωνία της δεκαετίας του ’70. Όμως, οι υποδείξεις αυτές αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και μερικού επανακαθορισμού από τα μέλη/στελέχη της ΚΝΕ, διαδικασίες που αποκαλύπτονται, εάν εξετάσουμε συμπληρωματικά ένα πλήθος πηγών. Θα επικεντρωθώ στην πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης, δηλαδή από την πτώση της δικτατορίας το 1974 μέχρι την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981. Τα ερευνητικά δεδομένα προέρχονται από τη διδακτορική μου διατριβή που εξέτασε τις κομμουνιστικές οργανώσεις νεολαίας στην Ελλάδα και την πολιτικοποίηση της ψυχαγωγίας στην περίοδο 1974-1981.

Αριστερά και ηθική

Καταρχάς, πρέπει να καταστεί σαφές ότι η συγγραφή και κυκλοφορία των συγκεκριμένων υποδείξεων δεν αποτέλεσε προϊόν αποκλειστικά και μόνο της μεταπολιτευτικής περιόδου. Αντίθετα, πρέπει να τοποθετηθεί σε ένα ευρύτερο χρονολογικό πλαίσιο, που εκτείνεται τουλάχιστον από την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου. Οι αριστερές οργανώσεις στην Ελλάδα, τόσο κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου όσο και στη μετεμφυλιακή περίοδο προσπάθησαν να αντικρούσουν την κυρίαρχη αντικομμουνιστική ιδεολογία, βασική πτυχή της οποίας ήταν η αναπαράσταση των γυναικών, ανεξαρτήτως ηλικίας, που συμμετείχαν στην Αριστερά, ως «χαμηλής ηθικής υποστάθμης». Βασιζόμενη σε έναν αριστερό πατριωτικό λόγο στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, η ΕΔΑ και οι νεανικές οργανώσεις που συνδέονταν με αυτήν κατηγορούσαν τη Δεξιά ότι προωθούσε την «πολιτιστική εξάρτηση» της Ελλάδας από τις «ιμπεριαλιστικές δυνάμεις».

Στο πλαίσιο αυτό, της προσήπταν ότι συμμετείχε στη διάδοση του «Αμερικάνικου Τρόπου Ζωής», δηλαδή νέων μορφών νεανικής ψυχαγωγίας, όπως η ροκ εν ρολ μουσική, που εμφανίστηκαν στην Ελλάδα ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, και τις οποίες η Αριστερά συνέδεαν με τη λεγόμενη «σεξουαλική αποχαύνωση».[2] Με άλλα λόγια, η Αριστερά προωθούσε μια μορφή βιοπολιτικής, όπως προσδιορίστηκε από τον Μισέλ Φουκώ, η οποία ταύτιζε την «υγιή» σεξουαλικότητα με τις σταθερές ετεροφυλοφιλικές σχέσεις που καταλήγουν σε γάμο, πλαίσιο που επιχειρηματολογούσε ότι ο «Αμερικάνικος Τρόπος Ζωής» έθετε σε κίνδυνο. Ο στιγματισμός των εφήμερων προγαμιαίων σχέσεων δεν αποτελούσε, βέβαια, ιδιαιτερότητα της Αριστεράς, αλλά την κυρίαρχη αντίληψη τόσο στις αγροτικές, όσο και στις αστικές περιοχές στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Άλλωστε, και συντηρητικοί πολιτικοί και κοινωνικοί φορείς χαρακτήριζαν της προαναφερθείσες μορφές νεανικής διασκέδασης ως ένα «Δυτικό Τρόπο Ζωής» που «διαφθείρει» τους νέους και υπονομεύει τον θεσμό του γάμου και της οικογένειας. Δυστυχώς, η ιστορική έρευνα σχετικά με την εφαρμογή των προτύπων αυτών από τους νέους, αριστερούς και μη, τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, είναι εξαιρετικά περιορισμένη και δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα.

Μεταπολίτευση: Κανονιστικός λόγος και πρακτικές στην ΚΝΕ

Στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, η ΚΝΕ αναπαρήγαγε τις ταξινομήσεις των σεξουαλικών σχέσεων που είχαν υιοθετήσει οι αριστερές οργανώσεις στην Ελλάδα τις προηγούμενες δεκαετίες. Η χρήση του συγκεκριμένου κανονιστικού λόγου από την ΚΝΕ ενισχύθηκε από δυο παραμέτρους: η πρώτη αφορά τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968. Ο λόγος των νεανικών οργανώσεων του ΚΚΕ εσωτερικού και του ΚΚΕ συγκροτήθηκε συσχετιστικά: η ΚΝΕ θεωρούσε ότι τα μέλη του Ρήγα Φεραίου –και, αργότερα, τα μέλη της «Β΄ Πανελλαδικής» και αυτόνομων αριστερών οργανώσεων– πάσχουν από «σεξουαλική αποχαύνωση» και ότι συμμετέχουν σε «όργια», ενώ οι Ρηγάδες κατηγορούσαν την ΚΝΕ για «πουριτανισμό». Η ΚΝΕ, κατά συνέπεια, τόνιζε μια ηθική αυστηρότητα στο λόγο της σε μια σειρά ζητημάτων, ένα από τα οποία ήταν οι σεξουαλικές σχέσεις, ώστε να διαφοροποιείται σαφώς από τους συγκεκριμένους πολιτικούς της αντιπάλους.

Επιπλέον, στο λόγο της συγκεκριμένης οργάνωσης, το επιθυμητό μοντέλο οργάνωσης διαμεσολαβούνταν από τις αναπαραστάσεις της «υγιούς σεξουαλικότητας». Οι σταθερές ετεροφυλοφιλικές σχέσεις που οδηγούν σε γάμο προβάλλονταν ως συστατικό στοιχείο της πειθαρχημένης δράσης του μέλους/στελέχους. Παράλληλα, η έμφαση στο συγκεκριμένο πρότυπο σεξουαλικών σχέσεων στα επίσημα κείμενά της επηρεαζόταν, σε όλη τη διάρκεια της περιόδου από το 1974 ως το 1981, και από τον τρόπο με τον οποίο προσδιοριζόταν η «κομμουνιστική ηθική» σε αναλύσεις διανοουμένων και ανακοινώσεις κομμουνιστικών οργανώσεων των φιλοσοβιετικών καθεστώτων.

Όμως, το επίπεδο του κανονιστικού λόγου δεν πρέπει αναγκαστικά να συγχέεται και με αυτό των καθημερινών πρακτικών των μελών/στελεχών της ΚΝΕ. Το περιεχόμενο του τευχιδίου πράγματι επηρέασε ως ένα βαθμό τις σεξουαλικές σχέσεις τους, αναπαράγοντας τις κυρίαρχες νόρμες περί έμφυλων σχέσεων, ιδίως στο ζήτημα της ομοφυλοφιλίας, η οποία αποτελούσε και αιτία διαγραφής. Μάλιστα, οι νόρμες αυτές εγγράφονταν σε τέτοιο βαθμό στο αξιακό σύστημα των μελών/στελεχών της ΚΝΕ της εποχής αυτής, ώστε σε αρκετές περιπτώσεις οι διαγραφές για λόγους «διαφθοράς» δρομολογούνταν από καταγγελίες της βάσης, δηλαδή απλών μελών της οργάνωσης, και όχι από πρωτοβουλίες των μεσαίων και ανώτερων στελεχών. Βέβαια, η πιθανότητα ατελούς υλοποίησης του λόγου περί ηθικής κατά τη διαδικασία της συγκρότησης νεανικών ταυτοτήτων στο πλαίσιο της ΚΝΕ δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Παρόλο που τα μέλη/στελέχη της οργάνωσης θεωρούσαν ότι ο γάμος αποτελεί τη «φυσιολογική» και επιθυμητή κατάληξη των σεξουαλικών τους σχέσεων, δεν ήταν σπάνιο να συνάπτουν ασταθείς προγαμιαίες ετεροφυλοφιλικές σχέσεις, χωρίς να τους επιβάλλεται κάποια ποινή από την οργάνωση. Μάλιστα, οι εφήμερες σχέσεις αποτελούσαν άτυπα πηγή κύρους στα ετεροφυλόφιλα άρρενα στελέχη όχι μόνο της ΚΝΕ, αλλά των νεανικών κομμουνιστικών και σοσιαλιστικών οργανώσεων εν γένει στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο.

Ζητήματα μεθοδολογίας της έρευνας

Η σύναψη τέτοιων σχέσεων προκύπτει από δυο τύπους πηγών. Ο πρώτος είναι οι προφορικές μαρτυρίες τότε μελών της ΚΝΕ, τις οποίες συγκέντρωσα στο πλαίσιο της διδακτορικής μου διατριβής. Ακολούθησα τη λεγόμενη «μεταθετικιστική» προσέγγιση της προφορικής ιστορίας,[3] που αντιλαμβάνεται  τις προφορικές μαρτυρίες ως πολυεπίπεδες: σε αυτές εγγράφονται πολλαπλοί και συχνά αντιφατικοί τρόποι με τους οποίους οι αφηγητές βίωσαν τις κοινωνικές τους σχέσεις. Επιπλέον, οι προφορικές μαρτυρίες επηρεάζονται και από πιθανούς επαναπροσδιορισμούς στο πλαίσιο της μνήμης κάθε αφηγητή, με βάση το οποίο αυτός νοηματοδοτεί το παρελθόν του. Ως εκ τούτου, καθίστανται ακόμη περισσότερο πολυεπίπεδες, αντανακλώντας τη διαστρωματωμένη μνήμη του αφηγητή, που εκφράζει συναισθήματα που αυτός βίωσε στην περίοδο υπό εξέταση, τα οποία όμως συνυφαίνονται με τις μετέπειτα εμπειρίες του, όπως έχει αναδείξει στην έρευνά της και η Ρίκη βαν Μπούσχοτεν.[4] Επομένως, μια μεταθετικιστική μεθοδολογία στο χώρο της προφορικής ιστορίας προσπαθεί να αποδώσει ανάγλυφα όλες αυτές τις αντιφάσεις, εξετάζοντας τόσο το περιεχόμενο όσο και τις αφηγηματικές δομές των μαρτυριών, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη το επικοινωνιακό πλαίσιο στο οποίο πραγματοποιείται η συνέντευξη και, ιδίως, τη σχέση αφηγητή-προφορικού ιστορικού. Κινούμενος σε αυτή την κατεύθυνση, δεν επιχείρησα να υπολογίσω τη συχνότητα των σεξουαλικών επαφών των αφηγητών με βάση τις μαρτυρίες τους. Αντίθετα, με ενδιέφερε ο τρόπος με τον οποίο αναπαριστούσαν τις σεξουαλικές τους σχέσεις ως οργανωμένων στην ΚΝΕ την περίοδο 1974-1981.

Οι μαρτυρίες μιας σειράς μελών και στελεχών που σπούδασαν ή εργάστηκαν στα μεγάλα αστικά κέντρα την περίοδο 1974-1981 αναπαράγουν από τη μια την επιφυλακτικότητα έως και απόρριψη της ομοφυλοφιλίας, αλλά από την άλλη προσδιορίζουν τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης ως μια εμπειρία «σεξουαλικής ελευθερίας», δηλαδή φλερτ και συχνά προγαμιαίων σεξουαλικών σχέσεων. Ενώ υπήρξαν αρκετές αναφορές σε διαγραφές για λόγους «ανηθικότητας»/«διαφθοράς», που σχετίζονταν είτε με ομοφυλοφιλία είτε με εξωσυζυγικές σχέσεις, δεν εντόπισα μνεία σε διαγραφή για λόγους σύναψης εφήμερων προγαμιαίων ετεροφυλοφιλικών σχέσεων. Αντίθετα, ακόμη και τότε μέλη της ΚΝΕ που σήμερα ανήκουν σε πολιτικούς φορείς που είναι αντίπαλοι του ΚΚΕ και που σε πολλά σημεία η αφήγησή τους για την ένταξή τους στη συγκεκριμένη οργάνωση γίνεται με μελανά χρώματα, ανέφεραν ότι ανέπτυσσαν τέτοιου τύπου σχέσεις, σε αρκετές περιπτώσεις εν γνώσει των ανώτερων στελεχών. Το ίδιο πλαίσιο μνήμης εντόπισα και σε συνεντεύξεις τότε μελών/στελεχών της ΚΝΕ που εξακολουθούν να ανήκουν στο ΚΚΕ: ιδίως σε περιπτώσεις που πρόκειται για γονείς προσωπικών μου φίλων, οι αφηγητές ανέφεραν –σε κάποιες περιπτώσεις χαμηλόφωνα– ότι τα επίσημα κείμενα της οργάνωσης περιείχαν «υπερβολές» στη ρύθμιση των σεξουαλικών σχέσεων των οργανωμένων στην ΚΝΕ νέων, τις οποίες συχνά δεν λάμβαναν υπόψη. Η οικειότητα επέτρεψε να αναδειχθούν προβληματισμοί τους που ως μέλη/στελέχη της ΚΝΕ είχαν βιώσει πιθανότατα ήδη από την περίοδο 1974-1981.

Η συγκεκριμένη υπόθεση ενισχύεται και από γραπτές μαρτυρίες: σε γράμματα που απέστελλαν στο Αντί και σε άλλα αριστερά περιοδικά μέλη και στελέχη της ΚΝΕ που είχαν διαγραφεί για ποικίλους λόγους στα μέσα και στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ενώ γινόταν αναφορά στον «ηθικό πουριτανισμό» της οργάνωσης, αυτή σπάνια συσχετιζόταν με παρεμπόδιση ασταθών προγαμιαίων ετεροφυλοφιλικών σχέσεων. Ενδεικτικά, σε κείμενο στον Θούριο, την εφημερίδα του Ρήγα Φεραίου, που υπογραφόταν από τον «Κώστα», σπουδαστή και πρώην μέλος της ΚΝΕ, αναφερόταν ότι ήταν περιορισμένος ο αριθμός των «κομματικών» που παρότρυναν τα μέλη της ΚΝΕ να μην αλλάζουν τις γυναίκες «σαν πουκάμισα». [5]

Επιπλέον, ο κανονιστικός λόγος της ΚΝΕ δεν παρέμεινε στατικός σε όλη την περίοδο από το 1974 έως το 1981· επομένως, δεν εκφράζεται απόλυτα από το συγκεκριμένο τευχίδιο. Μια προσεκτική μελέτη σε μια ευρεία γκάμα γραπτών πηγών, όπως η αρθρογραφία στη Σύγχρονη Γυναίκα, το περιοδικό της ΟΓΕ (Ομοσπονδίας Γυναικών Ελλάδας), οργάνωσης που πρόσκειται στο ΚΚΕ και την ΚΝΕ, δείχνει έναν μερικό επανακαθορισμό προς τα τέλη της δεκαετίας, κυρίως ως απάντηση στη διάδοση του δεύτερου κύματος του φεμινισμού στην Ελλάδα.

Η ΚΝΕ και το ΚΚΕ κατήγγελλαν το δεύτερο κύμα του φεμινισμού ότι αποσυνέδεε την «απελευθέρωση της γυναίκας» από την «πάλη των τάξεων», υποβαθμίζοντας τη «βασική» αντίθεση στον καπιταλισμό ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία.[6] Παρ’ όλα αυτά, ζητήματα όπως τα αντισυλληπτικά χάπια, τη χρήση των οποίων προωθούσαν οι φεμινίστριες στην Ελλάδα, άρχισαν να εμφανίζονται, ίσως για πρώτη φορά, αν και με αρκετή επιφύλαξη, στα περιοδικά τους.[7] Επιπλέον, η ΚΝΕ υιοθέτησε –σε περιορισμένη έκταση, βέβαια– μια μορφή κειμένου που παρουσιάστηκε σε έντυπα του Ρήγα Φεραίου και ορισμένων φεμινιστικών ομάδων αυτή την περίοδο: πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις που αναφέρονταν σε φλερτ και, σε σπανιότερες περιπτώσεις, σε σεξουαλικές εμπειρίες. Μέχρι τότε, τα κείμενα της ΚΝΕ γράφονταν κατά κανόνα σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, προκειμένου να τονίσουν το στοιχείο της συλλογικότητας. Βέβαια, στην περίπτωση του επίσημου λόγου της ΚΝΕ, ο επανακαθορισμός αυτός δεν σήμανε και την εγκατάλειψη του κανονιστικού πλαισίου των σταθερών ετεροφυλοφιλικών σχέσεων: αντίθετα, οι αφηγητές παρουσίαζαν το φλερτ τους να καταλήγει σε γάμο και στηλίτευαν άλλους νέους που δεν ακολουθούσαν την ίδια κατεύθυνση.[8]

***

Εν συντομία, η σεξουαλικότητα ως κατηγορία στα επίσημα κείμενα της ΚΝΕ κατά τη διάρκεια της περιόδου 1974-1981, δομήθηκε με βάση έναν κανονιστικό λόγο, ο οποίος διατυπώθηκε με ενάργεια στο τευχίδιο που κυκλοφόρησε η οργάνωση το 1977. Ο λόγος αυτός αναπαρήγαγε έμφυλες ιεραρχίες και αποκλεισμούς από τη μια και στιγμάτιζε τις σεξουαλικές πρακτικές, οι οποίες δεν ήταν σταθερές και ετεροφυλοφιλικές. Όμως, η ατελής υλοποίηση του λόγου αυτού, καθώς και η μερική και πολύ δειλή αναπλαισίωση του από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, αποτελούν παραμέτρους που πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη.

Ο Νίκος Παπαδογιάννης είναι διδάκτορας Σύγχρονης Ευρωπαϊκής Ιστορίας, Πανεπιστήμιο του Cambridge.


Σημειώσεις

1. Ενδεικτικά: Ηλίας Κανέλλης, «Από την ΚΝΕ του ’70 στο ΠΑΜΕ του 21ου αιώνα…», Τα Νέα 8.5.2010· Ο Ιός, «Ο πουριτανισμός της προόδου», Ελευθεροτυπία, 15.6.1997.

2. Efi Avdela, ‘“Corrupting and Uncontrollable Activities’: Moral Panic about Youth in Post-Civil-War Greece”, Journal of Contemporary History, τόμ. 43/1 (2008), σ. 25-44· Κώστας Κατσάπης, Ήχοι και απόηχοι: Κοινωνική ιστορία του ροκ εν ρολ φαινομένου στην Ελλάδα, 1956-1967, ΙΑΕΝ, Αθήνα 2007.

3. Βλ. Luisa Passerini, Autobiography of a Generation: Italy, 1968, Middletown 1996· της ίδιας, Fascism in Popular Memory: the Cultural Experience of the Turin Working Class, Καίμπριτζ-Παρίσι 1986; Alessandro Portelli, The Battle of Valle Giulia: Oral History and the Art of Dialogue, Μάντισον-Λονδίνο 1997.

4. Ρίκη βαν Μπούσχοτεν, Ανάποδα χρόνια: συλλογική μνήμη και ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (1900-1950), Αθήνα 1997.

5. «Πολιτικές νεολαίες, αποχωρήσεις», Θούριος, 17 Σεπτέμβρη 1981, σ. 18.

6. Ενδεικτικά: Αλέκα Παπαρήγα, Για την απελευθέρωση της γυναίκας, Αθήνα 1981. Βλ. και το φυλλάδιο της φοιτητικής παράταξης της ΚΝΕ, της ΠΣΚ, με τίτλο Η Πανσπουδαστική Κ.Σ. καλεί τις φοιτήτριες, 1979.

7. Ενδεικτικά: «Το αντισυλληπτικό χάπι», Σύγχρονη Γυναίκα, Μάης-Ιούνης 1979, σ. 16-18.

8. «“Καταφύγιο” ή πλευρά της κοινωνικής ζωής;», Οδηγητής, 8 Αυγούστου 1980, σ. 16-17· «Τα νέα ζευγάρια σήμερα», Σύγχρονη Γυναίκα, Γενάρης-Φλεβάρης 1980, σ. 14-15.

5 σκέψεις σχετικά με το “Η επίδραση των «Οδηγιών του Φαράκου»:Μια περίπτωση αδιάκριτης γοητείας ή ένα υπερεκτιμημένο μέγεθος;

  1. Πίνγκμπακ: Ο σεξουαλικος συντηρητισμος της ΚΝΕ « Vanessa111's Weblog

  2. Πίνγκμπακ: Για την αγωνιστική ταξική πατριωτική διαπαιδαγώγηση της νεολαίας. ΚΣ της ΚΝΕ 1977 « Κανάλι

  3. Πίνγκμπακ: Εγχειρίδιο του Καλού ΚΝιτη (β’ έκδοση) | Επισκιασις

  4. Πίνγκμπακ: ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΝΙΤΗ !!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s