Γιατί δεν διαμαρτυρόμαστε κι εμείς ενάντια στις περικοπές όπως οι Γάλλοι;

Standard

του Ταρίκ Αλί

Η ρητορική που κυριάρχησε διεθνώς γύρω από την ελληνική κρίση (ένας λαός διεφθαρμένων, τεμπέληδων και καλοπερασάκηδων) δεν αφορά, από ό,τι φαίνεται, μόνο τα «τριτοκοσμικά Βαλκάνια». Πλήθος αναλύσεων που δημοσιεύονται στον βρετανικό Τύπο με θέμα τις κινητοποιήσεις στη Γαλλία μιλούν για τους κακομαθημένους Γάλλους, που αρνούνται να δεχτούν αυτό που αποδέχτηκαν αδιαμαρτύρητα (ή σχεδόν αδιαμαρτύρητα) οι υπόλοιποι λαοί της Ευρώπης. Ο Σαρκοζύ πρέπει και μπορεί, λένε, να σπάσει τον «επαναστατικό» τσαμπουκά των Γάλλων, το πνεύμα του Μάη, που απειλεί να καταστήσει τη Γαλλία «μη ανταγωνιστική». Επαναλαμβάνεται δηλαδή, σε άλλα συμφραζόμενα, η ίδια ρητορική που κυριαρχεί και στην Ελλάδα, για την «παιδική χαρά» της Μεταπολίτευσης. Ο Ταρίκ Αλί αντιστρέφει το ερώτημα.

Κ.Σπ.

 

 

«Κοίτα καλά το ρόλεξ σου, είναι η ώρα της εξέγερσης».

Πριν από μερικά χρόνια, ο Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζύ είπε σε μια συνέντευξη πως ξέρει τους Γάλλους καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον. Σήμερα, είπε, θαυμάζουν την ομορφιά της γυναίκας μου· αύριο μπορεί να μου πάρουν το κεφάλι. Τα πράγματα δεν έφτασαν ακόμη σε αυτό το σημείο, αλλά οι Γάλλοι –μαθητές και εργάτες, άντρες και γυναίκες, η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών– είναι και πάλι στους δρόμους. Αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης; Απαράδεκτο. Στους δρόμους στήνονται οδοφράγματα, τα αποθέματα βενζίνης τελειώνουν, τραίνα και αεροπλάνα υπολειτουργούν, ενώ οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας πυκνώνουν και κλιμακώνονται. Πάνω από τρία εκατομμύρια άνθρωποι την προηγούμενη εβδομάδα. Εκατοντάδες χιλιάδες αυτή την εβδομάδα και ακόμη περισσότεροι αναμένεται να κατέβουν στο δρόμο το Σαββατοκύριακο. Τι υπέροχο θέαμα, στ’ αλήθεια: Μαθητές κατεβαίνουν στις πορείες για να υπερασπιστούν τα δικαιώματα των ηλικιωμένων!

Αν υπήρχε ένας οδηγός Μισελέν των Μεγάλων Διαδηλώσεων, η Γαλλία θα ήταν πάντοτε στην κορυφή με τρία αστέρια, με την Ελλάδα να έρχεται δεύτερη με δύο αστέρια. Τι αντίθεση με τις μίζερες, ασθενικές δράσεις που προγραμματίζουν τα φοβητσιάρικα αγγλικά συνδικάτα. Υπάρχει και εδώ στην Αγγλία ολοένα μεγαλύτερος θυμός και αγανάκτηση, που εξαϋλώνονται όμως μέσα σε μια απολιθωμένη συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Έχει προγραμματιστεί μια τελετουργική διαδήλωση, κυρίως για να φανεί ότι γίνεται κάτι. Δεν ισοδυναμεί όμως αυτό με το τίποτα; Ίσως. Δεν είμαι σίγουρος. Αλλά ακόμα και αυτές οι ήπιες απόπειρες να ορθωθεί μια αντίσταση ενάντια στα μέτρα λιτότητας είναι πέραν του δέοντος για τον πολυαγαπημένο ηγέτη μας, τον Εντ Μίλιμπαντ. Δεν πρόκειται να λάβει μέρος. Ο μπλαιρισμός είναι πολύ βαθιά ριζωμένος στο Εργατικό Κόμμα. Μια συντριπτική ήττα στις περσινές εκλογές μπορεί να είχε αποφέρει κάτι καλύτερο από τούτο το ψιλόβροχο που μας έρχεται από τις μπροστινές θέσεις του κοινοβουλίου. Ο αδάμαστος Εντ Μπωλλς ίσως να δάγκωνε πιο πολύ, αλλά είναι πια εξουδετερωμένος. Αντ’ αυτού, οι νέοι αντιπρόσωποι των Εργατικών μάχονται απελπισμένα για να αποδείξουν ότι θα μπορούσαν να συμμετέχουν στη συμμαχία, και όχι μόνο όσον αφορά το Αφγανιστάν.

Η αγανάκτηση και ο θυμός απλώνονται και στην Αγγλία, όμως οι ομοιότητες σταματάνε εδώ. Ίσως τα πράγματα αλλάξουν. Ίσως η γαλλική επιδημία εξαπλωθεί, αλλά τίποτα δεν θα συμβεί από τα πάνω. Νέοι και γέροι πολέμησαν ενάντια στη Θάτσερ και ηττήθηκαν. Οι διάδοχοί της από το Εργατικό Κόμμα διασφάλισαν την καθιέρωση και τη θεσμοποίηση αυτής της ήττας.

Η Αγγλία είναι μια χώρα χωρίς πραγματική αντιπολίτευση. Είναι απαραίτητο να συγκροτηθεί ένα εξωκοινοβουλευτικό κίνημα, όχι μόνο για να αντιταχθεί στη λιτότητα, αλλά και για να ενισχύσει τη δημοκρατία, η οποία αυτή τη στιγμή είναι έτσι συγκροτημένη ώστε να εξυπηρετεί απλώς τα συμφέροντα των επιχειρήσεων και τίποτα περισσότερο. Πακέτα διάσωσης για τους τραπεζίτες και τους πλούσιους, δαπάνες δυσθεώρητου ύψους για τους πολέμους της Ουάσινγκτον, και περικοπές για τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα και τους φτωχούς. Ο αναποδογυρισμένος κόσμος μας έχει τις δικές του προτεραιότητες. Αυτές είναι που πρέπει να αμφισβητήσουμε. Τα βρετανικά νησιά έχουν, στο κάτω κάτω, ένα ριζοσπαστικό παρελθόν, παρόλο που δεν το διδάσκουν στα μεταπτυχιακά ιστορίας. Με δεδομένη την ανικανότητα του επίσημου κοινοβουλίου να ανταποκριθεί στις πραγματικές ανάγκες, γιατί να μη συγκροτηθούν συνελεύσεις σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, με μια χάρτα κοινωνικών δικαιωμάτων για την οποία θα άξιζε κανείς να αγωνιστεί και να την υπερασπιστεί. Αυτή ήταν άλλωστε η προτροπή του Σέλλεϋ πριν από περίπου δύο αιώνες:

Ye who suffer woes untold

Or to feel or to behold

Your lost country bought and sold

With a price of blood and gold.

[…]

Rise like Lions after slumber

In unvanquishable number,

Shake your chains to earth like dew

Which in sleep had fallen on you.

Ye are many, they are few.

Σημ.: Από τη «Μάσκα της Αναρχίας» (1832) του Π. Σέλλευ: «Όσοι ζείτε ταπεινώσεις/ Και µαρτύρια φρικτά,/ απερίγραπτα μα κι όσοι / νιώθετε την προστυχιά / τέτοιας µαύρης δυστυχίας, / στη χαµένη σας τη γη /µε χρυσάφι κι άδικο αίµα / αγοράζονται τα πάντα / κι έχουν όλα πουληθεί. […] // Σηκωθείτε σαν λιοντάρια / απ’ τον ύπνο τον βαθύ / και τινάξτε τα δεσµά σας / σαν δροσούλα αυγερινή· / είναι λίγοι — είστε πολλοί» (μετάφραση Γιώργου Μπλάνα). Την πρόταση για μια μεγάλη συνέλευση διατυπώνει ο Σέλλεϋ στη στροφή αμέσως μετά την πρώτη που παρατίθεται («Let a vast assembly be / And with great solemnity / Declare with measured words that ye /Are, as God has made ye, free»).

O συγγραφέας, ιστορικός και αγωνιστής Ταρίκ Αλί είναι μια από τις πιο γνωστές μορφές της βρετανικής Αριστεράς. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην «Guardian», στις 19.10.2010

«Παράπλευρες απώλειες» στη μάχη κατά του «εξτρεμισμού»;

Standard

 

Ρενέ Μαγκρίτ, «Κικέρων», 1947

Στις 5 Οκτωβρίου η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης ενέκρινε, με συντριπτική πλειοψηφία (98 υπέρ, 6 κατά, 4 αποχές), το ψήφισμα του ισπανού βουλευτή του Λαϊκού Κόμματος Πέντρο Αγκραμούντ, με τίτλο «Μάχη κατά του εξτρεμισμού: επιτυχίες, ελλείψεις και αποτυχίες». Από τους έλληνες αντιπροσώπους, το καταψήφισε μόνο ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Δημήτρης Παπαδημούλης. Οι βουλευτές της ΝΔ το υπερψήφισαν, οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ ψήφισαν «Παρών», ενώ απουσίαζαν από την ψηφοφορία και τη σχετική συζήτηση οι βουλευτές του ΚΚΕ και του ΛΑΟΣ.

Το Ψήφισμα προκάλεσε έντονες συζητήσεις και αντιδράσεις καθώς θεωρήθηκε ότι, στο όνομα της καταπολέμησης του εξτρεμισμού (που ορίζεται ως η «απόρριψη των βασικών αξιών και των κανόνων του παιχνιδιού σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου») ανοίγει ο δρόμος για τον περιορισμό θεμελιωδών αρχών όπως η ελευθερία της έκφρασης και του συνέρχεσθαι. Επίσης, η γενική ομπρέλα του «εξτρεμισμού» καλύπτει συλλήβδην την ακροδεξιά και τη ρατσιστική βία, τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό, δράσεις του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος και αντικατασταλτικές διαμαρτυρίες (υπάρχει μάλιστα ειδική αναφορά στις διαδηλώσεις της Αθήνας, τον Δεκέμβρη του 2008).

Ζητήσαμε λοιπόν από τον Νικόλα Σεβαστάκη (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης) και τον Δημήτρη Χριστόπουλο (Πάντειο Πανεπιστήμιο, πρόεδρο της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου) ένα σύντομο σχόλιο για το ζήτημα και τις προεκτάσεις του. Συνέχεια ανάγνωσης

Πόση ελευθερία για τους εχθρούς της ελευθερίας; Ποιοι είναι όμως οι εχθροί της ελευθερίας;

Standard

του Δημήτρη Χριστόπουλου

Έργο του Ερνστ Φίσερ

Το Ψήφισμα του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο. Το διαβάζεις και το διαβάζεις –δεν είναι μικρό– και γενικώς καταρχήν δεν φαίνεται να πηγαίνει άσχημα. Κάποιες αποστροφές του δημιουργούν ανησυχίες, ωστόσο η γενική προγραμματική του στρατηγική δεν απέχει από το ευρωπαϊκό mainstream στα ζητήματα αντιμετώπισης του περιώνυμου «εξτρεμισμού», την οποία θα συνόψιζα ακολούθως: Ναι μεν ελευθερία έκφρασης αλλά οριακός περιορισμός μορφών έκφρασης που οδηγούνε σε δράσεις που στοχεύουν στο να ανατρέψουν το σύστημα. Με δύο λέξεις: φιλελευθερισμός με πολιτική ορθότητα, και στα δύσκολα, καταστολή.

Το Ψήφισμα ξεκινά με τον ορισμό του «εξτρεμισμού» ως την «απόρριψη των θεμελιωδών αρχών, αξιών και των κανόνων του παιχνιδιού σε ένα δημοκρατικό συνταγματικό κράτος». Οι εξτρεμιστικές στρατηγικές που ονοματίζονται και στις οποίες το κείμενο αποδίδει μείζονα σημασία είναι τα αποσχιστικά κινήματα, ο ρατσισμός και η ξενοφοβία και, φυσικά, ο ισλαμικός φονταμενταλισμός. Αυτό που χαρακτηρίζει όλα τα παραπάνω είναι ότι «αξιοποιούν το πλαίσιο των δικαιωμάτων και ελευθεριών που εγγυώνται οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες», προκειμένου να υλοποιήσουν την ανατρεπτική τους ατζέντα. Ταυτόχρονα όμως, το ίδιο το Ψήφισμα έχει συναίσθηση των κινδύνων που μια τέτοιου είδους συνταγή έχει δημιουργήσει στο ποινικό οπλοστάσιο των ευρωπαϊκών κρατών καθώς επισημαίνεται ότι «ένας ολοένα πιο γενικός ή θολός ορισμός των εγκλημάτων αυτών που έχει επιβληθεί σε εθνικές νομοθεσίες αυξάνει τον κίνδυνο της αυθαίρετης εφαρμογής τους».

Δύσκολα όμως θα μπορούσε κανείς να καθησυχαστεί: το Ψήφισμα τελειώνει με μια τροχιοδεικτική αναφορά στα δικά μας: «Αναφέρομαι» λέει ο εισηγητής, «στο κίνημα εναντίον της παγκοσμιοποίησης, κάποια μέλη του οποίου έχουν καταδικαστεί για βανδαλισμούς εξαιτίας της συμπεριφοράς τους σε διαδηλώσεις ή τις πορείες και τα επεισόδια που έγιναν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια πολλών βδομάδων το 2009».

Επ’ αυτού ξαναλέω το αυτονόητο, το οποίο όμως χρειάζεται διαρκώς να μην το ξεχνάμε: δεν υπάρχει έννομη τάξη και ποινικός κώδικας που να μην προβλέπει ποινές για φθορές περιουσιών, κλοπές και άλλα τέτοια που λαμβάνουν χώρα συχνά στο πλαίσιο των διαδηλώσεων, σχεδόν εθιμικά πλέον στην Αθήνα. Αυτές οι ποινές φτάνουν, αρκεί να εφαρμοστούν. Η περαιτέρω εργαλειακή ποινικοποίηση μιας συμπεριφοράς που γενικώς χαρακτηρίζεται «εξτρεμιστική» –αλήθεια από ποιους και πώς;– θέτει μείζονα ζητήματα εγγυήσεων στο όλο οικοδόμημα της προστασίας των δικαιωμάτων των ανθρώπων που πρέπει να τα προλάβουμε στην αρχή τους. Τα μάτια μας, λοιπόν, ανοιχτά.

 


 

Ένα επικίνδυνο εφεύρημα

Standard


του Νικόλα Σεβαστάκη

Έργο του Ανρί Ματίς

Εδώ και κάποια χρόνια ζούμε τον θρίαμβο της κούφιας δημοκρατικής ρητορείας και την κατάχρηση ενός αφηρημένου ηθικού ανθρωπισμού. Όσοι υιοθετούν έναν τέτοιο λόγο αντιλαμβάνονται τη δημοκρατία ως το βασίλειο της συναίνεσης των λογικών και καλοπροαίρετων πολιτών, μια μορφή συμβίωσης που αφήνει πίσω τις σημαντικές συγκρούσεις θεωρώντας τες κατάλοιπα «θρησκευτικών παθών» τα οποία δεν έχουν θέση στο σήμερα.

Τελευταίος κρίκος σε αυτή τη διολίσθηση είναι και το εφεύρημα του πολέμου κατά του εξτρεμισμού. Η έννοια προσφέρεται για ιδεολογικές καταχρήσεις, διωκτικές κατασκευές και επικίνδυνους κρατικούς σχεδιασμούς. Αλλά το πιο ανησυχητικό είναι η απροσχημάτιστη σύνδεση του εξτρεμιστικού ιού με την τρέχουσα οικονομική και κοινωνική κρίση, με το νέο κοινωνικό ζήτημα και τις αντιδράσεις τις οποίες ενδέχεται να γεννήσει. Είναι προφανές πως εδώ έχουμε μια αλχημεία στην οποία τζιχαντισμός και αντικαπιταλισμός, ρατσιστικά μαχαίρια και δυναμικές διαδηλώσεις τοποθετούνται στο ίδιο επίπεδο του ηθικού και πολιτικού κακού.

Είναι λοιπόν ένας πολύ πραγματικός κίνδυνος, στον βαθμό που στην Ευρώπη δεν φαίνονται ισχυρές αντίρροπες δυνάμεις στις καταστροφικές επιλογές των ηγετικών της ελίτ. Αλλά με τέτοιου είδους ψηφίσματα, στο όνομα μάλιστα του κράτους δικαίου, προδιαγράφεται και κάτι άλλο: η πολιτική χρήση του φόβου και συγχρόνως ο πειρασμός για έναν βιομετρικό έλεγχο του φρονήματος των ατόμων. Οι κυβερνώσες ολιγαρχίες επείγονται πλέον να εγκαταλείψουν τις δημοκρατικές «υπερβολές» του παρελθόντος για να προσηλωθούν απερίσπαστα στην αναμόρφωση των συλλογικών και ατομικών συμπεριφορών.

Απέναντι στη συγκεκριμένη τάση χρειάζεται κριτική εγρήγορση τόσο στο πεδίο των ιδεών όσο και στο πεδίο της ζωντανής πολιτικής.

 

 

 

 

Η βοή του πολέμου

Standard

ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ 28Η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940

 

του Σπύρου Ι. Ασδραχά

Ο Σπύρος Ι. Ασδραχάς στην πρώτη δημοτικού

Εβδομήντα χρόνια συμπληρώνονται, την Πέμπτη, από την 28η Οκτωβρίου 1940. Με την ευκαιρία αυτή, αξιοποιώντας μια ιδέα του Σπύρου Ι. Ασδραχά, ζητήσαμε από έξι εκλεκτούς φίλους των «Ενθεμάτων», παιδιά όλοι και όλες τότε, να μας πουν πώς θυμούνται την πρώτη εκείνη μέρα του πολέμου. Τους ευχαριστούμε θερμά για την πρόθυμη ανταπόκριση. Τα κείμενά τους, τα οποία ακολουθούν, πέρα από τη λογοτεχνική τους αξία, αποτελούν μαρτυρικές ψηφίδες που μας διασώζουν την αίσθηση εκείνης της μοναδικής μέρας. Μια αίσθηση που συμπυκνώνει πολλά συναισθήματα (το ξάφνιασμα, τον φόβο, την αναστάτωση, την έξαψη, τη θλίψη κ.ά.) μέσα από το φίλτρο του ανυποψίαστου παιδικού βλέμματος, όπως αναδύεται αλλά και αναπλάθεται σήμερα, εβδομήντα χρόνια μετά.

«Ε»

Λίγους μήνες πριν είχαμε αλλάξει σπίτι: ένας ψηλοτάβανος όροφος με ευρύχωρα δωμάτια, όπου χάνονταν τα έπιπλα και μια μεγάλη ταράτσα με ανοιχτή θέα στο Ιόνιο. Λευκάδα 1940. Η μάνα μου είχε σχεδιάσει να πάει στην Αθήνα να ξεγεννήσει το μακαρίτη αδερφό μου, το Γιώργο, γιατί με μένα είχε δύσκολη γέννα στο πατρικό της στο Αργοστόλι, αρχές Μαγιού του 1933.

Πρωί στις 28 του Οκτώβρη είχαμε βγει στην ταράτσα, όταν φάνηκαν στον ουρανό αεροπλάνα προς την Πρέβεζα. «Θα βομβαρδίσουν» λέει η μάνα μου και πριν αποσώσει το λόγο της, πάνω στο βομβ…, αρχίζει στην Πρέβεζα καταγισμός βομβών και οβίδων από τα αντιαεροπορικά. Ήταν ο πόλεμος.

Δεν θυμάμαι τη συνέχεια, θυμάμαι μόνο ακόμη ζωηρά ότι φύγαμε από την πόλη της Λευκάδας και περάσαμε απέναντι στο Ξηρόμερο, στην Περατιά, για να εγκατασταθούμε στο γονικό του πατέρα μου που το κρατούσε μόνη και χηρεμένη από καιρό η βάβω μου, από χρόνια στα μαύρα για το χαμό του δευτερότοκού της, του Γιώργου, που όπως τον παπούλη μου, τον Σπύρο, δεν γνώρισα παρά από μεγεθυμένες φωτογραφίες, περασμένες με το μολύβι. Στη σύντομη διαδρομή Λευκάδα-Πειρατιά με το μονόξυλο προσπαθούσα να διαβάσω κάτι από το «Όταν ήμουν δάσκαλος» του Κονδυλάκη.

Η αναθύμηση υποδεικνύει τα κενά της μνήμης, κυριολεκτικότερα ό,τι τότε δεν έκανε εντύπωση. Εκ των υστέρων θυμάμαι μια από τις συνέπειες του πολέμου και της φυγής που είχε προκαλέσει: την πλησμονή ανθρώπων σε στενό στεγασμένο χώρο, το «ανθρωπομάνι» του σπιτιού. Το δικό μας σπίτι δεν ήταν τεράστιο: μαζί με το «αβέρτο» τέσσερα δωμάτια στο ανώι και δυο στο κατώι, ο ένας χώρος αποθηκευτικός κι ο άλλος κατοικήσιμος με πατημένη γη αντί για πλακόστρωτο ή σανιδένιο πάτωμα. Σ’ αυτούς τους πέντε χώρους στεγαστήκαμε δεκατέσσερα άτομα, τα δύο νήπια, τα έξη πρωτοξάδερφα. Αναλογίζομαι ότι πολύ πριν από τον πόλεμο στους ίδιους χώρους είχε στεγαστεί μια εφταμελής οικογένεια, η παπουδική μου — ίσως και κανένας σέμπρος, πιθανόν με τη φαμίλια του. Η φαμίλια του σπιτιού σκόρπισε με τους γάμους· ο πόλεμος τη συνένωσε μερικώς, αλλά εγώ είχα συνηθίσει σε μικρή φαμίλια, πατέρας, μάνα κι εγώ κι ένα ακόμη πρόσωπο.

Συνέχεια ανάγνωσης

«Αι ημέτεραι δυνάμεις…»

Standard

του Βασίλη Κρεμμυδά

 

Εκείνο το πρωινό ήμουν πέντε ετών και 32 ημερών· δηλαδή, δεν πήγαινα ακόμη σχολείο. Στο σπίτι έβλεπα τον πατέρα μου να ετοιμάζεται να «φύγει» — πού θα πήγαινε άραγε; θα το μάθαινα αργότερα την ίδια εκείνη πρώτη ημέρα του «γεγονότος». Για την ώρα άκουγα τις καμπάνες να χτυπούν σάμπως κάπου να έπιασε πυρκαγιά και να τρέξουν, ήξερα, οι μεγάλοι με τα μπουγέλα να τη σβήσουν. Ραδιόφωνο στο σπίτι δεν είχαμε· στη γειτονιά όμως όσα υπήρχαν πρόσεξα –και το θυμάμαι– να ακούγονται πολύ δυνατά.

Ακολούθησα τον πατέρα μου ως το τραίνο. Καθοδόν  άκουσα καθαρά από ένα ραδιόφωνο: «Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους» και μετά εμβατήρια. Θυμάμαι άραγε τη φράση; όχι ακριβώς! σιγά μην καταλάβαινα τι εννοούσαν, σιγά μην καταλάβαινα από καθαρεύουσα. Θυμάμαι ήχους, τόνους· μπόρεσα έτσι να κάνω την «ανασύσταση» του ακούσματος αργότερα που καταλάβαινα.

Στο σταθμό κόσμος πολύς· άντρες που έφευγαν και γυναίκες που έκλαιγαν. Εκεί, θυμάμαι, άκουσα κι άλλη μια «άγνωστη λέξη»· πόλεμος — πώς καταλαβαίνω σ’ αυτήν την ηλικία μου, τότε, τι σημαίνουν όλ’ αυτά; Άκουσα και το όνομα Μεταξάς· το έπιασα αμέσως αυτό γιατί το είχα ξανακούσει — κανένα χρόνο πριν, λιγότερο-περισσότερο, είχε έρθει στο μέρος μου και με είχε πάει ο πατέρας μου να τον δούμε.

Το τραίνο σφύριξε κι έφυγε — κρέμονταν κι απέξω επιβάτες. Πήγα προς την πλατεία με γειτονόπουλά μου. Ακούγαμε: «ο Γιάννης πήγε στον πόλεμο», «ο Μήτσος πήγε στον πόλεμο», «αχ, Γιώργαινά μου, πήγε ο έρμος στον πόλεμο, τι να κάνει;». Μου έμεινε· «πήγε στον πόλεμο». Πήγαινες τότε στον πόλεμο. Τελευταία, ο πόλεμος καλοσύνεψε και δε μας κουράζει να πηγαίνουμε, έρχεται εκείνος κατακέφαλα!

Αγριεμένος ήταν ο κόσμος. Αχ και βαχ. Είχαν μείνει πίσω γυναικόπαιδα, απροστάτευτα, και ηλικιωμένοι. «Δόσμου ένα δίφραγκο, παππού, να πάρω κάστανα», λέω στο γερο-Βασίλη τον Κρεμμυδά λίγες μέρες μετά την κήρυξη του πολέμου. «Τράβ’ από δω ρε, πήγανε στον πόλεμο οι καστανάδες!» Ντράπηκα κιόλας· γιατί να μην είχα σκεφτεί ότι κι εκείνοι θα πήγαν!

 


28η Οκτωβρίου 1940

Standard


της Μαρίας Ηλιού

 

Οι γονείς της Μαρίας Ηλιού, Γιώργιος και Μαρία Παπαγιάννη, 28.10.1940

Τον Οκτώβρη του 1940, μπήκα, με μια μέρα διαφορά, στη δευτέρα Δημοτικού και στα εφτά μου χρόνια.

Εκείνο το πρωί δεν είχα πάει ακόμα σχολείο. Ακούγοντας αλαλαγμούς, φασαρία, τραγούδια, ζητωκραυγές, έτρεξα στο παράθυρο: γεμάτος ο δρόμος μας από παιδιά του Γυμνασίου. Ο μαθητόκοσμος κύλαγε από τις ανοιχτές πόρτες της αυλής του σχολείου, ενός επιβλητικού κτιρίου (είναι το σημερινό δημαρχείο της Βέροιας), που αντικρίζαμε κοιτάζοντας από το παράθυρο της κάμαράς μου. Μαθητικά κασκέτα πετιούνταν στον αέρα, ίσως να χτυπούσαν και οι καμπάνες. Κάτι πολύ σοβαρό, σίγουρα, συνέβαινε.

Σε λίγο άνοιξε η πόρτα του καθιστικού και μπήκε αναπάντεχα ο μπαμπάς που έφευγε πάντα νωρίς για το Σύνταγμά του και γύριζε, με ακρίβεια χρονόμετρου, την ώρα που είχε στρωθεί το μεσημεριανό τραπέζι. Η μαμά, στο σπίτι, κλαμένη. Κοιτάχτηκαν αμίλητοι και εξαφανίστηκαν σε ένα από τα δωμάτια.

Ο ξάδερφός μου ο Νάσος, δύο χρόνια μεγαλύτερός μου, που είχε έρθει με τη μητέρα του να μείνουν για λίγο μαζί μας, με τράβηξε από το χέρι: «Πάμε στον κήπο, θα σου πω». «Ο θείος Γιώργος ήρθε να πει στη μαμά σου πως έχουμε πόλεμο. Θα φύγει για το μέτωπο. Κι εμείς πρέπει να κάνουμε ακόμη περισσότερες ασκήσεις, για να είμαστε έτοιμοι, όταν έρθει η ώρα να καλέσουν και τη δική μας κλάση». Συμφώνησα. Πάντα συμφωνούσα με τον Νάσο.

Ο κτηνίατρος Γιώργος Παπαγιάννης στην εκστρατεία της Αλβανίας, Γενάρης 1941

Για τον ξάδερφό μου, τα κορίτσια ήταν δεύτερης κατηγορίας όντα, με τα οποία δεν έπαιζες παρά μόνο αν ήσουν αναγκασμένος και με τους δικούς σου όρους, όπως, απαρέγκλιτα, να πάρουν ανδρικό ψευδώνυμο. Μόλις τέθηκε το θέμα, αυτοστιγμεί άλλαξα όνομα και φύλο: Μάριος. Και ποιο το καλύτερο παιχνίδι μας; Μα, φυσικά, ο «στρατός», τον οποίο αποτελούσε ένα πλασματικό και κυμαινόμενου μεγέθους Σώμα, με χειροπιαστούς το στρατιώτη Μάριο και τον επικεφαλής αξιωματικό Νάσο. (Όταν πολύ γρήγορα ξαναβρεθήκαμε στην Αθήνα προστέθηκε και ο στρατιώτης Ιωάννης — η πεντάχρονη ξαδερφούλα μας Νανά). Οι κούκλες μου παραμερίστηκαν περιφρονητικά. Το ίδιο και τα παλιά φιγουρίνια της μαμάς, που έδιναν ευκαιρίες για χαρτοκοπτική και συλλογές από ωραίες κυρίες. Αραίωσαν και οι παρέες με τις φιλενάδες — ήταν όλες τους κορίτσια! Και δώστου στρατιωτικές ασκήσεις και έφοδοι εναντίον του εχθρού, που οχυρωνόταν πίσω από τα φυτά του κήπου ή τα έπιπλα του σαλονιού.

Συνέχεια ανάγνωσης

Το πρώτο θύμα του πολέμου

Standard

 

του Παναγώτη Σκούφη

 

Το Γυμνάσιο στη Μεσσήνη (Νησί). Από το βιβλίο του Παναγιώτη Σκούφη «Αναμνήσεις από το Νησί», Σύλλογος Απανταχού Νησιωτών «Ο Πάμισος»-Φιλιππότης, Αθήνα 2003

Από τον Σεπτέμβρη του 1937, που, εντεκάχρονος, μπήκα στο εξατάξιο Γυμνάσιο της Μεσσήνης –Νησί τη λέγαμε και την λέμε εμείς την Μεσσήνη– μέχρι τις 28 Οκτωβρίου 1940, το τελετουργικό ήτανε κάθε πρωί το ίδιο. Οχτώ η ώρα, στοιχημένοι κατά τάξεις, μπρος από το κτίριο του Γυμνασίου, μπροστά μας οι καθηγητές σε παράταξη και ο Γυμνασιάρχης να καλεί έναν μαθητή της ΣΤ΄ να πει την προσευχή. Ψέλναμε μετά τον Εθνικό Ύμνο, τα δύο πρώτα τετράστιχα μόνο, και μπαίναμε στις τάξεις μας. Πειθαρχούσαμε σε μια επανάληψη, σε μια ρουτίνα, ελάχιστα συμμετείχαμε στο τελετουργικά, πληκτικά επαναλαμβανόμενο για τρία χρόνια.

Εκείνο το πρωινό, παραταχτήκαμε όπως πάντα, μπρος από το Γυμνάσιο. Πρωί-πρωί οι εφημεριδοπώλες της μικρής μας πόλης έτρεχαν στις πλατείες και στις γειτονιές, με μια στοίβα εφημερίδες παραμάσκαλα και διαλαλούσαν, λες και επρόκειτο για εξαιρετικό εμπόρευμα: «Έκτακτο παράρτημα! Ο πόλεμος εκηρύχθη! Εφημερίδεεες! Έκτακτο παράρτημα!». Οι καθηγητές, σκυθρωποί κι αμίλητοι. Εμείς, αμήχανοι κι ανίκανοι να εκτιμήσουμε τι σήμαινε η κραυγή «Ο πόλεμος εκηρύχθη!». Ήτανε ένα κρύο πρωινό και στην ατμόσφαιρα και προπαντός στις καρδιές. Το τελετουργικό επαναλήφθηκε σαν ξόδι σε κηδεία.

Μπήκαμε στις αίθουσες για μάθημα. Το μάθημα δεν ξεκίνησε. Σε λίγο πέρασε ο κλητήρας και είπε: «Να βγούνε οι μαθητές στο προαύλιο, κατά τάξεις στη γραμμή, θα τους μιλήσει ο κύριος Γυμνασιάρχης».

«Το Υπουργείο διέταξε να διακοπούν τα μαθήματα σ’ όλη την Ελλάδα. Πηγαίνετε να πάρετε τα πράγματά σας και να πάτε στα σπίτια σας και στα χωριά σας», είπε εκείνος.

Αμίλητοι μπήκαμε και βγήκαμε από τις τάξεις μας και ξεκινήσαμε για τα χωριά μας. Αισθανθήκαμε ένα απόλυτο κενό. Περπατάγαμε μηχανικά. Μόλις είχαμε κλείσει την παιδική ηλικία και ένας φόβος εγκαταστάθηκε μέσα μας ότι δεν θα ζήσουμε εφηβεία, θα περάσουμε κατευθείαν στην ώριμη ανδρική ηλικία, αντικαθιστώντας τους άνδρες που φεύγανε για το μέτωπο. Τα διατάγματα της επιστράτευσης τηλεγραφήθηκαν σ’ όλη την επικράτεια και οι ηλικίες των εφέδρων που εκαλούντο επήγαιναν με κάθε μέσο στους στρατώνες.

Οι γυναίκες κλαίγανε. Μανάδες, αδερφάδες, σύζυγοι, απαρηγόρητες. Οι άνδρες τραγουδάγανε. Λες και πηγαίνανε σε πανηγύρι. Από τις σπάνιες στιγμές του ελληνικού λαού. Το 1821 και το 1940, ο λαός υψώθηκε σε ιστορικό μέγεθος αιώνων, στρατευμένος εθελοντικά σε μια ιδέα πλατιά όσο ο κόσμος και αιώνια, στην ιδέα της Ελευθερίας. Η ιδέα της Πατρίδας, η ιδέα της Ελευθερίας τον γέμισε οργή για το άδικο της απρόκλητης επίθεσης, τον όπλισε με πείσμα για αγώνα μέχρι τέλους. Και βγήκε νικητής. Και το 1821 και στον πόλεμο του 1940 και στη συνέχειά του κατά την Κατοχή ώς το 1944. Τέσσερα χρόνια, από τον Οκτώβρη του 1940 ως τον Οκτώβρη του 1944 έδινε με πείσμα και αυταπάρνηση καθημερινές μάχες και νίκησε σ’ όλες. Και τους επιτιθέμενους και τους κατακτητές.

Γύρισα στο χωριό μου. Σαράντα σπίτια, διακόσιες ψυχές. Τσοπάνηδες και γεωργοί οι χωριάτες. Ψυχοκόρες και ψυχογιοί τα παιδιά που περισσεύανε και δεν μπορούσαν οι γονείς να τα θρέψουν. Ο Κώστας του Πανάγου ήτανε χωροφύλακας στην Καλαμάτα. Εκείνες τις μέρες περάσανε χαμηλά στον ουρανό του χωριού ιταλικά βομβαρδιστικά. Βγήκε η Πανάγαινα στη σκάλα, μόλις άκουσε τον θόρυβο, ρώτησε τον παπά, που πέρναγε να πάει για τον όρθρο στην εκκλησιά: «Τι είναι και πού πάνε, δέσποτα, αυτά;». «Πάνε να βομβαρδίσουνε την Καλαμάτα», της είπε ο παπάς. «Παναγιά μου Παρθένα! Πάει το παιδί μου! Πάει ο Κώστας μου», και έπεσε ξερή στα σκαλοπάτια. Ανακοπή καρδιάς. Το πρώτο θύμα του πολέμου στο χωριό μου. Ίσως και όλης της Ελλάδας.

Να τα ξαναπώ λοιπόν

Standard

του Χριστόφορου Μηλιώνη

Αθήνα, 28 Οκτωβρίου 1940

Να τα ξαναπώ λοιπόν άλλη μια φορά:

Εμένα τέτοιες μέρες αλαφιάζεται η μνήμη μου. Μην ανησυχείτε και δεν πρόκειται να σας μιλήσω για ηρωισμούς και τα παρόμοια, για όλα εκείνα που συμπυκνώθηκαν στη φράση «Έπος της Αλβανίας» και τα συμπράγκαλά του: δοξολογίες και λογύδρια, παρελάσεις και τραγούδια της Βέμπο, που τ’ ακούνε οι νέοι στην «ΤV» ή στο ραδιόφωνο και σπεύδουν να πατήσουν το κουμπί. Κι εξάλλου τα «παιδιά της Ελλάδας» –εκείνα με τις μακριές χλαίνες, τις λασπωμένες, και τις γκέτες που σβαρνίζονταν– τέλειωσαν ένας ένας. Μάλλον με χαμηλωμένα μάτια. Κι ούτε θα σας μιλήσω για τον Μπενίτο Μουσολίνι, που έβγαινε στον εξώστη του Παλάτσο Βενέτσια και σηκώνοντας το τερατώδες πηγούνι απειλούσε: «Θα τσακίσω τη ραχοκοκαλιά της Ελλάδας!». Τώρα το Παλάτσο Βενέτσια το λένε RAI-UNO, RAI- DUE, RAI-TRE…. Κι ούτε για κείνο το ανεκδιήγητο έκτυπό του θα σας μιλήσω, που είπε ή δεν είπε το Όχι.

Εμένα τέτοιες μέρες ο νους μου φεύγει εκεί ψηλά στα δάση με τις βελανιδιές και τις καστανιές, με τις γραβιές και τα ντούσκα, που αυτή την εποχή αλλάζουν χρώματα. Εκεί στον Καλαμά, στον Αώο και στα Ριζά της Νεμέρτσικας, στον Κασιδιάρη, στη Μουργκάνα, στην Κακαβιά, στην Πωγωνιανή και στη Βήσσανη. Στο Καλπάκι με το Ηρώο –ο θεός να το κάνει– και τις πανάθλιες προτομές που στήθηκαν στη θέση του τσιμεντένιου αετού με την επιγραφή. Ως εδώ έφτασαν οι γενναίες λεγεώνες του Μουσολίνι.

Ως εδώ και πολύ ήταν. Ούτε βήμα παραπέρα. Βγήκαν από τα σπίτια τους οι Δολιανίτες, αντίκρυ κι αγνάντευαν τον πόλεμο, πίσω από τους οβορούς.΄Ηταν σαν ένα θέατρο. Κι ύστερα άρχισαν να χειροκροτούν, να φωνάζουν και να χτυπούν τις καμπάνες.

Εδώ λοιπόν άρχισε το μεγάλο δράμα, το δεκαετές, το τριακονταετές, το πεντηκονταετές και βλέπουμε.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ό,τι δεν σβήστηκε από τη μνήμη

Standard

 

της Αικατερίνης Ασδραχά

 

Η Αικατερίνη Ασδραχά (στο κέντρο), 1940, με συμμαθήτριές της

…Η άλλη μου πρώτη θύμηση είναι από την πρώτη μέρα του πολέμου: 28 Οκτωβρίου 1940. Στη Νέα Σμύρνη, 40 Εκκλησιών 5, στο σπίτι μας, το σπίτι μου το αγαπημένο που ξανάρχεται τόσο συχνά στα όνειρά μου και που δεν υπάρχει πια. Το έκαναν πολυκατοικία, σκοτώνοντας τον τόπο της μνήμης μου. Φαίνεται πως θα τρόμαξα από τους ήχους της σειρήνας· στεκόμουν ανάμεσα στην κουζίνα και στην τραπεζαρία. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη και η κοπέλα μας σκούπιζε με μια χαμηλή σκούπα. Στεκόμουν εκεί ανάμεσα και ρωτούσα (τον πατέρα μου; τη μάνα μου;) τι συμβαίνει. Το πρώτο άγγιγμα του πολέμου. Όλων αυτών που θάρχονταν ύστερα.

Το σχολείο μας, του Ξενόπουλου, στον ίδιο δρόμο με το σπίτι μας, έκλεισε και κάναμε μάθημα 3-4 παιδιά με τη δασκάλα. Είχαμε κι άλλες; Δεν θυμάμαι. Τη δικιά μας  πάντως τη λέγαν Γεωργία και έχω μια φωτογραφία της μαζί με άλλα τρία κορίτσια, εγώ με φιόγκους στις κοτσίδες, γύρω από ένα τραπέζι, όταν κάναμε μάθημα.

Μ’ αυτή την Γεωργία έπαθα την πλάκα μου. Πριν πολλά χρόνια, μια μέρα που ήμουν στο σπίτι της συμμαθήτριάς μου της Αλεξάνδρας, στο Σούνιο, ήρθε ένα νεαρό ζευγάρι φίλων και μέσα στην κουβέντα αποδείχτηκε ότι η κοπέλα ήταν εγγονή της Γεωργίας (!!). Στη  φωτογραφία η Γεωργία δείχνει τόσο γελαστή και καλή…

Στο μεταξύ ο πατέρας μου είχε φύγει, αξιωματικός της διαχειρίσεως, στη Λάρισα. Τέλειωσε ο πόλεμος και δεν ερχότανε. Η μάνα μου έκλαιγε συνέχεια· καθόταν πάνω στο ντιβάνι κι έκλαιγε, ήταν σίγουρη πως είχε σκοτωθεί.

Εμάς, εμένα και την μικρότερη αδελφή μου, μας είχε αναλάβει η αγαπημένη μου γιαγιά, που έμενε στο κάτω πάτωμα (το σπίτι μας ήταν διώροφο). Ήταν Κατοχή. Οι Γερμανοί είχαν ένα αρχηγείο τους στον επάνω δρόμο από τον δικό μας. Θυμάμαι αμυδρά κάτι συρματοπλέγματα κι έναν ουρανό σκοτεινό σα να μην έβγαινε ποτέ ο ήλιος.

Συνέχεια ανάγνωσης

Πριν από σας, για σας: το κράτος μεριμνά για την ιδιωτική ασφάλιση των ανέργων

Standard

του Βαγγέλη Κουμαριανού

Ανρί Ματίς, «Κόκκινος χορευτής», 1938

 

Το 2010, στην αγορά εργασίας, από τις 850.000 ανέργους, οι εγγεγραμμένοι στον ΟΑΕΔ φτάνουν τους 600.000. Ακόμα κι αν θεωρήσουμε πως το επίδομα ανεργίας αποτελεί επαρκή αντιμετώπιση του προβλήματος, περίπου 400.000 άνεργοι, οι μισοί δηλαδή, δεν έχουν καμία ιατρική κάλυψη. Πρόσφατα μάλιστα μαθεύτηκαν, από τα πιο επίσημα χείλη, τα σχέδια του Υπουργείου Εργασίας και της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών για το συγκεκριμένο θέμα.

Ο ΟΑΕΔ μπορεί να μην έχει τα χρήματα για να καλύψει την περίθαλψη των ανασφάλιστων ανέργων αλλά προτείνεται να επωμιστεί το κόστος ασφάλισης της υγείας τους με ιδιωτικά συμβόλαια. Πρόκειται για ομαδική ιδιωτική ασφάλιση την οποία επωμίζεται μεν το κράτος, την αναθέτει δε μαζικά στις ασφαλιστικές εταιρείες.

Άνεργοι στα δίχτυα των ασφαλιστικών

Οι παρεμβάσεις των εκπροσώπων των ασφαλιστικών εταιρειών και του κράτους στο συνέδριο των Financial Times με θέμα «The future of Insurance in Greece» φανερώνουν πως το μέλλον της ασφάλισης στην Ελλάδα σχεδιάζεται βάσει νεοφιλελεύθερων συνταγών. «Με λίγα χρήματα» θα δημιουργηθεί ένα ιδιωτικό «δίχτυ ασφαλείας», το οποίο θα χρηματοδοτείται από το κράτος και θα παρέχεται από την ασφαλιστική βιομηχανία. Μέχρι τώρα, παρά το ύψος των παροχών που θυμίζουν φιλόπτωχο ταμείο, θα πίστευε κανείς πως τουλάχιστον η προνοιακή πολιτική θα παρέμενε δημόσια. Ατυχώς.

Η γενναιοδωρία των ασφαλιστικών εταιρειών είναι πια δεδομένη για την υπουργό Εργασίας Λ. Κατσέλη: παρέχουν φτηνό δίχτυ ασφαλείας σε περίοδο κρίσης, έχοντας «πολύχρονη εμπειρία» στη μείωση του κόστους για «τις χρόνιες παθήσεις και τα ατυχήματα»! Έτσι, με 45 ευρώ το κεφάλι (συνολικά 22 με 25 εκατ. ευρώ, σύμφωνα πάντοτε με το Υπουργείο), 400.000 άνεργοι θα αποκτήσουν μονομιάς ιδιωτικό συμβόλαιο υγείας. Παρά την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και το ύψος της, οι καλυπτόμενες παροχές πρωτοβάθμιας περίθαλψης περιορίζονται στα ελάχιστα τσεκ απ και δεν καλύπτουν τη φαρμακευτική δαπάνη και τις ακριβότερες εξετάσεις των ανέργων που η κυβερνητική πολιτική αφήνει ανασφάλιστους.

Συνέχεια ανάγνωσης

Γαλλία 2010: Ο αυτισμός του κράτους

Standard

Συνέντευξη της γαλλίδας ιστορικού Ντανιέλ Ταρτακόβσκυ

μετάφραση: Ιωάννα Μεϊτάνη

Η γαλλίδα ιστορικός Ντανιέλ Ταρτακόβσκυ μιλάει για την οργή των Γάλλων, την ουσία της εξέγερσής τους και για τον κοινωνικό διάλογο στη Γαλλία. Συνέντευξη στον Ρούντολφ Μπάλμερ για τη γερμανική εφημερίδα Die Tageszeitung (taz), 20.10.10.

 

* Κυρία Ταρτακόβσκυ, στη Γαλλία γίνονται συχνά απεργίες και διαδηλώσεις. Θεωρείτε ότι υπάρχει κάτι που θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε «τυπική γαλλική κουλτούρα διαμαρτυρίας»;

* Το βλέπω κάπως διαφορετικά. Εξάλλου, και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες εκδηλώνονται σημαντικές και άγριες συγκρούσεις με μεγάλες διαδηλώσεις· ορισμένοι κοινωνιολόγοι μάλιστα περιγράφουν το φαινόμενο αυτό με τον όρο «δημοκρατία της διαμαρτυρίας».

 

* Ωστόσο, είναι γνωστό ότι ειδικά στη Γαλλία η σύγκρουση σχεδόν πάντοτε μεταφέρεται στο δρόμο.

*Αυτό εξηγείται, αν δούμε το ιστορικό υπόβαθρο. Η παράδοση του κοινωνικού διαλόγου είναι πολύ διαφορετική στη Γαλλία απ’ ό,τι στη Γερμανία. Στη Γαλλία οι επιχειρηματίες δεν πόνταραν ποτέ στην έννοια των κοινωνικών εταίρων. Επίσης, το συνδικαλιστικό κίνημα, που στις απαρχές του είχε επαναστατικό χαρακτήρα, η εξέλιξη όμως ήταν διαφορετική. Επανειλημμένα όμως έχει δώσει έναυσμα για μεγάλες κινητοποιήσεις. Όλες οι σημαντικές κοινωνικές κατακτήσεις στη Γαλλία είναι αποτέλεσμα μεγάλων και μαζικών κινητοποιήσεων του εργατικού κινήματος, όπως για παράδειγμα τα βήματα που έκανε το Λαϊκό Μέτωπο (1936-1938), καθώς και η Απελευθέρωση στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτά τα δύο ήταν σπουδαίοι σταθμοί κατά την οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους στη Γαλλία, το οποίο σήμερα τίθεται υπό αμφισβήτηση. Στη διαμόρφωση της αγωνιστικής παράδοσης της Γαλλίας συνέβαλε σίγουρα το γεγονός ότι τα βήματα που έγιναν τότε ήταν αποτέλεσμα μεγάλων κινητοποιήσεων.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Η Πριγκίπισσα ντε Κλεβ στις διαδηλώσεις

Standard

 

του Χένρυ Σάμιουελ

Ανάμεσα στο πλήθος των πανώ, το πιο αγαπημένο μου ήταν, χωρίς καμιά αμφιβολία, η εκκεντρική καμπάνια για την υποστήριξη της Πριγκίπισσας ντε Κλεβ, μυθιστορήματος του 17ου αιώνα που έγραψε η Μαντάμ Λαφαγιέτ με θέμα τον απελπισμένο έρωτα, ένα από τα αγαπημένα αναγνώσματα στη διδακτέα ύλη γαλλικών σχολείων.

Πρόσφατα, ο Σαρκοζί δήλωσε χλευαστικά: «Μόνο ένας  σαδιστής ή ένας ηλίθιος –εσείς αποφασίζετε– θα συμπεριλάμβανε ερωτήσεις σχετικά με την Πριγκίπισσα ντε Κλεβ στο διαγωνισμό των  υποψηφίων για το δημόσιο».

Τώρα, η Πριγκίπισσα έχει γίνει καλτ στην έκθεση βιβλίου του Παρισιού, όπου οι κονκάρδες «Διαβάζω την Πριγκίπισσα ντε Κλεβ» πουλιόντουσαν σαν ζεστά ψωμάκια.

Αναρωτιέμαι για την άποψη που έχει επί του ζητήματος η «Πριγκίπισσα» Κάρλα.

(απόσπασμα από ανταπόκριση του Henry Samuel

για την Τelegraph, για παλαιότερη διαδήλωση στη Γαλλία, 19.3.2009)