Ώστε όλοι μαζί τα φάγαμε;

Standard

OI ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ


του Νίκου Σαραντάκου

Τζωρτζ Γκρος, «Από τη ζωή ενός σοσιαλιστή». Από το λεύκωμα «Το πρόσωπο της άρχουσας τάξης», Βερολίνο 1921

Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, «όλοι μαζί τα φάγαμε τα λεφτά». Η δήλωση προκάλεσε, φυσικά, κατακραυγή, και για να τα συμμαζέψει ο κ. Πάγκαλος έδωσε νέα συνέντευξη στην οποία περίπου προανήγγειλε απολύσεις «άχρηστων» δημόσιων υπαλλήλων. Κάποιοι αποκάλεσαν κυνικές τις παγκαλικές δηλώσεις, χαρακτηρισμό που τον θεωρώ ενμέρει άστοχο, διότι ναι μεν ο κυνικός χαρακτηρίζεται από απόλυτη έλλειψη ευαισθησίας, κάτι που ταιριάζει γάντι στον συγκεκριμένο πολιτικό, όμως συχνά θεωρείται ότι λέει, έστω ωμά, αλήθειες — και μόνο αλήθεια δεν είναι η δήλωση ότι «όλοι μαζί τα φάγαμε», εκτός βέβαια αν ο κ. Πάγκαλος εννοεί ως υποκείμενο του φαγοποτιού τα στελέχη των δυο μεγάλων κομμάτων.

***

Όμως σ’ αυτήν εδώ τη στήλη, το έχω ξαναπεί, λεξιλογούμε. Για τον κ. Πάγκαλο έχουν ήδη γραφτεί πολλά και εύστοχα, εδώ θα δούμε μερικά λεξιλογικά του φαγητού, αν και όχι όλα διότι θα θέλαμε ολόκληρες σελίδες.  Θα ξεκινήσουμε από το ρήμα, «τρώω», μια λέξη που είναι μαζί μας από την αρχαιότητα, αν και οι αρχαίοι μας πρόγονοι όταν έτρωγαν συνήθως δεν έτρωγαν. Θέλω να πω, το κατεξοχήν ρήμα που χρησιμοποιούσαν δεν ήταν το τρώγω, αλλά το εσθίω, που από τον επικό του τύπο, έδω, έχουν επιβιώσει μερικές λέξεις που τις λέμε και σήμερα, όπως το έδεσμα, κανονικά το φαγητό, αλλά στη γλώσσα της γκλαμουράτης δημοσιογραφίας χρησιμοποιείται φυσικά μόνο για υποτίθεται εκλεκτά και ασφαλώς πανάκριβα φαγητά. Από εκεί και η ξεχασμένη εδωδή, δηλαδή η τροφή, και ο εδώδιμος, δηλαδή ο φαγώσιμος, που επίσης έχει επιβιώσει ως τα σήμερα — αν και κάποτε μερικοί τον μπερδεύουν, όπως ο αξιότιμος κ. Καρατζαφέρης, που είχε δηλώσει πριν από μερικά χρόνια πως οι άγνωστοι που έριξαν ρουκέτα στην αμερικάνικη πρεσβεία «δεν είναι εδώδιμοι» εννοώντας ότι είναι ξένοι, δεν είναι από εδώ! Αλλά πλατειάζω.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η πτώση του υπαρκτού (νεο)φιλελευθερισμού

Standard

του Στάθη Στασινού

Πριν δύο χρόνια, και η τελευταία μαζορέτα του (νεο)φιλελευθερισμού καταλάβαινε πως το πάρτυ τελείωσε και άρχισε να κατευθύνεται προς τα αποδυτήρια ντροπιασμένη, με τα πον-πον να σέρνονται στη λάσπη. Τραπεζίτες έσκυβαν το κεφάλι ζητώντας συγγνώμη από το κοινό και –η μεγαλύτερη προσβόλα όλων– μια κεϋνσιανή οικονομολόγος («η κυρία Κρούγκμαν»·βλ. http://www.youtube.com/watch?v=pWTyU_pbFGM)[1] πήρε το Νόμπελ Οικονομίας.

Γκέοργκ Τάππερτ, «Καν-καν», 1911

Σήμερα, και σχεδόν τρία χρόνια μέσα στην κρίση, οι τραπεζίτες ελέγχουν ξανά το παιχνίδι ολοκληρωτικά, ο νεοφιλελευθερισμός κηρύττει πως η μόνη οδός της σωτηρίας των ψυχών είναι ακόμα περισσότερος μονεταρισμός, φτώχεια και αντιθέσεις, και «η κα Κρούγκμαν» συνεχίζει να θεωρείται κάτι λίγο περισσότερο από τον τρελό του χωριού. Πώς στο διάολο φτάσαμε ως εδώ;

Ο σοσιαλισμός των πλουσίων

Παρά τη νεοφιλελεύθερη μάντρα, όλες οι κυβερνήσεις ήξεραν πως στις περιόδους ύφεσης το κράτος πρέπει να βοηθά την οικονομία να ορθοποδήσει. Ας το θεωρήσουμε ως το καντηλάκι του κεϋνσιανισμού, που άναβε ακόμα και στα πιο σκοτεινά χρόνια. Ένας μικρός πόλεμος από εδώ, μερικές επιδοτήσεις, λίγα βιοκαύσιμα παραπέρα, σημασία έχει να ρίξεις χρήμα στην αγορά, μαζί με ένα γενναίο πασπάλισμα χαμηλότοκων δανείων.

Δεν είναι παράλογο πως κι αυτή τη φορά οι κυβερνήσεις αποφάσισαν να απαντήσουν με τα ίδια «κεϋνσιανά» όπλα. Το μόνο που έλειπε από τη συνταγή ήταν τα νέα δάνεια, καθώς η κρίση ξεκίνησε από τον υπερβολικό και αλόγιστο δανεισμό των τραπεζών. Τι συνέβη και δεν έδεσε το γλυκό; Ο ημι-κεϋνσιανισμός που ακολουθήθηκε δεν ήταν απαραίτητα η σωστή απάντηση στην κρίση και, σαν να μην έφτανε αυτό, η οικονομική ελίτ τον έκοψε και έραψε στα μέτρα της, καθιστώντας τον μια ακόμα λέξη κενή περιεχομένου (σαν τον σοσιαλισμό). Ας δούμε δυο-τρία βασικά προβλήματα.

Συνέχεια ανάγνωσης

Οικονομική κρίση και κατανομή βαρών: η γερμανική εμπειρία στο Μεσοπόλεμο

Standard

του Αλέξανδρου Κεσσόπουλου

«Επί τη βάσει του Συντάγματος». Χαρακτικό του Καρλ Ρέσινγκ, από το λεύκωμα «Η προκατάληψή μου ενάντια στην εποχή μας», Βερολίνο 1932

Μετά το κραχ του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης τον Οκτώβριο του 1929, οι αντοχές της γερμανικής οικονομίας δοκιμάστηκαν, καθώς η κρίση, η οποία έγινε αισθητή και στην Ευρώπη, έπληξε κυρίως τη Γερμανία, που επιβαρυνόταν επιπρόσθετα και με την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεων στους νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η πολιτική αποσταθεροποίηση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’30 παρουσιάζει στις μέρες μας ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού προκλήθηκε αφενός από μια κρίση δανεισμού και αφετέρου από τους ιδιαίτερα επαχθείς όρους των διεθνών συμβάσεων, τις οποίες αναγκαζόταν να συνάπτει το γερμανικό κράτος. Όπως είναι λοιπόν προφανές, το γερμανικό πολιτικό σύστημα βρέθηκε αντιμέτωπο με προκλήσεις που παρουσιάζουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά με τις αντίστοιχες σημερινές της ελληνικής περίπτωσης. Υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υποπέσει κανείς στο λάθος να προχωρήσει σε ευθείες αναγωγές και απλοϊκές συγκρίσεις δύο πολύ διαφορετικών συγκυριών, είναι χρήσιμο να εξετασθούν τόσο τα διλήμματα, που τέθηκαν στις πολιτικές δυνάμεις της Γερμανίας κατά τον Μεσοπόλεμο, όσο και οι μεταξύ τους συγκρούσεις, οι οποίες προήλθαν από τις διαφορετικές λύσεις που υποστήριζε καθεμιά από αυτές.[1]

Κρίση δανεισμού και ανάγκη εξυγίανσης της οικονομίας

Είναι αξιοσημείωτο ότι η εταιρεία Goldman Sachs Trading Company ήταν μια από τις κυρίως υπεύθυνες για την κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος στις ΗΠΑ, αφού η τιμή των μετοχών της παρουσίασε ραγδαία πτώση. Ένα από τα αποτελέσματα του πανικού που προκλήθηκε ήταν η απαίτηση των αμερικανικών τραπεζών να τους επιστραφούν αμέσως τα βραχυπρόθεσμα δάνεια που είχαν συνάψει με Ευρωπαίους, καθώς αντιμετώπιζαν σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας. Υπ’ αυτές τις συνθήκες ο Hjalmar Schacht, διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της χώρας (Reichsbank), προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει το γερμανικό κράτος να δανειστεί, εφόσον όμως αυτό προχωρούσε σε μια εκτεταμένη «εξυγίανση» της εθνικής οικονομίας. Ο σοσιαλδημοκράτης υπουργός Οικονομικών, Rudolf Hilfreding, προέβη πράγματι στην κατάρτιση ενός νομοσχεδίου, το οποίο προέβλεπε τη μείωση των άμεσων φόρων και την αύξηση των έμμεσων φόρων του καπνού και της μπύρας. Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε τον Δεκέμβριο του 1929, παρά τις έντονες αντιδράσεις της κοινοβουλευτικής ομάδας των σοσιαλδημοκρατών (SPD), καθώς είχε αποσπάσει τη σύμφωνη γνώμη ακόμη και του πιο δεξιού κόμματος του κυβερνητικού συνασπισμού, του Γερμανικού Λαϊκού Κόμματος (Deutsche Volkspartei).

Συνέχεια ανάγνωσης

Η αναδιάρθρωση του εξωτερικού χρέους της Ελλάδας υπό το φως της διεθνούς πρακτικής

Standard

του Αντώνη Μπρεδήμα

Ντιέγκο Ριβιέρα, «Ναύτης παίρνει πρωινό», 1914

Η εφαρμογή των όρων του Μνημονίου, παράλληλα με την καταρράκωση της οικονομικής θέσης ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων –σίγουρα, εξαιτίας και αυτού– φαίνεται να μην οδηγεί στα προβλεπόμενα από το Μνημόνιο αποτελέσματα. Είναι συμφυής με τη στρατηγική του ΔΝΤ η αντίληψη ότι, βραχυπρόθεσμα, θα υπάρξει επιδείνωση του επιπέδου ζωής των κοινωνικών αυτών στρωμάτων, ενώ η κατάσταση θα αλλάξει μεσοπρόθεσμα, με αποτέλεσμα η χώρα-οφειλέτης να επανεισέλθει στην τροχιά ανάπτυξης. Όμως, αυτή η προοπτική δεν φαίνεται να βρίσκει πεδίο εφαρμογής στην Ελλάδα –όπως εξάλλου και σε άλλες χώρες που «συνεργάζονται» με το ΔΝΤ–, έστω και αν ορισμένα μεγέθη, όπως αυτό του δημοσιονομικού ελλείμματος, βελτιωθούν.

***

Ήδη είναι εμφανής η διαμόρφωση της αντίληψης σε κύκλους ειδικών ότι η Ελλάδα δεν θα μπορέσει, με τα υπάρχοντα στοιχεία, να αντιμετωπίσει την κατάσταση και θα καταστεί αναγκαίο να προχωρήσει στην αναδιάρθρωση του εξωτερικού της χρέους, που φαίνεται να ανέρχεται στα 350 δισ. ευρώ και πλέον. Σημειώνεται ότι το ποσό αυτό αφορά τα δάνεια από ξένες τράπεζες (κυρίως γερμανικές και γαλλικές), καθώς και ομολογιακά δάνεια, φορείς των οποίων είναι αλλοδαποί ιδιώτες. Αντίθετα, αναδιάρθρωση χρέους δεν χωρεί σε σχέση με τα δάνεια του ΔΝΤ: στην περίπτωση αυτή το κράτος-χρεώστης, αν δεν πληρώσει, θα βρεθεί ενώπιον του κινδύνου διακοπής οποιασδήποτε διεθνούς βοήθειας. Χρήσιμο είναι επομένως να αναλυθεί η λογική του μέτρου αυτού, η διαδικασία, οι μέθοδοι αναδιάρθρωσης του εξωτερικού χρέους, οι διεθνείς μηχανισμοί και η αποτελεσματικότητά του διεθνώς.

Έργο του αργεντίνου ζωγράφου Βίτο Καμπανέλα

Η λογική της αναδιάρθρωσης του χρέους

Παρά τα φαινόμενα, το ΔΝΤ είναι υπέρ της ελάφρυνσης του χρέους, μέσω της διαγραφής ενός μέρους του κεφαλαίου και των οφειλομένων τόκων. Στόχος αυτής της αντιμετώπισης είναι η διευκόλυνση της εξόφλησης του υπολοίπου χρέους. Εκτός αυτού όμως, η διευκόλυνση της εξόφλησης του εναπομείναντος χρέους επιτρέπει στο κράτος-οφειλέτη να χρησιμοποιήσει τα ποσά που εξοικονομεί με τον τρόπο αυτό για την πραγματοποίηση παραγωγικών επενδύσεων και την οικονομική ανάπτυξη. Θεωρείται εξάλλου ότι είναι επιβεβλημένη η (μερική) παραγραφή σοβαρών χρεών ορισμένων κρατών, όταν τα χρέη αυτά θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τη λειτουργία του διεθνούς οικονομικού συστήματος. Υπάρχει, παρ’ όλα αυτά, και η αντίθετη γνώμη, κατά την οποία η ελάφρυνση από το χρέος δεν συμβάλλει στις μεταρρυθμίσεις και στην οικονομική προσαρμογή, καθώς, ακόμη και αν πραγματοποιηθεί η ελάφρυνση, δεν αποκλείεται το κράτος-οφειλέτης να βρεθεί στο μέλλον εκ νέου βαριά χρεωμένο. Παρά την αντίθεση αυτή όμως, οι ιδιώτες-πιστωτές, τουλάχιστον στην πλειονότητά τους, τάσσονται, έστω και εξ ανάγκης –αφού χάνουν μέρος του δανείου τους– υπέρ της τεχνικής της αναδιάρθρωσης του χρέους, στη βάση προφανώς της αρχής «κάλλιο πέντε και στο χέρι, παρά δέκα και καρτέρει».

Συνέχεια ανάγνωσης

Ανάμεσα στον φορμαλιστικό σκεπτικισμό και τον «αφελή» ουμανισμό

Standard

Φρανκ Κερμόντ (1919-2010): Μια ιδιότυπη μορφή της λογοτεχνικής κριτικής και θεωρίας

Ο Φρανκ Κερμόντ, που πέθανε στις 17 Αυγούστου σε ηλικία 91 χρονών, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους κριτικούς και θεωρητικούς της αγγλικής λογοτεχνίας. Δίδαξε στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου, το Καίμπριτζ, το Χάρβαρντ και το Κολούμπια, ενώ ήταν συνιδρυτής του London Review of Books. Εξέδωσε δεκάδες βιβλία, με θέματα που αναφέρονται στον Σαίξπηρ, τον Τζων Νταν, τον Ε.Μ. Φόρστερ, την αναγεννησιακή λογοτεχνία, ζητήματα θεωρίας της μυθοπλασίας και της ποίησης. Στη διδασκαλία και το κριτικό έργο του ανοίχτηκε στη γαλλική θεωρία της λογοτεχνίας, διατηρώντας όμως πάντοτε μια απόσταση από τα αφηρημένα θεωρητικά σχήματα. Δημοσιεύουμε σήμερα αποσπάσματα από τα άρθρα της Dinah Birch, καθηγήτριας της αγγλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ (The Times Literary Supplement, 3.2.2010), της Elisabeth Sifton, επιμελήτριας εκδόσεων (The Paris Review, 7.9.2010) και του James Wood, κριτικού λογοτεχνίας και συγγραφέα (London Review of Books, 23.9.2010), που δίνουν μια εικόνα για τη ζωή και το έργο αυτού του –σημαντικού και σχεδόν άγνωστου στην Ελλάδα– θεωρητικού της λογοτεχνίας.

«E»

του Τζαίημς Γουντ

μετάφραση: Κώστας Σπαθαράκης

Έχω κάθε λόγο να θυμάμαι τη συλλογή δοκιμίων του Φρανκ Κερμόντ The Art of Telling: είναι το πρώτο βιβλίο που έκλεψα. Από τα δεκαέξι μέχρι τα δεκαοκτώ μου, άρπαξα κάμποσα βιβλία από τα βιβλιοπωλεία. Οι οικονομικές μου δυνατότητες ήταν πολύ περιορισμένες, ενώ η πείνα μου ακόρεστη· και εκείνα τα ογκώδη ακαδημαϊκά βιβλία έμοιαζαν τόσο θελκτικά! Η απλησίαστη τιμή τους έμοιαζε να εγγυάται την υψηλή ποιότητα της απόκρυφης γνώσης που υπόσχονταν. Μυθιστορήματα μπορούσε να βρει κανείς και στις βιβλιοθήκες, να τα «δανειστεί» από ένα φίλο, αλλά οι καινούργιες ποιητικές συλλογές και τα βιβλία θεωρίας της λογοτεχνίας υπερέβαιναν κατά πολύ το πενιχρό μου βαλάντιο και συνεπώς έπρεπε να απαλλοτριωθούν.

Η αρχή της δεκαετίας του 1980 ήταν εξάλλου μια εποχή που η κριτική και η θεωρία της λογοτεχνίας έμοιαζε να έχει εξαιρετική σημασία. Παρά το γεγονός ότι, κατά κοινή ομολογία, είχαν σχηματιστεί δύο στρατόπεδα, η θεωρία από τη μια πλευρά και η κριτική από την άλλη, ο διψασμένος για γνώση φοιτητής ένοιωθε την ανάγκη να τα διαβάσει όλα, το Blindness and Insight αλλά και το The Force of Poetry, να ακούσει τον ψίθυρο της γλώσσας ακόμη και μέσα στον πύργο του Κυανοπώγωνα. Σε ένα τέτοιο πνευματικό περιβάλλον η σημασία του Φρανκ Κερμόντ ήταν τεράστια, ακριβώς επειδή ο ίδιος ήταν σαν ένας πατέρας που δεν σταμάτησε να αλλάζει. Είχα μεγαλώσει μαζί του: στα σχολικά μου χρόνια ήταν εκείνος που με εισήγαγε στην Τρικυμία της εκδοτικής σειράς The Arden Shakespeare, και οι δικές του διαυγείς κριτικές (πόσο λιγότερο δογματικές από ό,τι εκείνες του προτεστάντη Λήβις!) έλαμπαν στο οπισθόφυλλο των καινούργιων μυθιστορημάτων. Όταν όμως μπήκα στο πανεπιστήμιο, συνειδητοποίησα με ανακούφιση πως ο Κερμόντ δεν ήταν πια ο κριτικός που ξέραμε τη δεκαετία του 1950· η θεωρία, η αφηγηματολογία και η θεολογία είχαν αφήσει τα ίχνη τους στο έργο του, και ο ίδιος έκανε ό,τι μπορούσε για να μοιάσει στους μειλίχιους άγγλους ξενοδόχους που φιλοξενούσαν τις οικογένειες των στρατιωτών την εποχή του Πολέμου. Σε έκανε σχεδόν να αισθάνεσαι πατριωτισμό, γιατί ήταν ένας από τους ελάχιστους βρετανούς κριτικούς λογοτεχνίας της γενιάς του που μπορούσε να συναγωνιστεί τους αμερικανούς και ευρωπαίους κριτικούς στο επίπεδο της πνευματικής λεπτότητας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Φρανκ Κερμόντ: εις μνήμην

Standard

Φρανκ Κερμόντ (1919-2010): Μια ιδιότυπη μορφή της λογοτεχνικής κριτικής και θεωρίας

της Ελίζαμπεθ Σίφτον

Ο συγγραφέας και κριτικός Φρανκ Κερμόντ, που πέθανε τον Αύγουστο σε ηλικία 91 χρονών ήταν, για τους πάμπολλους συναδέλφους και αναγνώστες του στην Αμερική και την Αγγλία,  που τον λάτρευαν και τον θαύμαζαν,  ένας άνθρωπος sui generis. Για περισσότερα από εξήντα χρόνια, γνωρίσαμε –σε πάνω από πενήντα βιβλία και εκατοντάδες (ή, σωστότερα, χιλιάδες) αυστηρές και καλογραμμένες βιβλιοκριτικές, για να μην αναφερθούμε στα σεμινάρια και τις διαλέξεις του– την αριστοτεχνική ισορροπία του πνεύματός του· την εκπληκτική λογοτεχνική και φιλοσοφική ευρυμάθεια και λογιοσύνη του· τη χαρακτηριστική του ακρίβεια και λεπτότητα που προσέδιδε ακόμα και στο πιο δύσκολο έργο μια χαρισματική αύρα.

Τι ήταν λοιπόν ο Κερμόντ; Ήταν κάτι πολύ περισσότερο από καθηγητής της λογοτεχνίας, όσο υψηλό και συναρπαστικό περιεχόμενο κι αν προσδώσουμε στον τίτλο αυτό. Αν μη τι άλλο, αγνόησε τα καθιερωμένα ακαδημαϊκά σύνορα, διδάσκοντας και γράφοντας για τη λογοτεχνία από την εποχή της Αναγέννησης μέχρι τις μέρες μας — για το θέατρο, το μυθιστόρημα, την επιστολογραφία, τα θρησκευτικά κείμενα, την ποίηση. Ανέλυσε τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η κριτική διαφόρων ειδών, πώς οι αναγνώστες και οι συγγραφείς καινοτόμησαν ή έμειναν πιστοί στην παράδοση· μας μύησε στις στρατηγικές που έχουμε στη διάθεσή μας για να κατανοήσουμε  τι ήθελε να πουν ο συγγραφέας ενός ποιήματος ή πεζού — wie es eigentlich gemeint (όπως ακριβώς το εννοούσε), για να παραφράσουμε τον μεγάλο Λέοπολντ φον Ράνκε. Και μας χάρισε εμπνευσμένες κρίσεις όσον αφορά τα σπουδαιότερα λογοτεχνικά έργα, παλιά και νεότερα, βοηθώντας μας να αντιληφθούμε την εκπληκτική τους ομορφιά, την οποία εκείνος λάτρευε.

Το θαύμα του Φρανκ Κερμόντ

Standard

Φρανκ Κερμόντ (1919-2010): Μια ιδιότυπη μορφή της λογοτεχνικής κριτικής και θεωρίας

της Ντάινα Μπερτς

Φρανκ Κερμόντ, 2000

Η σταδιοδρομία του σερ Φρανκ Κερμόντ έχει κάτι το θαυμαστό. Έχει εκδώσει περισσότερα από σαράντα βιβλία, από τότε που άρχισε να δημοσιεύει στη δεκαετία του 1950, καθώς και αναρίθμητα άρθρα και βιβλιοκρισίες. Υπηρέτησε σε σημαντικές πανεπιστημιακές θέσεις σε ολόκληρη τη Βρετανία, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζει η θητεία του ως καθηγητή της αγγλικής φιλολογίας στο Καίμπριτζ. Η παραγωγικότητά του δεν ελαττώθηκε καθόλου μετά τη συνταξιοδότησή του. Το 2009 εξέδωσε δυο νέα έργα, μια στοχαστική μελέτη για τον Ε.Μ. Φόρστερ και το Bury Place Papers, μια επιλογή με ορισμένα από τα πιο ενδιαφέροντα άρθρα που έγραψε για το London Review of Books. Η βαθιά καλλιέργεια και το οξυδερκές βλέμμα του δεν έχουν χάσει τίποτα από την αρχική τους ορμή.

Συνέχεια ανάγνωσης

Πνεύματα της Ευρώπης

Standard

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ. ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΨΥΧΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

του Νικόλα Σεβαστάκη

Jacques Buonacorsi, «Δίας και Ιώ», 16ος αιώνας

Υπάρχει, όπως είναι γνωστό, μια πλούσια κληρονομιά σκέψεων για την Ευρώπη. Από τον Ουγκώ, στον Νίτσε και στον Βαλερύ. Από τον Ανατόλ Φρανς ως τον Μίλαν Κούντερα. Και από τις φιλοσοφίες της Ιστορίας ως την ποιητική των συνόρων και των περιοχών. Λόγοι περί Ευρώπης που αποτέλεσαν δηλώσεις αγάπης σε εμβληματικές πόλεις, σε ιερούς τόπους της λογοτεχνίας, της μουσικής και της αρχιτεκτονικής. Στοχασμοί για τη Δύση, την Mitteleuropa (Μεσευρώπη), τη Μεσόγειο.

Σε όλα αυτά τα υψηλά θραύσματα του μακρινού ή πιο πρόσφατου παρελθόντος αναζητείται επίμονα μια ορισμένη ιδέα της Ευρώπης, μια πνευματική αποστολή ή, όπως συνηθίζονταν να λέγεται, ένα πεπρωμένο. Άλλοτε ανασκάπτοντας τις τρεις πολιτισμικές πηγές –Αθήνα, Ρώμη, Ιερουσαλήμ– και άλλοτε σε διάλογο με τις αξίες της νεωτερικής εποχής, με το τρίπτυχο της Γαλλικής Επανάστασης. Ανακαλύπτοντας αρμονίες και αντιθέσεις που έφτασαν ως το σήμερα: λ.χ. για τη σημασία του χριστιανισμού στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού πολιτισμού ή για άλλα ζητήματα που διχάζουν όσο αλλάζουν άρδην τα δημογραφικά και πολιτιστικά τοπία των χωρών της ηπείρου.

Συνέχεια ανάγνωσης