«Je lutte des classes»: η ανατομία της σύγκρουσης στη Γαλλία

Standard

της Μαρτίν Μπυλάρ

μετάφραση: Κώστας Σπαθαράκης

Το κίνημα κατά της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης στη Γαλλία σημείωσε την Τρίτη μια σημαντική επιτυχία, που όχι μόνο μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για την πορεία της γαλλικής κοινωνίας αλλά στέλνει ένα μήνυμα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Σε μια από τις μαζικότερες κινητοποιήσεις των τελευταίων χρόνων, εκατομμύρια άνθρωποι αμφισβήτησαν την κυρίαρχη λογική των «αναγκαίων» μεταρρυθμίσεων, εις βάρος του κόσμου της εργασίας. Η δυναμική των κινητοποιήσεων όμως δεν ήταν δεδομένη· χτίστηκε σιγά σιγά πάνω σε ορισμένες θεμελιώδεις προϋποθέσεις: σοβαρή συνδικαλιστική δράση στους χώρους δουλειάς αντί μιας γενικόλογης ρητορείας που θα εξαργυρωθεί πολιτικά σε κάποιες εκλογές, ενότητα δράσης των συνδικάτων και της Αριστεράς αντί της πολυδιάσπασης και του διαρκούς ανταγωνισμού, μακρόπνοος σχεδιασμός των κινητοποιήσεων (οι διαδηλώσεις ξεκίνησαν στις αρχές Ιουνίου) αντί μιας «συμβολικής» μεγάλης διαμαρτυρίας, χωρίς συνέχεια. Μάλλον χρειαζόμαστε κι εμείς μερικά μαθήματα γαλλικών.

Κ.Σπ.

 

 

Φωτογραφία του carac3

 

Ήταν πιο νέοι, πιο πολλοί και πιο μαχητικοί. Ο αριθμός των Γάλλων που διαδήλωσαν την περασμένη Τρίτη στις περισσότερες πόλεις της χώρας ξεπέρασε, σύμφωνα με τα συνδικάτα, τα τρία εκατομμύρια (κατά την αστυνομία στους δρόμους βγήκαν 1,2 εκ.). Πέρα όμως από τους αριθμούς, το σημαντικό είναι πως στην κινητοποίηση συμμετείχαν μαθητές και φοιτητές, εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα (μαζί με τους εργάτες στα 11 από τα 12 γαλλικά διυλιστήρια) και υπάλληλοι του δημοσίου. Πρόκειται αναμφισβήτητα για τεράστια επιτυχία, ακριβώς τη στιγμή που η κυβέρνηση υπολόγιζε στην «κούραση» των διαδηλωτών και τον κατακερματισμό του κινήματος, για να μπορέσει να περάσει αβρόχοις ποσί τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος.

Τον περασμένο Ιούνιο, όταν έγινε η πρώτη διαδήλωση, την οποία θα διαδέχονταν μια σειρά από ολοένα και μεγαλύτερες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, κυριαρχούσε στον γαλλικό λαό ένα αίσθημα παραίτησης και αποδοχής των «αναγκαίων» μεταρρυθμίσεων. Κι όμως, μερικούς μήνες αργότερα, κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός πως ο γαλλικός λαός απορρίπτει τα σχέδια της κυβέρνησης.

Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες που εξηγούν αυτή την αντιστροφή του κλίματος. Πρώτον, τα συνδικάτα συγκρότησαν ένα ενιαίο μέτωπο αμφισβήτησης της συγκεκριμένης μεταρρύθμισης, παρά τις επιμέρους διαφωνίες τους ή τις άλλες ιδεολογικές τους διαφορές. Αυτό τους επέτρεψε να συσπειρώσουν τους εργαζομένους, πηγαίνοντας από εταιρεία σε εταιρεία, και να δώσουν τη μέγιστη δυνατή δημοσιότητα στα επιχειρήματά τους.

Συνέχεια ανάγνωσης

Με αφορμή το Νόμπελ στον Χρ. Πισσαρίδη

Standard

της Ελίζας Παπαδάκη

 

Έργο της Χάνα Χοχ, 1922

 

Στην Καθημερινή του Σαββάτου 9 Οκτωβρίου δημοσιευόταν το πρώτο μέρος του άρθρου «Προτάσεις για μια νέα αναπτυξιακή στρατηγική», το οποίο συνυπέγραφε ο κύπριος καθηγητής στο London School of Economics, γνωστός σε όσους παρακολουθούν τη θεωρητική συζήτηση γύρω από την αγορά εργασίας, Χριστόφορος Πισσαρίδης. Δυο μέρες αργότερα, στις 11 Οκτωβρίου, η Σουηδική Ακαδημία Επιστημών ανακοίνωνε την απονομή του Βραβείου Νόμπελ Οικονομικών στον Πισσαρίδη από κοινού με τους αμερικανούς καθηγητές Πίτερ Ντάιμοντ και Ντέιλ Μόρτενσεν για την έρευνά τους σχετικά με την ανεργία. Η χρονική σύμπτωση έδωσε λαβή για εύκολα απαξιωτικά σχόλια στην καθ’ ημάς Αριστερά: ως προς τα Νόμπελ της οικονομίας συλλήβδην, τις σκοπιμότητες που υπηρετούν οι θεσμοί που τα απονέμουν, την καπιταλιστική οικονομική επιστήμη γενικότερα.

Πράγματι το άρθρο της Καθημερινής (αναδημοσιεύθηκε ολόκληρο την Τρίτη 12/10, φέροντας επίσης τις υπογραφές των Κώστα Αζαριάδη και Γιάννη Ιωαννίδη, καθηγητών στα πανεπιστήμια Ουάσινγκτον και Ταφτς αντίστοιχα) περιέχει προκλητικές προτάσεις για δραστική συρρίκνωση του δημόσιου τομέα υπέρ του ιδιωτικού, του είδους που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «νεοφιλελεύθερες». Η όποια ιδεολογική απόρριψη δεν αίρει τη χρησιμότητα να διαβαστούν και τέτοιες προτάσεις. Προπάντων όμως δεν αναιρεί το ενδιαφέρον για μιαν επίμονη επιστημονική δουλειά δεκαετιών που για πρώτη φορά φέρνει τέτοια κορυφαία τιμητική διάκριση σε συμπατριώτη μας, και, το κυριότερο, διευρύνει τις γνώσεις μας, την ικανότητα να κατανοήσουμε, μακάρι και να αντιμετωπίσουμε καλύτερα, το κοινωνικό φαινόμενο της ανεργίας.

Το αγαθό της πλήρους απασχόλησης, όπως επικράτησε στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες και είχε ανακτηθεί σε ορισμένες πριν από την πρόσφατη μεγάλη κρίση, ουδέποτε το γνώρισε η Ελλάδα. Οι στατιστικές μας για την απασχόληση παραμένουν πιο αναξιόπιστες ακόμα και από εκείνες των δημοσίων λογιστικών, παρουσίασαν κατά καιρούς τις πιο ανεξήγητες διακυμάνσεις, χονδρικά όμως μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι διατηρούσαμε ποσοστά ανεργίας της τάξης του 10% όλη την οκταετία 1996-2004, όταν είχαμε ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης 4% και παραπάνω. Ενώ δηλαδή το εθνικό προϊόν κάθε χρόνο αυξανόταν, οι άνεργοι έμεναν μισό εκατομμύριο ακατέβατα. Πώς εξηγείται αυτό; Και πώς εξηγείται ότι την ίδια περίοδο βρήκαν δουλειά στη χώρα μας εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες;

Συνέχεια ανάγνωσης

Η σκουριασμένη, η σύγχρονη κοινωνική μηχανική, το νέο πανεπιστήμιο

Standard

του Νίκου Κοταρίδη

 

Φωτογραφία του Ζαν Σαμπριέ, 1955

 

Εμπειρίες και ασυνεχείς εικόνες από το τι ετοιμάζεται στο Πανεπιστήμιο έχουμε όλοι μας, είτε από τις μεταρρυθμίσεις Σημίτη-Καραμανλή είτε από εκτιμήσεις της ευρωπαϊκής εμπειρίας μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας και τη Διαδικασία της Μπολόνια. Τα ΑΕΙ έχουν τη δική τους εμπειρία από τις σχέσεις που ανέπτυξαν στον διεθνή χώρο τριτοβάθμιας και έρευνας, μέσω ανταλλαγών φοιτητών και διδασκόντων, της συμμετοχής σε ερευνητικά προγράμματα, ενώ ο κορμός των διδασκόντων έχει σπουδάσει και εργαστεί στο εξωτερικό και συμμετέχει ενεργά στον διεθνή επιστημονικό διάλογο. Κάτι ξέρουν λοιπόν και οι πανεπιστημιακοί και δεν περιμένουν το πρωθυπουργό να τους διεθνοποιήσει ή να τους ξεστραβώσει στα διεθνή επιτεύγματα.

Το σχέδιο αλλαγών είναι όντως ριζικό, και τούτο δεν εξαντλείται στη διεθνοποίηση ούτε στο έκδηλο περιεχόμενο της νομοθετικής ρύθμισης. Ο ριζικός του χαρακτήρας   συνίσταται στο ανεπίστρεπτο των αλλαγών στις οποίες στοχεύει, στο εύρος των κλυδωνισμών που «ρισκάρει» και στον αποσυντονισμό του συστήματος που προϋποθέτει. Σχεδιάζεται μια «δημιουργική καταστροφή», η οποία ελπίζουν ότι θα οδηγήσει σε μια βίαιη μεν αλλά αποτελεσματική προσαρμογή στις νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες. Τα αντιφατικά, εξαιρετικά άνισα και στη συνολική κλίμακα αποτυχημένα παραδείγματα της διεθνούς εμπειρίας ορίζονται ως πρότυπο οργανωτικών και λειτουργικών αναβαθμών στην ιστορία των πανεπιστημίων, με μόνο κριτήριο την προσαρμοστικότητα σε έξωθεν πιέσεις, εν προκειμένω μιας απροσδιόριστης αγοράς που υποστασιοποιείται μόνο και μόνο επειδή την επικαλούνται.

Συνέχεια ανάγνωσης

«Σε μια τόσο βίαιη εποχή της φτώχειας, δεν μου περισσεύουν δάκρυα για το τραγούδι»

Standard

συνέντευξη του Οδυσσέα Ιωάννου στη Χριστίνα Τσαμουρά

Ο Οδυσσέας Ιωάννου, λίγο μετά την αποχώρησή του από τον «Μελωδία», μιλάει για το ραδιόφωνο-playlist, το μέλλον του ραδιοφώνου, το ελληνικό τραγούδι, το σύγχρονο πολιτικό τραγούδι και την κρίση.

Διάβαζα τις προάλλες, έκπληκτη ομολογώ, ότι σταθμός που παίζει αποκλειστικά playlist βρίσκεται στις πρώτες θέσεις της ακροαματικότητας — δεύτερος νομίζω. Ήθελα λοιπόν να σε ρωτήσω τι είδους κοινό είναι αυτό που απολαμβάνει ένα τέτοιο ραδιόφωνο, δικαιώνοντας την πιο φτηνή αλλά κυρίως την πιο απρόσωπη, αυτοματοποιημένη και –κατά τη γνώμη μου ανιαρά– επαναλαμβανόμενη εκδοχή του;

Δεν θα κρίνω τι κοινό είναι αυτό. Είναι ένα κοινό που του αρέσει αυτό το ραδιόφωνο. Είτε γιατί βαριέται τους παραγωγούς είτε γιατί θέλει να ακούει ευχάριστη και οικεία μουσική χωρίς διακοπές. Εξάλλου αυτός ο σταθμός έκανε θραύση στα καταστήματα. Είναι πολύ πιο εύκολο για έναν επιχειρηματία να έχει αυτό τον σταθμό από το να φτιάχνει ο ίδιος cd ή από το ακούγονται στο μαγαζί του ειδήσεις, διαφημίσεις κ.λπ.

Εικονογράφηση του Στάθη για το τραγούδι «Κράτησα τη ζωή μου», από τα «Επιφάνεια» του Μ. Θεοδωράκη, σε ποίηση Γ. Σεφέρη (από το λεύκωμα «33 τραγούδια εικονογραφημένα», Κέδρος Αθήνα 2000)

 

Υπήρχαν playlist πριν από δύο και κάτι δεκαετίες, όταν ξεκίνησες να κάνεις μουσικές εκπομπές; Δεν εννοώ τεχνικά, εννοώ αν τις «σήκωνε» το ακροατήριο. Πόσο έχουμε αλλάξει ως κοινό από τότε που πρωτοσυστηθήκαμε μέχρι τώρα που αποχαιρετιστήκαμε — ελπίζω προσωρινά;

Όχι, δεν υπήρχαν. Είναι εισαγόμενο το φαινόμενο. Υποτίθεται πως θα βοηθούσε τους σταθμούς στη «στόχευσή» τους, θα περιόριζε τις «άστοχες» μεταδόσεις τραγουδιών που το συγκεκριμένο κοινό δεν τις άντεχε γιατί το ξεβόλευαν, και θα περιόριζε και τα «μεράκια» του παραγωγού όταν αποφάσιζε να γίνει «διδακτικός» ή «δύσκολος» ή «ψαγμένος». Εγώ αφαιρώ όλα τα εισαγωγικά από τις προηγούμενες λέξεις — με τέτοιους παραγωγούς έχω μεγαλώσει, από τις εμμονές εκείνων αγάπησα το ραδιόφωνο και σαφώς και τους προτιμώ ακόμη κι όταν χάνουν λίγο την ισορροπία της επικοινωνίας προς όφελος μιας προσωπικής έπαρσης, η οποία είναι λίγο ενοχλητική αλλά είναι το κουκούτσι στο καρπούζι. Το παίρνεις όλο μαζί…

 

Εικονογράφηση του Στάθη για το τραγούδι «Για τον φτωχό B.B.», από τη «Μουσική Πράξη στον Brecht», του Θ. Μικρούτσικου, μετ. Π. Μάρκαρης (από το λεύκωμα «33 τραγούδια εικονογραφημένα», Κέδρος Αθήνα 2000)

Εκτιμάς ότι ζούμε το τέλος του «ζωντανού ραδιοφώνου», ενός ραδιοφώνου φτιαγμένου από ανθρώπους για ανθρώπους, ή είναι υπερβολικά καταστροφολογική η πρόβλεψη; Θέλω να πω, αν υποθέσουμε πως ο νόμος της αγοράς και της ζήτησης δουλεύει, είναι δυνατόν να εξαφανίστηκε ολοσχερώς ο κόσμος εκείνος που ζητάει από ένα μουσικό σταθμό κάτι περισσότερο από μια αδιάφορη μουσική ταπετσαρία των καθημερινών του δραστηριοτήτων;

Πραγματικά, δεν μπορώ να προβλέψω το μέλλον.  Πάντα θα υπάρχουν δημιουργικοί άνθρωποι, πομποί, δέκτες, επικοινωνία. Το πώς θα επηρεάσει η τεχνολογία το ραδιόφωνο, πότε θα ακούμε ιντερνετικά ή δορυφορικά ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο –φαντάζομαι σύντομα– είναι μάλλον δευτερεύον μπροστά στην επάρκεια του ανθρώπινου δυναμικού και παράγοντα. Θα υπάρχουν ραδιόφωνα για όλα τα γούστα. Όποιος θέλει μόνο μουσική θα τη βρίσκει, όποιος θέλει λόγο θα τον βρίσκει, όποιος θέλει να ζει αδιάφορα θα μπορεί όποιος θέλει να «ξεβολεύεται» θα μπορεί, ότι συμβαίνει και τώρα δηλαδή. Αρκεί ο καθένας να γνωρίζει το αντιστάθμισμα –δεν θα πω το τίμημα– των επιλογών του και όταν φτάνει στο ταμείο να μην κάνει τον Κινέζο…

 

Το να είσαι βέβαια… υπολογιστής και να κάνεις ραδιόφωνο έχει και τα καλά του: γύρω σου μπορεί να διαλύεται το σύμπαν, να πεθαίνει ο Χατζιδάκις ή ο Γρηγορόπουλος, να καίγεται η μισή Ελλάδα από «ασύμμετρη απειλή» ή να χάνει η ΑΕΚ, αλλά εσύ συνεχίζεις ατάραχος στο επόμενο τραγούδι. Αντιθέτως, το να είσαι άνθρωπος έχει κάποια προβλήματα. Κοντά είκοσι χρόνια στον αέρα, Οδυσσέα, πόσες φορές έχεις βρεθεί κυριολεκτικά στον αέρα μέσα σε αυτά; Θυμάσαι στιγμή που να μην έβρισκες λέξη να αρθρώσεις;

Θυμάμαι όταν έπεσε το αεροπλάνο στο Γραμματικό. Ήταν Δεκαπενταύγουστος, οι περισσότερες εκπομπές μας εκείνο το Σαββατοκύριακο στον «Μελωδία» ήταν ηχογραφημένες. Οι ίδιοι οι παραγωγοί –όσοι είχαν μείνει στην Αθήνα– μου τηλεφώνησαν και μου ζήτησαν να κατέβουν να κάνουν ζωντανές εκπομπές. Τα υπόλοιπα μουσικά ραδιόφωνα δεν άλλαξαν το πρόγραμμά τους. Επίσης θυμάμαι το απόγευμα στις 15 Ιουνίου 1994· είμαι στον αέρα και μαθαίνουμε την είδηση του θανάτου του Μάνου Χατζιδάκι. Κάτι πρέπει να πεις, κάτι πρέπει να κάνεις. Ειλικρινά, δεν θυμάμαι ούτε τί είπα ούτε τι έπαιξα. Αισθάνεσαι πως πρέπει να κάνεις από τα πάντα μέχρι να σιωπήσεις. Και βέβαια πολλά γεγονότα ευχάριστα και ιδιαίτερα δυσάρεστα που μαθαίνεις ή σου συμβαίνουν εν ώρα εκπομπής, στην προσωπική σου ζωή, στους δικούς σου ανθρώπους. Αν σκεφτείς πως έκανα ραδιόφωνο καθημερινά επί 22 χρόνια, μπορείς να φανταστείς πως εκείνα τα δίωρα χώρεσαν πολύ ζωή.

 

Τώρα βέβαια, εδώ που τα λέμε, ΟΚ με το «ζωντανό μουσικό ραδιόφωνο» και ζήτω του και μπράβο του και όλοι μαζί του είμαστε, αλλά αν είναι να παίζει «τραγούδια για το τίποτα γραμμένα» ή τραγούδια συγκεκριμένων δισκογραφικών εταιρειών και μόνο, εμείς για ποιο πράγμα ακριβώς θα πρέπει να χαιρόμαστε; Που τρώνε ψωμί κάποιοι άνθρωποι; Καθόλου αμελητέο σε τέτοιους καιρούς, δε λέω, αλλά αρκεί αυτό;

Αυτό με τις επιταγές των δισκογραφικών είναι ένα στερεότυπο που αναπαράγεται σε εποχές που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Οι δισκογραφικές είναι εντελώς αδύναμες πια για να παίξουν έναν τέτοιο ρόλο. Αντιθέτως, έχω ακούσει για μεγάλα μαγαζιά της νύχτας που πιέζουν για μεταδόσεις συγκεκριμένων καλλιτεχνών. Έχει μετατοπιστεί η εξουσία… Και επίσης, οι καλλιτέχνες αλλάζουν συχνά εταιρία. Για παράδειγμα, το γεγονός πως τα τελευταία χρόνια οι εφτά από τους δέκα καλλιτέχνες που έπαιζε ο «Μελωδία» συγκεντρώθηκαν στη «Λύρα» και την «Legend» –που είναι η ίδια εταιρία– σημαίνει πως ο «Μελωδία» τα έπαιρνε από τη «Λύρα»; Καταλαβαίνω την καχυποψία και εν μέρει την δικαιολογώ –εκείνο το ρητό για την γυναίκα του Καίσαρα για κάποιο λόγο υπάρχει ακόμα–, όμως πολλές φορές έχουμε να κάνουμε απλώς με εμμονικούς ανθρώπους στις αγάπες τους και όχι με οικονομικά διαπλεκόμενους. Από την άλλη, δεν ξέρω αν έχει νόημα να απολογείσαι για τους φίλους σου. Εννοώ πως πρώτα εκτιμάς το ταλέντο, τη δουλειά και την προσφορά ενός καλλιτέχνη και μετά γίνεται φίλος σου. Το αντίστροφο θα ήταν ύποπτο.

 

Μέσα σε αυτό το γκρίζο πλαίσιο, πώς τα βλέπεις τα πράγματα για σένα αυτό το φθινόπωρο; Θα ξανακάνεις σύντομα ραδιόφωνο ή προτιμάς να κλοτσάς φύλλα τα «ελεύθερα» απογεύματα σαν εκείνο τον ήρωά σου — στα «Κέρματα» νομίζω;

Δεν το φανταζόμουν ότι δεν θα μου λείπει το ραδιόφωνο. Πολλές φορές σκέφτεσαι ή φοβάσαι ένα γεγονός και μόλις αυτό συμβεί η πραγματικότητά σου δεν έχει καμία σχέση με εκείνο που φανταζόσουν.  Ναι, είναι πιθανό να ξανακάνω ραδιόφωνο με τον νέο χρόνο, αλλά δεν είναι η προτεραιότητά μου. Ετοιμάζω δύο προσωπικούς δίσκους για το 2011, έναν με τον Μίλτο Πασχαλίδη και έναν με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, γράφω σκόρπια τραγούδια για φίλους, ελπίζω μέσα στην νέα χρονιά να έχει τελειώσει ένα βιβλίο που γράφουμε τα τελευταία τρία χρόνια παρέα με τον Θάνο Μικρούτσικο, βασισμένο στην ζωή του, αλλά και στο ελληνικό τραγούδι, αρθρογραφώ στο Δίφωνο και στο protagon.gr, και γενικά τα γραψιματάκια μου με ενδιαφέρουν περισσότερο αυτήν την περίοδο.

 

Εικονογράφηση του Στάθη για το τραγούδι «Νυχτερινά Αγάλματα», από τις «Μπαλάντες της οδού Αθηνάς», του Μ. Χατζιδάκι, σε στίχους Α. Δαβαράκη (από το λεύκωμα «33 τραγούδια εικονογραφημένα», Κέδρος Αθήνα 2000)

Συνδέθηκες με αυτό που λέω «καλό ελληνικό τραγούδι» όχι μόνο ως παραγωγός με μια από τις μακροβιότερες και πλέον πετυχημένες μουσικές εκπομπές και διευθυντής ενός σταθμού, αλλά και ως στιχουργός. Αλήθεια, πώς σου ήρθε να γράψεις στίχους; Ο εαυτός σου στο ζήτησε ή οι άλλοι;

Όσο κι αν σου φαίνεται περίεργο, δεν κυνήγησα τίποτα, δεν σκέφτηκα τίποτα πρώτος. Στο ραδιόφωνο με έβαλε το 1989 ο Δημήτρης Δανίκας, δίχως να το ζητήσω, στον 902, το καλύτερο κατ’ εμέ πολυσυλλεκτικό ραδιόφωνο που φτιάχτηκε στην Ελλάδα με πρώτο διευθυντή τον Παύλο Τσίμα. Μου έκαναν και οι δύο –και αργότερα ο Γιώργος Θαλασσινός– το δώρο της ελευθερίας και της εμπιστοσύνης –ήμουν μόλις 21 χρονών– και τους το χρωστάω. Αυτό το δώρο προσπάθησα κι εγώ με τη σειρά μου να το «επιστρέψω» στους νεότερους παραγωγούς ως διευθυντής, γι αυτό δεν θα μπορούσα ποτέ να υπηρετήσω το play list του απόλυτου ελέγχου. Ούτε στίχους είχα σκεφτεί ποτέ να γράψω. Με παρότρυνε ο Διονύσης Τσακνής το 1992. Του είχαν ζητήσει να γράψει ένα τραγούδι για την Βούλα Σαββίδη και μου πρότεινε να γράψω τους στίχους, Ήταν το πρώτο μου τραγούδι, το «Ζεϊμπέκικο της Πατησίων».

 

Αναρωτιόμαστε συχνά πυκνά γιατί «δεν γράφονται πλέον μεγάλα ελληνικά τραγούδια». Εσύ τι λες; Ως μέρος πλέον του –επίτρεψέ μου τη χρήση της λέξης, δεν έχει αρνητικό φορτίο– κυκλώματος που «γράφει ελληνικά τραγούδια», όταν το ακούς ενοχλείσαι ή προσυπογράφεις;

Με τι μέτρα μετράς τα «μεγάλα» τραγούδια; Με την πανεθνική αποδοχή τους; Αυτή είναι δύσκολο να υπάρξει στις μέρες μας γιατί η κοινωνική διαστρωμάτωση είναι πολύ πιο σύνθετη και συμπαγής και δύσκολα ένα τραγούδι θα καταφέρει την κάθετη τομή.  Το μόνο κριτήριο είναι να συγκλονίσει ή απλώς να συγκινήσει εσένα προσωπικά. Τότε είναι ένα μεγάλο τραγούδι, ακόμη κι αν το πιστεύεις μόνο εσύ. Για να μην παρεξηγηθώ βέβαια, δεν υποστηρίζω πως το τραγούδι των λίγων είναι καλύτερο ή ποιοτικότερο, με γοητεύει κι εμένα το τραγούδι περασμένων δεκαετιών που ήταν και μαζικό και προσωπικό, εξέφραζε με ιδιαίτερο ένστικτο μια ολόκληρη εποχή και το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας, αλλά δεν ξέρω αν μπορούμε να το έχουμε ξανά.

 

Είναι σαφές ότι κάποιος περνάει κρίση. Το ερώτημα είναι ποιος. Το ελληνικό τραγούδι; Ή μήπως η ελληνική κοινωνία;

Πάντα υπήρχε μια κρίση. Δεν υπήρξε καμία εποχή που να μην έβγαλε «γκρίνια» και νοσταλγία ή εξιδανίκευση της αμέσως προηγούμενης. Έχουμε κι εμείς τα θέματα μας και είναι σοβαρά. Είχα πει κάποτε πως το ελληνικό τραγούδι είναι το σημαντικότερο δευτερεύον πράγμα στη ζωή μου. Από την πλευρά μου προσπαθώ να κάνω το καλύτερο που μπορώ, στους στίχους μου, αλλά είναι τόσο βίαιη η εποχή της φτώχειας που ανοίγεται μπροστά μας, που δεν μου περισσεύουν δάκρυα για το τραγούδι και την κρίση του  — αν υπάρχει.

 

Για το πολιτικό τραγούδι τι λες; Έχει τελειώσει ολοσχερώς ή έχει τελειώσει μόνο το πολιτικό τραγούδι όπως το μάθαμε από τον Θεοδωράκη, τον Λοΐζο και μια σειρά από στιχουργούς κι ερμηνευτές της δεκαετίας του ’70 και των αρχών του ’80; Οι πιτσιρικάδες που ακούνε Αctive Μember τι ακούνε κατά τη γνώμη σου; Pop ή μήπως το πολιτικό τραγούδι της γενιάς τους;

Είναι μεγάλο θέμα ο ορισμός του τι είναι πολιτικό τραγούδι και δεν νομίζω πως μπορώ να αναπτύξω εδώ την άποψή μου. Σαφώς και δεν τελείωσε και δεν πρόκειται να τελειώσει. Οι εποχές του Μίκη, του Μικρούτσικου και του Λοΐζου φωνάζαν από μόνες τους και το ζητούσαν. Είτε το επικό, λυρικό και μαζικό του Θεοδωράκη είτε το ιδιαίτερα τολμηρό τόσο σε φόρμα όσο και σε περιεχόμενο του Μικρούτσικου της εποχής 1974-1981. Ο Θάνος είναι ο τελευταίος της γενιάς του που είναι ενεργός δίχως να τρώει από τα έτοιμα. Για τους ακροατές των Active Member δεν θα μπορούσα να μιλήσω για το τί είναι, γιατί δεν είναι μία μάζα ανθρώπων ομογενοποιημένη. Οι  Active Member έχουν κάνει ένα μεγάλο καλό και ένα μικρό κακό. Το μεγάλο καλό είναι που υπάρχουν, είναι σπουδαίοι. Το κακό –αλλά δεν ευθύνονται– είναι πως πολλοί θεώρησαν πως αυτό που κάνει ο Μιχάλης είναι εύκολο. Δεν είναι καθόλου. Τα υλικά δεν είναι μόνο δύο λούπες και ένας καταγγελτικός λόγος. Είναι πολλά περισσότερα. Γι’ αυτό και οι  Αctive Μember είναι κατά την γνώμη μου –παρά το γεγονός πως η φόρμα τους δεν ανήκει στην παράδοση του ελληνικού τραγουδιού– το μόνο συγκρότημα αυτού του ιδιώματος που ανήκει στον κορμό του ελληνικού τραγουδιού, εκείνον τον κορμό που περιλαμβάνει, από τον Μάρκο και τον Τσιτσάνη μέχρι τους μεγάλους λαϊκούς, τους σπουδαίους έντεχνους, τους νεότερους τραγουδοποιούς.

 

Μακάριοι οι κατέχοντες την γην: Γαιοκτητικοί σχεδιασμοί προς απαλλοτρίωση συνειδήσεων στη Μακεδονία 1880-1909

Standard

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

του Σπύρου Καράβα

Το βιβλίο του Σπύρου Καράβα «Μακάριοι οι κατέχοντες την γην». Γαιοκτητικοί σχεδιασμοί προς απαλλοτρίωση συνειδήσεων στη Μακεδονία 1880-1909 (εκδ. Βιβλιόραμα), καρπός μακρόχρονης ερευνητικής ενασχόλησης του συγγραφέα με το θέμα, θα βρίσκεται από αύριο στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Πρόκειται για μελέτη αποκαλυπτική, με ιστοριογραφική και μεθοδολογική βαρύτητα: με τρόπο γλαφυρό και σαφή, ο Σπ. Καράβας, εκκινώντας από τα επίσημα κείμενα, εξετάζει στερεότυπα και αντιφάσεις της ελληνικής εθνικιστικής ιδεολογίας και, ταυτόχρονα, τους τρόπους με τους οποίους εργαλειοποιείται η Μεγάλη Ιδέα. Προδημοσιεύουμε λοιπόν, με ιδιαίτερη χαρά, αποσπάσματα από το Προλογικό Σημείωμα, καθώς και από το κεφάλαιο «Ού η χώρα εκείνου και η θρησκεία».

Στρ. Μπ.

 

 

Από το εξώφυλλο του βιβλίου: Αγρόκτημα στην Κορφούλα (Νοβοσέλο) Καστοριάς. Φωτογραφίες: Σπύρος Καράβας, μακέτα εξωφύλλου: Εριφύλη Αράπογλου

 


ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Αφορμή για τις σελίδες που ακολουθούν στάθηκε η επιθυμία να επανεμφανιστεί στην αγορά των ιδεών το φυλλάδιο του Αθανάσιου Ευταξία Το Έργον του Ελληνισμού εν Μακεδονία (Αθήνα 1880). Σχεδιάστηκαν, επομένως, ως προλεγόμενα σε μια ενδεχόμενη ανατύπωση.

Στη συνέχεια, και ακριβώς επειδή η ριζική, καινοτόμα και πολλά υποσχόμενη πρόταση του Ρουμελιώτη δημοσιολόγου και πολιτικού, η οποία μεταφέρει στα καθ’ ημάς τους προβληματισμούς και τις λύσεις που δόθηκαν σε ανάλογα ζητήματα στην Εσπερία, προσφέρεται για την ιστορικοποίηση των φαινομένων και, εντέλει, την κατανόηση των μηχανισμών που διέπουν πρακτικές και νοοτροπίες του ελληνικού αλυτρωτισμού, το αρχικό σχέδιο διευρύνθηκε.

Πλαισιώθηκε, λοιπόν, με ένα κεφάλαιο, «αντί εισαγωγής», που προοικονομεί το θέμα, δια του υπομνήματος του Ιωάννη Θεοδωρίδη (1859). Το κείμενο αυτό, στον απόηχο των ανακατατάξεων που σήμανε ο Κριμαϊκός Πόλεμος για τη Βαλκανική,  εικονογραφεί με τρόπο καίριο τη συνειδητοποίηση των προβλημάτων και την υιοθέτηση των αναμενόμενων πρωταρχικών μεθοδεύσεων (μέσω των σχολείων και της εκκλησίας) στην κατεύθυνση του εξελληνισμού των υπό διεκδίκηση έκπαλαι ελληνικών χωρών. Έπεται η σταδιακή αποκρυστάλλωση της αντίληψης πως οι μεθοδεύσεις αυτές δεν επαρκούν από μόνες τους, ιδίως από την επαύριον της Ανατολικής Κρίσης (1875-1878). Η προσφυγή στην ιδιοποίηση της γης και τον εποικισμό της προτείνονται έκτοτε ως τα απαραίτητα αλεξιφάρμακα, προσβλέποντας, σε πρώτη φάση, στην ιδιωτική πρωτοβουλία και εν συνεχεία στον κρατικό προϋπολογισμό. Έτσι, ενώ το κοινωνικόν μας ζήτημα, στην αγροτική του διάσταση, έχει κάνει αισθητή και επίφοβη την παρουσία του στο ελληνικό πρότυπο Βασίλειο, το Μακεδονικό Ζήτημα γίνεται βαθμιαία σαφές ότι διαπλέκεται μαζί του.

Με αυτόν, συνεπώς, τον άξονα, με σημείο έναρξης το κείμενο του Ευταξία και κατάληξη, στις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων, την προξενική έκθεση του Αντώνιου Σακτούρη (1909), κωδικοποιήθηκαν όσες συναφείς μαρτυρίες επιτρέπουν να σκιαγραφηθούν κατά κάποιο τρόπο οι ρητορικοί  τόποι, τα στερεότυπα και οι αντιφάσεις της ελληνικής εθνικιστικής ιδεολογίας, αφενός, και, αφετέρου, η συγκεκριμένη τακτική που υιοθετείται, και οι εξορθολογιζόμενοι γεωπολιτικοί σχεδιασμοί, με τα οποία επιχειρείται να εργαλειοποιηθεί η Μεγάλη Ιδέα. Εργαλειοποίηση με τους τρόπους που προσφέρει ο αναπτυσσόμενος καπιταλισμός στη Βαλκανική, στο πλαίσιο των εθνικών αντιπαραθέσεων που αυτός υποδαυλίζει και των αντίρροπων εδαφικών διεκδικήσεων των ενεχόμενων κρατών.

ΟΥ Η ΧΩΡΑ ΕΚΕΙΝΟΥ ΚΑΙ Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ

 

 

Ο Αθανάσιος Ευταξίας

 

Όσα είδαμε να έχουν προταθεί έως εδώ από τον Ευταξία για την εξελλήνιση της Μακεδονίας δεν αποτελούν παρά μόνο τις περιφερειακές κινήσεις της εθνικής ενεργείας. Και μάλιστα κινήσεις άμεσα εξαρτημένες, οικονομικά, από την κεντρική πρόταση. Μια πρόταση που συνιστά το κύριο προϊόν του πειράματός του και αναλύεται συστηματικά στο τελευταίο κεφάλαιο — το εκτενέστερο, όπου και συμπυκνώνεται «το ήμισυ του παντός έργου του ελληνισμού εν Μακεδονία».

Πράγματι οι μέχρι τώρα εκτεθείσες προτάσεις δεν είναι εκείνες που μπορούν να λειτουργήσουν δραστικά επί του φρονήματος της ογκωδέστερης και επίδικης πλη­θυ­σμιακής ομάδας, δηλαδή του αγροτικού βουλγαρικού λαού της Μακε­δονίας.

Ούτε οι ενάρετοι κληρικοί ούτε τα πρότυπα σχολεία ούτε τα παρθεναγωγεία ούτε οι εθνικοί απόστολοι ούτε τα επενδυτικά προγράμματα στον εμπορικό τομέα ούτε οι τραπεζικές εργασίες περί τους γαιοκτήμονες ούτε, πολύ περισσότερο, η έμπρακτη ελληνοτουρκική συνέργεια, είναι ικανά να συγκινήσουν τον χειρώνακτα «βούλγαρο» κολλήγο, τον απόλυτα εξαρτημένο και δεμένο συγχρόνως, ψυχικά και σω­ματικά, με τη γη που καλλιεργεί και δεν του ανήκει. Αυτός αποτελεί το σήμα κατα­τεθέν της μακεδονικής υπαίθρου, αυτός συγκροτεί την πληθυσμιακή της πλειονότητα, αυτός συνιστά το κοινωνικό πρόβλημα της Μακεδονίας, αυτός αποτελεί το μήλον της έριδος μεταξύ Πατριαρχείου και Εξαρχίας, μεταξύ ελληνισμού και βουλγαρισμού. Και αυτού του προλετάριου της μακεδονικής γης, με τον αραμπά και το βόδι, δεν μπορούν οι προτάσεις Ευταξία να του αλλάξουν τη μοίρα. Τουτέστιν την πίστη, και με τα δύο της σημαινόμενα.

Όλα αυτά ο Ευταξίας τα είδε και τα γνώρισε από κοντά, όπως ακριβώς και οι περιηγητές της Εσπερίας που τα περιγράφουν παραστατικά. Εκείνος, όμως, «εξ έρωτος» προς  τη Μακεδονία και τον «ελληνισμό», θα θέσει σε λειτουργία ένα πιλοτικό σχέδιο εξελλήνισης της μακεδονικής γης. Ένα πρακτικότατο κατά τον ίδιο σχέδιο, που απευθύνεται στους κεφαλαιούχους Έλληνες, ημεδαπής και αλλοδαπής, τους εθνικά σκεπτόμενους ομοφύλους του. Έμμεσος αποδέκτης του σχεδίου του  και το Υπουργείο Εξωτερικών, ιδίως το παράρτημά του, ο προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων Σύλλογος.

 

H «εξελλήνιση» της Μακεδονίας μέσω της γης

Και το δραστικώτατον πάντων των μέσων προς πραγμάτωσιν του σκοπού μας, τονίζει ο Ευταξίας, είναι «η αγορά αγροτικών κτημάτων» στη Μακεδονία από τους Έλληνες. Διότι η εξελλήνιση της Μακεδονίας περνά, κατά τον Ευταξία, μέσω της γης. Πρώτα πρέπει να εξελληνισθεί η γη, αλλάζοντας ιδιοκτησιακό καθεστώς και, στη συνέχεια, το φρόνημα των κατοίκων. Το τελευταίο θα είναι υποκείμενο πλέον στις διαθέσεις του καινούργιου αφεντικού. Όπως χαρακτηριστικά αποφαίνεται ο συγγραφέας «ου η χώρα εκείνου και η θρησκεία».

Βασική  πεποίθηση του Ευταξία είναι ότι, ναι μεν το εθνικό φρόνημα υπόκειται στην καταγωγή, αλλά μπορεί να διαμορφωθεί κατά το δοκούν ή και να αλλάξει ριζικά. Η βάση της συλλογιστικής του στηρίζεται στο γνωστό αξίωμα «ανάγκα και θεοί πείθονται».

Για τον Ευταξία η οικονομική και η πνευματική διείσδυση στη διεκδικούμενη χώρα είναι αλληλένδετες. Η επέκταση του Βασιλείου πρέπει να προπαρασκευαστεί δημιουργώντας τις κατάλληλες υποδοχές στις υπό πρόσκτηση χώρες. Η βασική προϋπόθεση του όλου σχεδιασμού έγκειται, λοιπόν, στην αγορά τσιφλικιών και στη μετατροπή τους σε «εστίες εθνικής ελληνικής ζωής».

Ο Ευταξίας, απευθυνόμενος στους έλληνες κεφαλαιούχους, τους οποίους παρο­τρύνει να φανούν «κρείττονες των εβραίων» ως προς το εθνικό φιλότιμο, εκθέτει την κατά­σταση πραγμάτων, μέσα από την προσωπική του εμπειρία. Όπως σημειώνει, τα δύο τρίτα της Μακεδονίας, και μάλιστα οι γονιμότερες εκτάσεις της, καλύπτονται από τσιφλίκια. Οι ιδιοκτήτες τους, κυρίως μουσουλμάνοι, λόγω προησιόδειας μεθόδου και περιορισμένης καλλιέργειας των κτημάτων –στο 1/4 ή 1/8 της έκτασής τους–, με συνέπεια τις περιορισμένες αποδόσεις. λόγω κακοδιαχείρισης,  με μόνιμο τον κίνδυνο να απολεσθούν από τους τοκογλύφους. λόγω της νωχελικής και μοιρολατρικής νοο­τροπίας και, τέλος, λόγω της αβεβαιότητας που τους προκαλεί η τρέχουσα πολιτι­κή κατάσταση, επιθυμούν την εκποίηση των κτημάτων τους. Προς το παρόν, όμως,  δεν υπάρχει ζήτηση από τους ομοφύλους τους, ενώ δεν αποκλείει ο Ευταξίας μελλοντικά να εμφανιστούν «ζητηταί βούλγαροι και άλλοι ευρωπαίοι».

Οι τιμές των τσιφλικιών είναι άκρως συμφέρουσες, καθότι είναι υποτιμημένες· αυτό ίσχυε και στο παρελθόν, αλλά τη στιγμή που γράφει η αξία τους βαίνει μειούμενη. Αντίθετα είναι υπερτιμημένο το χρήμα. […]

Ο στόχος βεβαίως για τον Ευταξία δεν είναι το προσωπικό κέρδος των ομογενών, αλλά η με το αζημίωτο υποστήριξη της εθνικής ενεργείας. Γιατί ο μελλοντικός αγοραστής κεφαλαιούχος θα υποχρεώνεται να παραχωρεί ετησίως το 6% (εφόσον το καθαρό κέρδος είναι 12%) «δια  τους εθνικούς σκοπούς». Ενώ σε περίπτωση μεταπώλησης του κτήματος, έπειτα από μία δεκαπενταετία, λόγου χάριν, και στο βαθμό όπου αυτό θα έχει υπερτιμηθεί, το ήμισυ του καθαρού κέρδους προβλέπεται να διατε­θεί στην «ίδρυσιν ταμείου των εθνικών ενεργειών εν τη χώρα». Παράλληλα, εντός του τσιφλικιού θα διεξάγεται απρόσκοπτα η διαδικασία εθνικού (ελλη­νικού) φρονηματισμού των κολλήγων, με παπά και δάσκαλο κατάλληλα παρα­σκευα­σμένους. […]

Από τη στιγμή, λοιπόν, που το μεγαλύτερο μέρος της χώρας αποτελείται από τσιφλίκια, είναι ευνόητο, υποστηρίζει ο Ευταξίας ότι όποιος «λαός» τα κατέχει, ο ίδιος «δύναται να έχη την μεγίστην ροπήν επί το καθόλου φρόνημα των κατοίκων» της Μακεδονίας.

 

«Τεχνάσματα» για να κερδηθεί το φρόνημα των καλλιεργητών

Το φρόνημα των καλλιεργητών, που αποτελεί και το επίδικο ζήτημα, μπορεί να κερδηθεί και χωρίς να εκβιαστεί. Τούτο εξαρτάται από την προσωπικότητα, τις δεξιότητες και την πολιτική δύναμη του τσιφλικούχου, στο μέτρο που θα λειτουργήσει ως αφέντης-προστάτης των κολλήγων του. Στο μέτρο που θα τους παράσχει πολιτική προστασία, απέναντι στις αυθαιρεσίες και τις καταπιέσεις από την κεντρική εξουσία και από τα παρακλάδια της. Ακόμη και στην περίπτωση όπου ο εν λόγω ιδιοκτήτης δεν διαθέτει είτε τις αναγκαίες διασυνδέσεις στον οθωμανικό μηχανισμό είτε την απαιτούμενη προξενική κάλυψη ισχυρού κράτους, λόγω υπηκοότητας, ο Ευταξίας προτείνει μια λύση-«τέχνασμα», όπως ο ίδιος την αποκαλεί: την εικονική ενοικίαση του κτήματος σε άλλον ομογενή με υπηκοότητα ισχυρού ευρωπαϊκού κράτους. Ό,τι, δηλαδή, ο ίδιος δοκίμασε επιτυχώς, χρησιμοποιώντας την γερμανική υπηκοότητα του συνεταίρου του. Διά του τεχνάσματος αυτού η προστασία των καλλιεργητών εξασφαλίζεται και η οικείωσή τους με τον «ελληνισμό» επιτυγχάνεται. […]

Και βέβαια η αγορά κτημάτων δέον να πραγματοποιηθεί στο τμήμα της «ελληνικής Μακεδονίας», όπως ήδη το προσδιόρισε. Πιο συγκεκριμένα: «Δέον ν’ αγορασθώσι το κατ’ αρχάς εν μια εκάστη περιφερεία του νοτιοδυτικού τμήματος της Μακεδονίας ανά έν κτήμα, όπερ συν τοις άλλοις θα είχε και επίκαιρον την θέσιν εις εθνικάς ενεργείας». Οι δε  εθνικές ενέργειες πρέπει όλες να κατατείνουν «προ πάντος εις την επίρρωσιν μεν του φρονήματος των ελλήνων, εις εξελλήνισιν δε τελείαν των μη ελληνοφρονούντων ή μηδέ φρόνημα εθνικόν εχόντων αλλογλώσσων κατοίκων [των τσιφλικιών]».

Είναι ρητή, λοιπόν, ανάγκη, για τον Ευταξία, να ελληνοφρονήσουν άπαντες οι χριστιανικοί λαοί της «ελληνικής Μακεδονίας». Η διαφορά ανά λαό έγκειται στο μέγεθος της προσπάθειας που απαιτείται για την ελληνοφρόνησή του, δηλαδή στην απόσταση που τους χωρίζει από το επιθυμητό σημείο κατάληξης. Απορίας άξιο είναι πώς συνδυάζεται η αντίληψη αυτή με όσα προηγουμένως εξέθετε ο Ευταξίας περί κεκτημένων. Εκτός εάν τα τελευταία υπακούουν περισσότερο στις ρητορικές συνήθειες παρά στα πράγματα αυτά καθεαυτά.

***

Η μακιαβελική του πρόταση, στον αντίποδα της στρατιωτικής κατάκτησης που επιχείρησε τριάντα χρόνια αργότερα ο στρατηλάτης διάδοχος Κωνσταντίνος, ως ιδέα τουλάχιστον, δεν είναι καινούργια. Υπό διαφορετικούς όρους, χωρίς όμως να υλοποιηθεί, είχε ήδη διατυπωθεί περιστασιακά. Ο ίδιος ο Ευταξίας μας το αποκαλύπτει στο «ως χειρόγραφον» πόνημά του. Όμως εκείνη η πρόταση αγοράς «δι’ εθνικούς σκοπούς» προέβλεπε ένα νομικό καθεστώς μετοχικής εταιρείας, παντελώς ακατάλληλο και το ενδιαφέρον των κεφαλαιούχων να κεντρίσει και το επικερδές του πράγματος να εξασφαλίσει.[…]

Ωστόσο, η πρόταση Ευταξία, χωρίς να αποτελεί, όπως θα δούμε,  ελληνική πρωτοτυπία, πρέπει να είναι η πρώτη που στα καθ’ ημάς, εν απορρήτω, αλλά δημοσίως, διατυπώνεται, τεκμηριωμένα, εξηγώντας βήμα προς βήμα ολόκληρο το τέχνασμα, το οποίο εξασφαλίζει τόσο  τα κεφάλαια των επενδυτών όσο και τον επιδιωκόμενο σκοπό. Επιπλέον η πρόταση αυτή στηρίζεται στην προσωπική του εμπειρία: «Δεν πρόκειται περί επινοήματός τινος εξ απίνης και εική επελθόντος ημίν». Στο φυλλάδιό του εκθέτει τα «συμπεράσματα μακράς και συντόνου μελέτης».

 

Ο διά των κεφαλαίων εισοδισμός στη Μακεδονία

Ο Ευταξίας, όπως είδαμε,  είχε πείσει φίλο του γερμανό κεφαλαιούχο ν’ αγοράσει στη Μακεδονία ένα τσιφλίκι, το οποίο διεύθυνε στη συνέχεια ο ίδιος, μαζί με τον αδελφό του Χαράλαμπο, λειτουργώντας ως ενοικιαστής.

Η δοκιμή ημών ην από διετίας ήδη και επέκεινα ποιούμεθα, επέτυχε πληρέστατα, μετά θάρρoυς δε λέγομεν νυν προς πάντα, «έρχου και ίδε» οποίον το φρόνημα των πριν κεκηρυγμένων βουλγάρων κατοίκων των κτημάτων, ά διαχειριζόμεθα, τί δε δι’ αυτών δυνάμεθα ενταύθα.

Συνεπώς ο Ευταξίας προχωρά σε ανοικτή πρόσκληση, για όποιον έχει την παραμικρή αμφιβολία ως προς την αλλαγή του φρονήματος των γηγενών καλλιεργητών του, να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι το επιτελεσθέν εθνικό έργο. Έχει πάντως τη σημασία του το γεγονός ότι παραμένει αδιευκρίνιστο το βάθος της προκείμενης αλλαγής. Δεν γνωρίζουμε, δηλαδή, αν οι κεκηρυγμένοι βούλγαροι μεταβλήθηκαν σε κεκηρυγμένους έλληνες. Σε κάθε περίπτωση, η απουσία ρητής αναφοράς στο «νέο» φρόνημα των «βουλγαροφώνων ελλήνων» μεν, βουλγαροφρόνων μέχρι πρότινος δε, είναι αρκούντως κατατοπιστική για το τί πίστευε ο ίδιος ο συγγραφέας. Εκείνο που γνωρίζουμε, όμως, είναι ότι το φρόνημα των κεκηρυγμένων βουλγάρων στο τσιφλίκι Τεμεσβάρ, όποια αλλαγή και αν υπέστη επί των ημερών του Ευταξία, δεν διαφοροποιήθηκε παρά εφήμερα. Και πάντως οι αρμόδιες ελληνικές αρχές δεν φαίνεται να είχαν ποτέ βάσιμες προσδοκίες να αποδώσει καρπούς η σχετική προπαγάνδα στον καζά του Τίκβες.

Ο «φρονηματίας και φιλόπατρις δημοσιογράφος» Ευταξίας, ταυτιζόμενος απόλυτα με τον ελληνικό αλυτρωτισμό, υποστηρίζει ότι εάν ο «ελληνισμός» περιορισθεί «ες αεί εις μόνην την γωνίαν γης» την οποία τώρα κατέχει, δηλαδή το Βασίλειο, «θα διήγεν εν αυτή, ως και νυν, βίον αβίωτον». Ενώ επιπλέον θα καραδοκούσε μονίμως ο φόβος μήπως «εκπέση εις παντελή μαρασμόν». Είναι ως εκ τούτου κατεπείγον να «πράξωμέν τι γενναίον υπέρ της πατρίδος του Αλεξάνδρου και του Αριστοτέλους». Όταν μάλιστα τα πράγματα είναι τόσο επείγοντα, ώστε «αν αμελήσωμεν, τετέλεσται το παν δι’ ημάς», ο μόνος τρόπος που απομένει για την αναγκαία αλλαγή φρονήματος είναι ο εκβιασμός, ο πειθαναγκασμός, η απειλή της απώλειας της πατρώας, σε επίπεδο χρήσης, γης των βουλγάρων.

Εάν περιήρχοντο (τα τσιφλίκια) εις ελληνικάς χείρας, ούτω δε   ήσαν   ηναγκασμένοι οι νυν καλλιεργηταί αυτών ή να ομοφρονήσωσιν ημίν, ή να καταλίπωσιν αυτά εις την διαδοχήν ελλήνων γεωργών, ους εν τοιαύτη περιπτώσει θα μετωκίζομεν εις αυτά.

Κοντολογίς, με την αγορά και εκμετάλλευση τσιφλικιών όσον οίον τε περισσο­τέρων, η γη γίνεται νομικά ελληνική, εξευρίσκονται οι αναγκαίοι αδροί και πάγιοι πόροι για την προπαγάνδα, χωρίς να χρεώνονται τα δημόσια οικονομικά του Βασιλείου και, το σπουδαιότερο, οι βουλγαρόφωνοι εξομοιώνονται με τον ελληνισμό, ομοφρονώντας με τους ιδιοκτήτες τους. Προβλέπεται, επιπρόσθετα, ότι σε αντίθετη περί­πτω­ση, αν δηλαδή εμμείνουν οι βουλγαρόφωνοι στα δικά τους πάτρια και δεν αλλαξο­φρο­νήσουν, θα εξοβελιστούν από τα εν λόγω κτήματα και αυτά θα εποικιστούν από έλληνες γεωργούς του Βασιλείου.

Η πιθανότητα αντικατάστασης τμήματος του ανεπιθύμητου πληθυσμού ίσως να ηχεί εξωπραγματική, τολμηρή και απροσδόκητη, ιδίως όταν αυτή σχεδιάζεται επί ξένου εδάφους. Από την άλλη όμως πλευρά, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι για την ελληνική εθνική ενέργεια η προοπτική αυτή φαντάζει ιδανική.

Προς το παρόν ας κρατήσουμε το ριζοσπαστικό της συγκεκριμένης πρότασης-εκδοχής του «εν Μακεδονία υπερασπιστή τόσων αγροτικών πληθυσμών» Ευταξία.  Η ιστορία της αντικατάστασης του πληθυσμού ή του εποικι­σμού της Μακεδονίας έχει και προϊστορία και μέλλον. Θα την ξαναβρούμε μπροστά μας πολύ σύντομα.

Ο διά των κεφαλαίων εισοδισμός στη Μακεδονία θεωρείται από τον Ευταξία βέβαιο ότι θα επιτύχει, καθώς κρίνεται εξασφαλισμένη η τοποθέτηση και η απόδοσή τους, αλλά και επειδή προβλέπεται στο άμεσο μέλλον υπερτίμηση της γης. Το επιτυχές του πράγματος θα κεντρίσει το ενδιαφέρον των κεφαλαιούχων που θα οσμισθούν βέβαιο κέρδος. Το φαινόμενο της χιονοστιβάδας, από εκεί και πέρα,  θεωρείται δεδομένο. Εξ ού και οι αναγκαίοι πόροι για τα παρθεναγωγεία, τα γυμνάσια, τα πρότυπα σχολειά, την ιερατική σχολή, την ελληνοτουρκική εφημερίδα, τις επενδύσεις στο εμπόριο κτλ. κτλ.

Όπως θα φανεί στη συνέχεια, η πρόταση Ευταξία έτυχε καταπληκτικής υποδοχής, λόγω αλλά όχι έργω, από τους έλληνες ιθύνοντες. Η γη πράγματι υπερτιμήθηκε, αλλά άργησε κατά τρεις δεκαετίες, ενώ η πολιτική αβεβαιότητα βάρυνε περισσότερο απ’ όσο το εθνικό συμφέρον στις αποφάσεις των ομογενών κεφαλαιούχων.

 

Ο Σπύρος Καράβας διδάσκει Ιστορία στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Για λόγους χώρου, έχουν γίνει μικρές περικοπές και έχουν απαλειφθεί οι υποσημειώσεις. Οι μεσότιτλοι είναι των «Ενθεμάτων».

Σκέψεις για το πουλί μας

Standard

Με την ευκαιρία των εορτασμών για τα πενηντάχρονα της Κυπριακής Δημοκρατίας

του Γιάννη Παπαδάκη

 

Ο θυρεός της τουρκοκυπριακής κοινότητας

 

Λευκωσία, Οκτώβριος 2010. «Μας φάνηκε ότι το πουλί (the bird), το οποίο και οι δυο πλευρές χρησιμοποιούσαν στο έμβλημά τους, έβλεπε προς τα κάτω και φαινόταν θλιμμένο. Χρειαζόταν κάτι πιο αισιόδοξο, ιδίως σε περίοδο συνομιλιών. Γι’ αυτό πάρθηκε η απόφαση να αλλάξει. Έτσι το πουλί μας τώρα είναι χαρούμενο και βλέπει προς τα πάνω, ενώ το δικό σας παραμένει λυπημένο και βλέπει προς τα κάτω». Έτσι μεταφράζεται η απάντηση στα αγγλικά που πήρα από τουρκοκύπριο ιθύνοντα στο ερώτημά μου για την αλλαγή επί Ταλάτ (ηγέτη των Τουρκοκυπρίων), του θυρεού που χρησιμοποιεί η τουρκοκυπριακή κοινότητα. Θα μπορούσε επίσης να προστεθεί ότι τώρα το δικό τους φαίνεται μεγαλύτερο. Σε αυτά όμως κάλλιστα μπορεί κάποιος, πατριωτικά ορμώμενος ή μη, να αντιπαραθέσει ότι πρόκειται, φυσικά, για ψευδοπουλί που δεν τυγχάνει διεθνούς αναγνώρισης όπως το δικό μας.

 

O θυρεός της Κυπριακής Δημοκρατίας

 

Τα σύμβολα με τα οποία θα εορταστούν τα πενηντάχρονα έχουν τη δική τους αποκαλυπτική ιστορία. Μετά από προκήρυξη διαγωνισμού για το λογότυπο των πενηντάχρονων, και αφού ολοκληρώθηκε η διαδικασία αξιολόγησης από ειδική επιτροπή, κέρδισε συγκεκριμένο λογότυπο φοιτητή ιδιωτικού πανεπιστημίου που παρουσίαζε μια γραφιστική ερμηνεία του αριθμού «50», το οποίο και κυκλοφόρησε στα ΜΜΕ. Το Υπουργικό Συμβούλιο όμως αναίρεσε την όλη διαδικασία, γιατί δεν το ενέκρινε — κοινώς, «Εν τους άρεσε, ρε κουμπάρε». Δεν διαθέτω νομικές γνώσεις, αλλά αυτό μου φαίνεται τουλάχιστον παράτυπο, αν όχι παράνομο. Με την πράξη της αυτή η Κυπριακή Δημοκρατία μάς δείχνει ότι άλλο δημοκρατία και άλλο εκδημοκρατισμός. Από το 1960 ως σήμερα η απόσταση μεταξύ των δυο φαίνεται να παραμένει μεγάλη. Τελικά υιοθετήθηκε άλλο λογότυπο, άγνωστο με ποιες διαδικασίες. Έτσι επιστρέψαμε πίσω στο έμβλημα με το προσφιλές μας πτηνό και τον αριθμό 50 στο φόντο. Όσο για το απορριφθέν λογότυπο, σε συνομιλία μου με τον σχεδιαστή, μου ανάφερε ότι το ιδιωτικό πανεπιστήμιο στο οποίο φοιτά τον ενημέρωσε αρχικά ότι θα κινήσει δικαστική αγωγή εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά είναι άγνωστο αν τελικά θα το πράξει.

Αγωγή στην Κυπριακή Δημοκρατία κίνησε πριν λίγα χρόνια και ο σχεδιαστής της σημαίας της, Ismet Güney. Λίγοι θα θυμούνται ότι ήταν Τουρκοκύπριος ο σχεδιαστής της. Μια σημαία την οποία μετά το 1974 οι Ελληνοκύπριοι υπερασπίζονται με πάθος, ενώ για χρόνια την αντιπαθούσαν προτιμώντας τη σημαία της Ελλάδας. Το δε μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν ότι η επέτειος της ανεξαρτησίας έπεφτε σε μια εντελώς άβολη ημερομηνία, γι’ αυτό μετατοπίστηκε από τις 16 Αυγούστου στην 1η Οκτωβρίου: «Που να βουρούμεν [τρέχουμε] τωρά μες το λάλλαρον [λιοπύρι] τζαι τες άδειες…» Ως αποτέλεσμα, ακόμα κυριαρχεί σύγχυση στις διπλωματικές υπηρεσίες ξένων χωρών που άλλες στέλνουν τα συγχαρητήριά τους στη μια και άλλες στην άλλη ημερομηνία.

 

 

Γκράφιτι στην παλιά πόλη της Λευκωσίας

 

Η επιλογή του θυρεού με το περιστέρι πάνω στην ασπίδα ως το βασικό στοιχείο του λογοτύπου για τα πενηντάχρονα από την παρούσα αριστερή κυβέρνηση είναι ενδεικτική σύγχυσης και σε άλλα ιδεολογικά επίπεδα. Ιστορικά, η χρήση της ασπίδας ανάγεται στα αριστοκρατικά μεσαιωνικά εμβλήματα των  ευγενών και  ιπποτών. Σύμφωνα με το Λεξικό Μπαμπινιώτη, θυρεός σημαίνει «έμβλημα αριστοκρατικής οικογένειας σε σχήμα ασπίδας». Πέρα από τις σαφείς πολεμοκεντρικές και αριστοκρατικές του υποδηλώσεις, ήταν ένα σύμβολο που μόνο οι άντρες επιτρεπόταν να φέρουν. Οι γυναίκες των οικογενειών αυτών  μπορούσαν να φέρουν οικόσημο με το ίδιο περιεχόμενο που να εμπερικλείεται όμως σε σχήμα ρόμβου αντί ασπίδας, εφόσον μόνο οι άνδρες είχαν το προνόμιο του πολέμου. Λόγω των αριστοκρατικών καταβολών της ασπίδας, τα πλείστα καθεστώτα με αριστερές καταβολές (π.χ. πρώην Σοβιετική Ένωση, Κίνα, παλιότερα η Βουλγαρία και η Ρουμανία κ.ά.) απέφυγαν συνειδητά τη χρήση της στα δικά τους κρατικά σύμβολα.

Συνέχεια ανάγνωσης