Με αφορμή το Νόμπελ στον Χρ. Πισσαρίδη

Standard

της Ελίζας Παπαδάκη

 

Έργο της Χάνα Χοχ, 1922

 

Στην Καθημερινή του Σαββάτου 9 Οκτωβρίου δημοσιευόταν το πρώτο μέρος του άρθρου «Προτάσεις για μια νέα αναπτυξιακή στρατηγική», το οποίο συνυπέγραφε ο κύπριος καθηγητής στο London School of Economics, γνωστός σε όσους παρακολουθούν τη θεωρητική συζήτηση γύρω από την αγορά εργασίας, Χριστόφορος Πισσαρίδης. Δυο μέρες αργότερα, στις 11 Οκτωβρίου, η Σουηδική Ακαδημία Επιστημών ανακοίνωνε την απονομή του Βραβείου Νόμπελ Οικονομικών στον Πισσαρίδη από κοινού με τους αμερικανούς καθηγητές Πίτερ Ντάιμοντ και Ντέιλ Μόρτενσεν για την έρευνά τους σχετικά με την ανεργία. Η χρονική σύμπτωση έδωσε λαβή για εύκολα απαξιωτικά σχόλια στην καθ’ ημάς Αριστερά: ως προς τα Νόμπελ της οικονομίας συλλήβδην, τις σκοπιμότητες που υπηρετούν οι θεσμοί που τα απονέμουν, την καπιταλιστική οικονομική επιστήμη γενικότερα.

Πράγματι το άρθρο της Καθημερινής (αναδημοσιεύθηκε ολόκληρο την Τρίτη 12/10, φέροντας επίσης τις υπογραφές των Κώστα Αζαριάδη και Γιάννη Ιωαννίδη, καθηγητών στα πανεπιστήμια Ουάσινγκτον και Ταφτς αντίστοιχα) περιέχει προκλητικές προτάσεις για δραστική συρρίκνωση του δημόσιου τομέα υπέρ του ιδιωτικού, του είδους που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «νεοφιλελεύθερες». Η όποια ιδεολογική απόρριψη δεν αίρει τη χρησιμότητα να διαβαστούν και τέτοιες προτάσεις. Προπάντων όμως δεν αναιρεί το ενδιαφέρον για μιαν επίμονη επιστημονική δουλειά δεκαετιών που για πρώτη φορά φέρνει τέτοια κορυφαία τιμητική διάκριση σε συμπατριώτη μας, και, το κυριότερο, διευρύνει τις γνώσεις μας, την ικανότητα να κατανοήσουμε, μακάρι και να αντιμετωπίσουμε καλύτερα, το κοινωνικό φαινόμενο της ανεργίας.

Το αγαθό της πλήρους απασχόλησης, όπως επικράτησε στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες και είχε ανακτηθεί σε ορισμένες πριν από την πρόσφατη μεγάλη κρίση, ουδέποτε το γνώρισε η Ελλάδα. Οι στατιστικές μας για την απασχόληση παραμένουν πιο αναξιόπιστες ακόμα και από εκείνες των δημοσίων λογιστικών, παρουσίασαν κατά καιρούς τις πιο ανεξήγητες διακυμάνσεις, χονδρικά όμως μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι διατηρούσαμε ποσοστά ανεργίας της τάξης του 10% όλη την οκταετία 1996-2004, όταν είχαμε ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης 4% και παραπάνω. Ενώ δηλαδή το εθνικό προϊόν κάθε χρόνο αυξανόταν, οι άνεργοι έμεναν μισό εκατομμύριο ακατέβατα. Πώς εξηγείται αυτό; Και πώς εξηγείται ότι την ίδια περίοδο βρήκαν δουλειά στη χώρα μας εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες;

Συνέχεια ανάγνωσης

Η σκουριασμένη, η σύγχρονη κοινωνική μηχανική, το νέο πανεπιστήμιο

Standard

του Νίκου Κοταρίδη

 

Φωτογραφία του Ζαν Σαμπριέ, 1955

 

Εμπειρίες και ασυνεχείς εικόνες από το τι ετοιμάζεται στο Πανεπιστήμιο έχουμε όλοι μας, είτε από τις μεταρρυθμίσεις Σημίτη-Καραμανλή είτε από εκτιμήσεις της ευρωπαϊκής εμπειρίας μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας και τη Διαδικασία της Μπολόνια. Τα ΑΕΙ έχουν τη δική τους εμπειρία από τις σχέσεις που ανέπτυξαν στον διεθνή χώρο τριτοβάθμιας και έρευνας, μέσω ανταλλαγών φοιτητών και διδασκόντων, της συμμετοχής σε ερευνητικά προγράμματα, ενώ ο κορμός των διδασκόντων έχει σπουδάσει και εργαστεί στο εξωτερικό και συμμετέχει ενεργά στον διεθνή επιστημονικό διάλογο. Κάτι ξέρουν λοιπόν και οι πανεπιστημιακοί και δεν περιμένουν το πρωθυπουργό να τους διεθνοποιήσει ή να τους ξεστραβώσει στα διεθνή επιτεύγματα.

Το σχέδιο αλλαγών είναι όντως ριζικό, και τούτο δεν εξαντλείται στη διεθνοποίηση ούτε στο έκδηλο περιεχόμενο της νομοθετικής ρύθμισης. Ο ριζικός του χαρακτήρας   συνίσταται στο ανεπίστρεπτο των αλλαγών στις οποίες στοχεύει, στο εύρος των κλυδωνισμών που «ρισκάρει» και στον αποσυντονισμό του συστήματος που προϋποθέτει. Σχεδιάζεται μια «δημιουργική καταστροφή», η οποία ελπίζουν ότι θα οδηγήσει σε μια βίαιη μεν αλλά αποτελεσματική προσαρμογή στις νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες. Τα αντιφατικά, εξαιρετικά άνισα και στη συνολική κλίμακα αποτυχημένα παραδείγματα της διεθνούς εμπειρίας ορίζονται ως πρότυπο οργανωτικών και λειτουργικών αναβαθμών στην ιστορία των πανεπιστημίων, με μόνο κριτήριο την προσαρμοστικότητα σε έξωθεν πιέσεις, εν προκειμένω μιας απροσδιόριστης αγοράς που υποστασιοποιείται μόνο και μόνο επειδή την επικαλούνται.

Συνέχεια ανάγνωσης

«Σε μια τόσο βίαιη εποχή της φτώχειας, δεν μου περισσεύουν δάκρυα για το τραγούδι»

Standard

συνέντευξη του Οδυσσέα Ιωάννου στη Χριστίνα Τσαμουρά

Ο Οδυσσέας Ιωάννου, λίγο μετά την αποχώρησή του από τον «Μελωδία», μιλάει για το ραδιόφωνο-playlist, το μέλλον του ραδιοφώνου, το ελληνικό τραγούδι, το σύγχρονο πολιτικό τραγούδι και την κρίση.

Διάβαζα τις προάλλες, έκπληκτη ομολογώ, ότι σταθμός που παίζει αποκλειστικά playlist βρίσκεται στις πρώτες θέσεις της ακροαματικότητας — δεύτερος νομίζω. Ήθελα λοιπόν να σε ρωτήσω τι είδους κοινό είναι αυτό που απολαμβάνει ένα τέτοιο ραδιόφωνο, δικαιώνοντας την πιο φτηνή αλλά κυρίως την πιο απρόσωπη, αυτοματοποιημένη και –κατά τη γνώμη μου ανιαρά– επαναλαμβανόμενη εκδοχή του;

Δεν θα κρίνω τι κοινό είναι αυτό. Είναι ένα κοινό που του αρέσει αυτό το ραδιόφωνο. Είτε γιατί βαριέται τους παραγωγούς είτε γιατί θέλει να ακούει ευχάριστη και οικεία μουσική χωρίς διακοπές. Εξάλλου αυτός ο σταθμός έκανε θραύση στα καταστήματα. Είναι πολύ πιο εύκολο για έναν επιχειρηματία να έχει αυτό τον σταθμό από το να φτιάχνει ο ίδιος cd ή από το ακούγονται στο μαγαζί του ειδήσεις, διαφημίσεις κ.λπ.

Εικονογράφηση του Στάθη για το τραγούδι «Κράτησα τη ζωή μου», από τα «Επιφάνεια» του Μ. Θεοδωράκη, σε ποίηση Γ. Σεφέρη (από το λεύκωμα «33 τραγούδια εικονογραφημένα», Κέδρος Αθήνα 2000)

 

Υπήρχαν playlist πριν από δύο και κάτι δεκαετίες, όταν ξεκίνησες να κάνεις μουσικές εκπομπές; Δεν εννοώ τεχνικά, εννοώ αν τις «σήκωνε» το ακροατήριο. Πόσο έχουμε αλλάξει ως κοινό από τότε που πρωτοσυστηθήκαμε μέχρι τώρα που αποχαιρετιστήκαμε — ελπίζω προσωρινά;

Όχι, δεν υπήρχαν. Είναι εισαγόμενο το φαινόμενο. Υποτίθεται πως θα βοηθούσε τους σταθμούς στη «στόχευσή» τους, θα περιόριζε τις «άστοχες» μεταδόσεις τραγουδιών που το συγκεκριμένο κοινό δεν τις άντεχε γιατί το ξεβόλευαν, και θα περιόριζε και τα «μεράκια» του παραγωγού όταν αποφάσιζε να γίνει «διδακτικός» ή «δύσκολος» ή «ψαγμένος». Εγώ αφαιρώ όλα τα εισαγωγικά από τις προηγούμενες λέξεις — με τέτοιους παραγωγούς έχω μεγαλώσει, από τις εμμονές εκείνων αγάπησα το ραδιόφωνο και σαφώς και τους προτιμώ ακόμη κι όταν χάνουν λίγο την ισορροπία της επικοινωνίας προς όφελος μιας προσωπικής έπαρσης, η οποία είναι λίγο ενοχλητική αλλά είναι το κουκούτσι στο καρπούζι. Το παίρνεις όλο μαζί…

 

Εικονογράφηση του Στάθη για το τραγούδι «Για τον φτωχό B.B.», από τη «Μουσική Πράξη στον Brecht», του Θ. Μικρούτσικου, μετ. Π. Μάρκαρης (από το λεύκωμα «33 τραγούδια εικονογραφημένα», Κέδρος Αθήνα 2000)

Εκτιμάς ότι ζούμε το τέλος του «ζωντανού ραδιοφώνου», ενός ραδιοφώνου φτιαγμένου από ανθρώπους για ανθρώπους, ή είναι υπερβολικά καταστροφολογική η πρόβλεψη; Θέλω να πω, αν υποθέσουμε πως ο νόμος της αγοράς και της ζήτησης δουλεύει, είναι δυνατόν να εξαφανίστηκε ολοσχερώς ο κόσμος εκείνος που ζητάει από ένα μουσικό σταθμό κάτι περισσότερο από μια αδιάφορη μουσική ταπετσαρία των καθημερινών του δραστηριοτήτων;

Πραγματικά, δεν μπορώ να προβλέψω το μέλλον.  Πάντα θα υπάρχουν δημιουργικοί άνθρωποι, πομποί, δέκτες, επικοινωνία. Το πώς θα επηρεάσει η τεχνολογία το ραδιόφωνο, πότε θα ακούμε ιντερνετικά ή δορυφορικά ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο –φαντάζομαι σύντομα– είναι μάλλον δευτερεύον μπροστά στην επάρκεια του ανθρώπινου δυναμικού και παράγοντα. Θα υπάρχουν ραδιόφωνα για όλα τα γούστα. Όποιος θέλει μόνο μουσική θα τη βρίσκει, όποιος θέλει λόγο θα τον βρίσκει, όποιος θέλει να ζει αδιάφορα θα μπορεί όποιος θέλει να «ξεβολεύεται» θα μπορεί, ότι συμβαίνει και τώρα δηλαδή. Αρκεί ο καθένας να γνωρίζει το αντιστάθμισμα –δεν θα πω το τίμημα– των επιλογών του και όταν φτάνει στο ταμείο να μην κάνει τον Κινέζο…

 

Το να είσαι βέβαια… υπολογιστής και να κάνεις ραδιόφωνο έχει και τα καλά του: γύρω σου μπορεί να διαλύεται το σύμπαν, να πεθαίνει ο Χατζιδάκις ή ο Γρηγορόπουλος, να καίγεται η μισή Ελλάδα από «ασύμμετρη απειλή» ή να χάνει η ΑΕΚ, αλλά εσύ συνεχίζεις ατάραχος στο επόμενο τραγούδι. Αντιθέτως, το να είσαι άνθρωπος έχει κάποια προβλήματα. Κοντά είκοσι χρόνια στον αέρα, Οδυσσέα, πόσες φορές έχεις βρεθεί κυριολεκτικά στον αέρα μέσα σε αυτά; Θυμάσαι στιγμή που να μην έβρισκες λέξη να αρθρώσεις;

Θυμάμαι όταν έπεσε το αεροπλάνο στο Γραμματικό. Ήταν Δεκαπενταύγουστος, οι περισσότερες εκπομπές μας εκείνο το Σαββατοκύριακο στον «Μελωδία» ήταν ηχογραφημένες. Οι ίδιοι οι παραγωγοί –όσοι είχαν μείνει στην Αθήνα– μου τηλεφώνησαν και μου ζήτησαν να κατέβουν να κάνουν ζωντανές εκπομπές. Τα υπόλοιπα μουσικά ραδιόφωνα δεν άλλαξαν το πρόγραμμά τους. Επίσης θυμάμαι το απόγευμα στις 15 Ιουνίου 1994· είμαι στον αέρα και μαθαίνουμε την είδηση του θανάτου του Μάνου Χατζιδάκι. Κάτι πρέπει να πεις, κάτι πρέπει να κάνεις. Ειλικρινά, δεν θυμάμαι ούτε τί είπα ούτε τι έπαιξα. Αισθάνεσαι πως πρέπει να κάνεις από τα πάντα μέχρι να σιωπήσεις. Και βέβαια πολλά γεγονότα ευχάριστα και ιδιαίτερα δυσάρεστα που μαθαίνεις ή σου συμβαίνουν εν ώρα εκπομπής, στην προσωπική σου ζωή, στους δικούς σου ανθρώπους. Αν σκεφτείς πως έκανα ραδιόφωνο καθημερινά επί 22 χρόνια, μπορείς να φανταστείς πως εκείνα τα δίωρα χώρεσαν πολύ ζωή.

 

Τώρα βέβαια, εδώ που τα λέμε, ΟΚ με το «ζωντανό μουσικό ραδιόφωνο» και ζήτω του και μπράβο του και όλοι μαζί του είμαστε, αλλά αν είναι να παίζει «τραγούδια για το τίποτα γραμμένα» ή τραγούδια συγκεκριμένων δισκογραφικών εταιρειών και μόνο, εμείς για ποιο πράγμα ακριβώς θα πρέπει να χαιρόμαστε; Που τρώνε ψωμί κάποιοι άνθρωποι; Καθόλου αμελητέο σε τέτοιους καιρούς, δε λέω, αλλά αρκεί αυτό;

Αυτό με τις επιταγές των δισκογραφικών είναι ένα στερεότυπο που αναπαράγεται σε εποχές που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Οι δισκογραφικές είναι εντελώς αδύναμες πια για να παίξουν έναν τέτοιο ρόλο. Αντιθέτως, έχω ακούσει για μεγάλα μαγαζιά της νύχτας που πιέζουν για μεταδόσεις συγκεκριμένων καλλιτεχνών. Έχει μετατοπιστεί η εξουσία… Και επίσης, οι καλλιτέχνες αλλάζουν συχνά εταιρία. Για παράδειγμα, το γεγονός πως τα τελευταία χρόνια οι εφτά από τους δέκα καλλιτέχνες που έπαιζε ο «Μελωδία» συγκεντρώθηκαν στη «Λύρα» και την «Legend» –που είναι η ίδια εταιρία– σημαίνει πως ο «Μελωδία» τα έπαιρνε από τη «Λύρα»; Καταλαβαίνω την καχυποψία και εν μέρει την δικαιολογώ –εκείνο το ρητό για την γυναίκα του Καίσαρα για κάποιο λόγο υπάρχει ακόμα–, όμως πολλές φορές έχουμε να κάνουμε απλώς με εμμονικούς ανθρώπους στις αγάπες τους και όχι με οικονομικά διαπλεκόμενους. Από την άλλη, δεν ξέρω αν έχει νόημα να απολογείσαι για τους φίλους σου. Εννοώ πως πρώτα εκτιμάς το ταλέντο, τη δουλειά και την προσφορά ενός καλλιτέχνη και μετά γίνεται φίλος σου. Το αντίστροφο θα ήταν ύποπτο.

 

Μέσα σε αυτό το γκρίζο πλαίσιο, πώς τα βλέπεις τα πράγματα για σένα αυτό το φθινόπωρο; Θα ξανακάνεις σύντομα ραδιόφωνο ή προτιμάς να κλοτσάς φύλλα τα «ελεύθερα» απογεύματα σαν εκείνο τον ήρωά σου — στα «Κέρματα» νομίζω;

Δεν το φανταζόμουν ότι δεν θα μου λείπει το ραδιόφωνο. Πολλές φορές σκέφτεσαι ή φοβάσαι ένα γεγονός και μόλις αυτό συμβεί η πραγματικότητά σου δεν έχει καμία σχέση με εκείνο που φανταζόσουν.  Ναι, είναι πιθανό να ξανακάνω ραδιόφωνο με τον νέο χρόνο, αλλά δεν είναι η προτεραιότητά μου. Ετοιμάζω δύο προσωπικούς δίσκους για το 2011, έναν με τον Μίλτο Πασχαλίδη και έναν με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, γράφω σκόρπια τραγούδια για φίλους, ελπίζω μέσα στην νέα χρονιά να έχει τελειώσει ένα βιβλίο που γράφουμε τα τελευταία τρία χρόνια παρέα με τον Θάνο Μικρούτσικο, βασισμένο στην ζωή του, αλλά και στο ελληνικό τραγούδι, αρθρογραφώ στο Δίφωνο και στο protagon.gr, και γενικά τα γραψιματάκια μου με ενδιαφέρουν περισσότερο αυτήν την περίοδο.

 

Εικονογράφηση του Στάθη για το τραγούδι «Νυχτερινά Αγάλματα», από τις «Μπαλάντες της οδού Αθηνάς», του Μ. Χατζιδάκι, σε στίχους Α. Δαβαράκη (από το λεύκωμα «33 τραγούδια εικονογραφημένα», Κέδρος Αθήνα 2000)

Συνδέθηκες με αυτό που λέω «καλό ελληνικό τραγούδι» όχι μόνο ως παραγωγός με μια από τις μακροβιότερες και πλέον πετυχημένες μουσικές εκπομπές και διευθυντής ενός σταθμού, αλλά και ως στιχουργός. Αλήθεια, πώς σου ήρθε να γράψεις στίχους; Ο εαυτός σου στο ζήτησε ή οι άλλοι;

Όσο κι αν σου φαίνεται περίεργο, δεν κυνήγησα τίποτα, δεν σκέφτηκα τίποτα πρώτος. Στο ραδιόφωνο με έβαλε το 1989 ο Δημήτρης Δανίκας, δίχως να το ζητήσω, στον 902, το καλύτερο κατ’ εμέ πολυσυλλεκτικό ραδιόφωνο που φτιάχτηκε στην Ελλάδα με πρώτο διευθυντή τον Παύλο Τσίμα. Μου έκαναν και οι δύο –και αργότερα ο Γιώργος Θαλασσινός– το δώρο της ελευθερίας και της εμπιστοσύνης –ήμουν μόλις 21 χρονών– και τους το χρωστάω. Αυτό το δώρο προσπάθησα κι εγώ με τη σειρά μου να το «επιστρέψω» στους νεότερους παραγωγούς ως διευθυντής, γι αυτό δεν θα μπορούσα ποτέ να υπηρετήσω το play list του απόλυτου ελέγχου. Ούτε στίχους είχα σκεφτεί ποτέ να γράψω. Με παρότρυνε ο Διονύσης Τσακνής το 1992. Του είχαν ζητήσει να γράψει ένα τραγούδι για την Βούλα Σαββίδη και μου πρότεινε να γράψω τους στίχους, Ήταν το πρώτο μου τραγούδι, το «Ζεϊμπέκικο της Πατησίων».

 

Αναρωτιόμαστε συχνά πυκνά γιατί «δεν γράφονται πλέον μεγάλα ελληνικά τραγούδια». Εσύ τι λες; Ως μέρος πλέον του –επίτρεψέ μου τη χρήση της λέξης, δεν έχει αρνητικό φορτίο– κυκλώματος που «γράφει ελληνικά τραγούδια», όταν το ακούς ενοχλείσαι ή προσυπογράφεις;

Με τι μέτρα μετράς τα «μεγάλα» τραγούδια; Με την πανεθνική αποδοχή τους; Αυτή είναι δύσκολο να υπάρξει στις μέρες μας γιατί η κοινωνική διαστρωμάτωση είναι πολύ πιο σύνθετη και συμπαγής και δύσκολα ένα τραγούδι θα καταφέρει την κάθετη τομή.  Το μόνο κριτήριο είναι να συγκλονίσει ή απλώς να συγκινήσει εσένα προσωπικά. Τότε είναι ένα μεγάλο τραγούδι, ακόμη κι αν το πιστεύεις μόνο εσύ. Για να μην παρεξηγηθώ βέβαια, δεν υποστηρίζω πως το τραγούδι των λίγων είναι καλύτερο ή ποιοτικότερο, με γοητεύει κι εμένα το τραγούδι περασμένων δεκαετιών που ήταν και μαζικό και προσωπικό, εξέφραζε με ιδιαίτερο ένστικτο μια ολόκληρη εποχή και το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας, αλλά δεν ξέρω αν μπορούμε να το έχουμε ξανά.

 

Είναι σαφές ότι κάποιος περνάει κρίση. Το ερώτημα είναι ποιος. Το ελληνικό τραγούδι; Ή μήπως η ελληνική κοινωνία;

Πάντα υπήρχε μια κρίση. Δεν υπήρξε καμία εποχή που να μην έβγαλε «γκρίνια» και νοσταλγία ή εξιδανίκευση της αμέσως προηγούμενης. Έχουμε κι εμείς τα θέματα μας και είναι σοβαρά. Είχα πει κάποτε πως το ελληνικό τραγούδι είναι το σημαντικότερο δευτερεύον πράγμα στη ζωή μου. Από την πλευρά μου προσπαθώ να κάνω το καλύτερο που μπορώ, στους στίχους μου, αλλά είναι τόσο βίαιη η εποχή της φτώχειας που ανοίγεται μπροστά μας, που δεν μου περισσεύουν δάκρυα για το τραγούδι και την κρίση του  — αν υπάρχει.

 

Για το πολιτικό τραγούδι τι λες; Έχει τελειώσει ολοσχερώς ή έχει τελειώσει μόνο το πολιτικό τραγούδι όπως το μάθαμε από τον Θεοδωράκη, τον Λοΐζο και μια σειρά από στιχουργούς κι ερμηνευτές της δεκαετίας του ’70 και των αρχών του ’80; Οι πιτσιρικάδες που ακούνε Αctive Μember τι ακούνε κατά τη γνώμη σου; Pop ή μήπως το πολιτικό τραγούδι της γενιάς τους;

Είναι μεγάλο θέμα ο ορισμός του τι είναι πολιτικό τραγούδι και δεν νομίζω πως μπορώ να αναπτύξω εδώ την άποψή μου. Σαφώς και δεν τελείωσε και δεν πρόκειται να τελειώσει. Οι εποχές του Μίκη, του Μικρούτσικου και του Λοΐζου φωνάζαν από μόνες τους και το ζητούσαν. Είτε το επικό, λυρικό και μαζικό του Θεοδωράκη είτε το ιδιαίτερα τολμηρό τόσο σε φόρμα όσο και σε περιεχόμενο του Μικρούτσικου της εποχής 1974-1981. Ο Θάνος είναι ο τελευταίος της γενιάς του που είναι ενεργός δίχως να τρώει από τα έτοιμα. Για τους ακροατές των Active Member δεν θα μπορούσα να μιλήσω για το τί είναι, γιατί δεν είναι μία μάζα ανθρώπων ομογενοποιημένη. Οι  Active Member έχουν κάνει ένα μεγάλο καλό και ένα μικρό κακό. Το μεγάλο καλό είναι που υπάρχουν, είναι σπουδαίοι. Το κακό –αλλά δεν ευθύνονται– είναι πως πολλοί θεώρησαν πως αυτό που κάνει ο Μιχάλης είναι εύκολο. Δεν είναι καθόλου. Τα υλικά δεν είναι μόνο δύο λούπες και ένας καταγγελτικός λόγος. Είναι πολλά περισσότερα. Γι’ αυτό και οι  Αctive Μember είναι κατά την γνώμη μου –παρά το γεγονός πως η φόρμα τους δεν ανήκει στην παράδοση του ελληνικού τραγουδιού– το μόνο συγκρότημα αυτού του ιδιώματος που ανήκει στον κορμό του ελληνικού τραγουδιού, εκείνον τον κορμό που περιλαμβάνει, από τον Μάρκο και τον Τσιτσάνη μέχρι τους μεγάλους λαϊκούς, τους σπουδαίους έντεχνους, τους νεότερους τραγουδοποιούς.

 

Μακάριοι οι κατέχοντες την γην: Γαιοκτητικοί σχεδιασμοί προς απαλλοτρίωση συνειδήσεων στη Μακεδονία 1880-1909

Standard

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

του Σπύρου Καράβα

Το βιβλίο του Σπύρου Καράβα «Μακάριοι οι κατέχοντες την γην». Γαιοκτητικοί σχεδιασμοί προς απαλλοτρίωση συνειδήσεων στη Μακεδονία 1880-1909 (εκδ. Βιβλιόραμα), καρπός μακρόχρονης ερευνητικής ενασχόλησης του συγγραφέα με το θέμα, θα βρίσκεται από αύριο στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Πρόκειται για μελέτη αποκαλυπτική, με ιστοριογραφική και μεθοδολογική βαρύτητα: με τρόπο γλαφυρό και σαφή, ο Σπ. Καράβας, εκκινώντας από τα επίσημα κείμενα, εξετάζει στερεότυπα και αντιφάσεις της ελληνικής εθνικιστικής ιδεολογίας και, ταυτόχρονα, τους τρόπους με τους οποίους εργαλειοποιείται η Μεγάλη Ιδέα. Προδημοσιεύουμε λοιπόν, με ιδιαίτερη χαρά, αποσπάσματα από το Προλογικό Σημείωμα, καθώς και από το κεφάλαιο «Ού η χώρα εκείνου και η θρησκεία».

Στρ. Μπ.

 

 

Από το εξώφυλλο του βιβλίου: Αγρόκτημα στην Κορφούλα (Νοβοσέλο) Καστοριάς. Φωτογραφίες: Σπύρος Καράβας, μακέτα εξωφύλλου: Εριφύλη Αράπογλου

 


ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Αφορμή για τις σελίδες που ακολουθούν στάθηκε η επιθυμία να επανεμφανιστεί στην αγορά των ιδεών το φυλλάδιο του Αθανάσιου Ευταξία Το Έργον του Ελληνισμού εν Μακεδονία (Αθήνα 1880). Σχεδιάστηκαν, επομένως, ως προλεγόμενα σε μια ενδεχόμενη ανατύπωση.

Στη συνέχεια, και ακριβώς επειδή η ριζική, καινοτόμα και πολλά υποσχόμενη πρόταση του Ρουμελιώτη δημοσιολόγου και πολιτικού, η οποία μεταφέρει στα καθ’ ημάς τους προβληματισμούς και τις λύσεις που δόθηκαν σε ανάλογα ζητήματα στην Εσπερία, προσφέρεται για την ιστορικοποίηση των φαινομένων και, εντέλει, την κατανόηση των μηχανισμών που διέπουν πρακτικές και νοοτροπίες του ελληνικού αλυτρωτισμού, το αρχικό σχέδιο διευρύνθηκε.

Πλαισιώθηκε, λοιπόν, με ένα κεφάλαιο, «αντί εισαγωγής», που προοικονομεί το θέμα, δια του υπομνήματος του Ιωάννη Θεοδωρίδη (1859). Το κείμενο αυτό, στον απόηχο των ανακατατάξεων που σήμανε ο Κριμαϊκός Πόλεμος για τη Βαλκανική,  εικονογραφεί με τρόπο καίριο τη συνειδητοποίηση των προβλημάτων και την υιοθέτηση των αναμενόμενων πρωταρχικών μεθοδεύσεων (μέσω των σχολείων και της εκκλησίας) στην κατεύθυνση του εξελληνισμού των υπό διεκδίκηση έκπαλαι ελληνικών χωρών. Έπεται η σταδιακή αποκρυστάλλωση της αντίληψης πως οι μεθοδεύσεις αυτές δεν επαρκούν από μόνες τους, ιδίως από την επαύριον της Ανατολικής Κρίσης (1875-1878). Η προσφυγή στην ιδιοποίηση της γης και τον εποικισμό της προτείνονται έκτοτε ως τα απαραίτητα αλεξιφάρμακα, προσβλέποντας, σε πρώτη φάση, στην ιδιωτική πρωτοβουλία και εν συνεχεία στον κρατικό προϋπολογισμό. Έτσι, ενώ το κοινωνικόν μας ζήτημα, στην αγροτική του διάσταση, έχει κάνει αισθητή και επίφοβη την παρουσία του στο ελληνικό πρότυπο Βασίλειο, το Μακεδονικό Ζήτημα γίνεται βαθμιαία σαφές ότι διαπλέκεται μαζί του.

Με αυτόν, συνεπώς, τον άξονα, με σημείο έναρξης το κείμενο του Ευταξία και κατάληξη, στις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων, την προξενική έκθεση του Αντώνιου Σακτούρη (1909), κωδικοποιήθηκαν όσες συναφείς μαρτυρίες επιτρέπουν να σκιαγραφηθούν κατά κάποιο τρόπο οι ρητορικοί  τόποι, τα στερεότυπα και οι αντιφάσεις της ελληνικής εθνικιστικής ιδεολογίας, αφενός, και, αφετέρου, η συγκεκριμένη τακτική που υιοθετείται, και οι εξορθολογιζόμενοι γεωπολιτικοί σχεδιασμοί, με τα οποία επιχειρείται να εργαλειοποιηθεί η Μεγάλη Ιδέα. Εργαλειοποίηση με τους τρόπους που προσφέρει ο αναπτυσσόμενος καπιταλισμός στη Βαλκανική, στο πλαίσιο των εθνικών αντιπαραθέσεων που αυτός υποδαυλίζει και των αντίρροπων εδαφικών διεκδικήσεων των ενεχόμενων κρατών.

ΟΥ Η ΧΩΡΑ ΕΚΕΙΝΟΥ ΚΑΙ Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ

 

 

Ο Αθανάσιος Ευταξίας

 

Όσα είδαμε να έχουν προταθεί έως εδώ από τον Ευταξία για την εξελλήνιση της Μακεδονίας δεν αποτελούν παρά μόνο τις περιφερειακές κινήσεις της εθνικής ενεργείας. Και μάλιστα κινήσεις άμεσα εξαρτημένες, οικονομικά, από την κεντρική πρόταση. Μια πρόταση που συνιστά το κύριο προϊόν του πειράματός του και αναλύεται συστηματικά στο τελευταίο κεφάλαιο — το εκτενέστερο, όπου και συμπυκνώνεται «το ήμισυ του παντός έργου του ελληνισμού εν Μακεδονία».

Πράγματι οι μέχρι τώρα εκτεθείσες προτάσεις δεν είναι εκείνες που μπορούν να λειτουργήσουν δραστικά επί του φρονήματος της ογκωδέστερης και επίδικης πλη­θυ­σμιακής ομάδας, δηλαδή του αγροτικού βουλγαρικού λαού της Μακε­δονίας.

Ούτε οι ενάρετοι κληρικοί ούτε τα πρότυπα σχολεία ούτε τα παρθεναγωγεία ούτε οι εθνικοί απόστολοι ούτε τα επενδυτικά προγράμματα στον εμπορικό τομέα ούτε οι τραπεζικές εργασίες περί τους γαιοκτήμονες ούτε, πολύ περισσότερο, η έμπρακτη ελληνοτουρκική συνέργεια, είναι ικανά να συγκινήσουν τον χειρώνακτα «βούλγαρο» κολλήγο, τον απόλυτα εξαρτημένο και δεμένο συγχρόνως, ψυχικά και σω­ματικά, με τη γη που καλλιεργεί και δεν του ανήκει. Αυτός αποτελεί το σήμα κατα­τεθέν της μακεδονικής υπαίθρου, αυτός συγκροτεί την πληθυσμιακή της πλειονότητα, αυτός συνιστά το κοινωνικό πρόβλημα της Μακεδονίας, αυτός αποτελεί το μήλον της έριδος μεταξύ Πατριαρχείου και Εξαρχίας, μεταξύ ελληνισμού και βουλγαρισμού. Και αυτού του προλετάριου της μακεδονικής γης, με τον αραμπά και το βόδι, δεν μπορούν οι προτάσεις Ευταξία να του αλλάξουν τη μοίρα. Τουτέστιν την πίστη, και με τα δύο της σημαινόμενα.

Όλα αυτά ο Ευταξίας τα είδε και τα γνώρισε από κοντά, όπως ακριβώς και οι περιηγητές της Εσπερίας που τα περιγράφουν παραστατικά. Εκείνος, όμως, «εξ έρωτος» προς  τη Μακεδονία και τον «ελληνισμό», θα θέσει σε λειτουργία ένα πιλοτικό σχέδιο εξελλήνισης της μακεδονικής γης. Ένα πρακτικότατο κατά τον ίδιο σχέδιο, που απευθύνεται στους κεφαλαιούχους Έλληνες, ημεδαπής και αλλοδαπής, τους εθνικά σκεπτόμενους ομοφύλους του. Έμμεσος αποδέκτης του σχεδίου του  και το Υπουργείο Εξωτερικών, ιδίως το παράρτημά του, ο προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων Σύλλογος.

 

H «εξελλήνιση» της Μακεδονίας μέσω της γης

Και το δραστικώτατον πάντων των μέσων προς πραγμάτωσιν του σκοπού μας, τονίζει ο Ευταξίας, είναι «η αγορά αγροτικών κτημάτων» στη Μακεδονία από τους Έλληνες. Διότι η εξελλήνιση της Μακεδονίας περνά, κατά τον Ευταξία, μέσω της γης. Πρώτα πρέπει να εξελληνισθεί η γη, αλλάζοντας ιδιοκτησιακό καθεστώς και, στη συνέχεια, το φρόνημα των κατοίκων. Το τελευταίο θα είναι υποκείμενο πλέον στις διαθέσεις του καινούργιου αφεντικού. Όπως χαρακτηριστικά αποφαίνεται ο συγγραφέας «ου η χώρα εκείνου και η θρησκεία».

Βασική  πεποίθηση του Ευταξία είναι ότι, ναι μεν το εθνικό φρόνημα υπόκειται στην καταγωγή, αλλά μπορεί να διαμορφωθεί κατά το δοκούν ή και να αλλάξει ριζικά. Η βάση της συλλογιστικής του στηρίζεται στο γνωστό αξίωμα «ανάγκα και θεοί πείθονται».

Για τον Ευταξία η οικονομική και η πνευματική διείσδυση στη διεκδικούμενη χώρα είναι αλληλένδετες. Η επέκταση του Βασιλείου πρέπει να προπαρασκευαστεί δημιουργώντας τις κατάλληλες υποδοχές στις υπό πρόσκτηση χώρες. Η βασική προϋπόθεση του όλου σχεδιασμού έγκειται, λοιπόν, στην αγορά τσιφλικιών και στη μετατροπή τους σε «εστίες εθνικής ελληνικής ζωής».

Ο Ευταξίας, απευθυνόμενος στους έλληνες κεφαλαιούχους, τους οποίους παρο­τρύνει να φανούν «κρείττονες των εβραίων» ως προς το εθνικό φιλότιμο, εκθέτει την κατά­σταση πραγμάτων, μέσα από την προσωπική του εμπειρία. Όπως σημειώνει, τα δύο τρίτα της Μακεδονίας, και μάλιστα οι γονιμότερες εκτάσεις της, καλύπτονται από τσιφλίκια. Οι ιδιοκτήτες τους, κυρίως μουσουλμάνοι, λόγω προησιόδειας μεθόδου και περιορισμένης καλλιέργειας των κτημάτων –στο 1/4 ή 1/8 της έκτασής τους–, με συνέπεια τις περιορισμένες αποδόσεις. λόγω κακοδιαχείρισης,  με μόνιμο τον κίνδυνο να απολεσθούν από τους τοκογλύφους. λόγω της νωχελικής και μοιρολατρικής νοο­τροπίας και, τέλος, λόγω της αβεβαιότητας που τους προκαλεί η τρέχουσα πολιτι­κή κατάσταση, επιθυμούν την εκποίηση των κτημάτων τους. Προς το παρόν, όμως,  δεν υπάρχει ζήτηση από τους ομοφύλους τους, ενώ δεν αποκλείει ο Ευταξίας μελλοντικά να εμφανιστούν «ζητηταί βούλγαροι και άλλοι ευρωπαίοι».

Οι τιμές των τσιφλικιών είναι άκρως συμφέρουσες, καθότι είναι υποτιμημένες· αυτό ίσχυε και στο παρελθόν, αλλά τη στιγμή που γράφει η αξία τους βαίνει μειούμενη. Αντίθετα είναι υπερτιμημένο το χρήμα. […]

Ο στόχος βεβαίως για τον Ευταξία δεν είναι το προσωπικό κέρδος των ομογενών, αλλά η με το αζημίωτο υποστήριξη της εθνικής ενεργείας. Γιατί ο μελλοντικός αγοραστής κεφαλαιούχος θα υποχρεώνεται να παραχωρεί ετησίως το 6% (εφόσον το καθαρό κέρδος είναι 12%) «δια  τους εθνικούς σκοπούς». Ενώ σε περίπτωση μεταπώλησης του κτήματος, έπειτα από μία δεκαπενταετία, λόγου χάριν, και στο βαθμό όπου αυτό θα έχει υπερτιμηθεί, το ήμισυ του καθαρού κέρδους προβλέπεται να διατε­θεί στην «ίδρυσιν ταμείου των εθνικών ενεργειών εν τη χώρα». Παράλληλα, εντός του τσιφλικιού θα διεξάγεται απρόσκοπτα η διαδικασία εθνικού (ελλη­νικού) φρονηματισμού των κολλήγων, με παπά και δάσκαλο κατάλληλα παρα­σκευα­σμένους. […]

Από τη στιγμή, λοιπόν, που το μεγαλύτερο μέρος της χώρας αποτελείται από τσιφλίκια, είναι ευνόητο, υποστηρίζει ο Ευταξίας ότι όποιος «λαός» τα κατέχει, ο ίδιος «δύναται να έχη την μεγίστην ροπήν επί το καθόλου φρόνημα των κατοίκων» της Μακεδονίας.

 

«Τεχνάσματα» για να κερδηθεί το φρόνημα των καλλιεργητών

Το φρόνημα των καλλιεργητών, που αποτελεί και το επίδικο ζήτημα, μπορεί να κερδηθεί και χωρίς να εκβιαστεί. Τούτο εξαρτάται από την προσωπικότητα, τις δεξιότητες και την πολιτική δύναμη του τσιφλικούχου, στο μέτρο που θα λειτουργήσει ως αφέντης-προστάτης των κολλήγων του. Στο μέτρο που θα τους παράσχει πολιτική προστασία, απέναντι στις αυθαιρεσίες και τις καταπιέσεις από την κεντρική εξουσία και από τα παρακλάδια της. Ακόμη και στην περίπτωση όπου ο εν λόγω ιδιοκτήτης δεν διαθέτει είτε τις αναγκαίες διασυνδέσεις στον οθωμανικό μηχανισμό είτε την απαιτούμενη προξενική κάλυψη ισχυρού κράτους, λόγω υπηκοότητας, ο Ευταξίας προτείνει μια λύση-«τέχνασμα», όπως ο ίδιος την αποκαλεί: την εικονική ενοικίαση του κτήματος σε άλλον ομογενή με υπηκοότητα ισχυρού ευρωπαϊκού κράτους. Ό,τι, δηλαδή, ο ίδιος δοκίμασε επιτυχώς, χρησιμοποιώντας την γερμανική υπηκοότητα του συνεταίρου του. Διά του τεχνάσματος αυτού η προστασία των καλλιεργητών εξασφαλίζεται και η οικείωσή τους με τον «ελληνισμό» επιτυγχάνεται. […]

Και βέβαια η αγορά κτημάτων δέον να πραγματοποιηθεί στο τμήμα της «ελληνικής Μακεδονίας», όπως ήδη το προσδιόρισε. Πιο συγκεκριμένα: «Δέον ν’ αγορασθώσι το κατ’ αρχάς εν μια εκάστη περιφερεία του νοτιοδυτικού τμήματος της Μακεδονίας ανά έν κτήμα, όπερ συν τοις άλλοις θα είχε και επίκαιρον την θέσιν εις εθνικάς ενεργείας». Οι δε  εθνικές ενέργειες πρέπει όλες να κατατείνουν «προ πάντος εις την επίρρωσιν μεν του φρονήματος των ελλήνων, εις εξελλήνισιν δε τελείαν των μη ελληνοφρονούντων ή μηδέ φρόνημα εθνικόν εχόντων αλλογλώσσων κατοίκων [των τσιφλικιών]».

Είναι ρητή, λοιπόν, ανάγκη, για τον Ευταξία, να ελληνοφρονήσουν άπαντες οι χριστιανικοί λαοί της «ελληνικής Μακεδονίας». Η διαφορά ανά λαό έγκειται στο μέγεθος της προσπάθειας που απαιτείται για την ελληνοφρόνησή του, δηλαδή στην απόσταση που τους χωρίζει από το επιθυμητό σημείο κατάληξης. Απορίας άξιο είναι πώς συνδυάζεται η αντίληψη αυτή με όσα προηγουμένως εξέθετε ο Ευταξίας περί κεκτημένων. Εκτός εάν τα τελευταία υπακούουν περισσότερο στις ρητορικές συνήθειες παρά στα πράγματα αυτά καθεαυτά.

***

Η μακιαβελική του πρόταση, στον αντίποδα της στρατιωτικής κατάκτησης που επιχείρησε τριάντα χρόνια αργότερα ο στρατηλάτης διάδοχος Κωνσταντίνος, ως ιδέα τουλάχιστον, δεν είναι καινούργια. Υπό διαφορετικούς όρους, χωρίς όμως να υλοποιηθεί, είχε ήδη διατυπωθεί περιστασιακά. Ο ίδιος ο Ευταξίας μας το αποκαλύπτει στο «ως χειρόγραφον» πόνημά του. Όμως εκείνη η πρόταση αγοράς «δι’ εθνικούς σκοπούς» προέβλεπε ένα νομικό καθεστώς μετοχικής εταιρείας, παντελώς ακατάλληλο και το ενδιαφέρον των κεφαλαιούχων να κεντρίσει και το επικερδές του πράγματος να εξασφαλίσει.[…]

Ωστόσο, η πρόταση Ευταξία, χωρίς να αποτελεί, όπως θα δούμε,  ελληνική πρωτοτυπία, πρέπει να είναι η πρώτη που στα καθ’ ημάς, εν απορρήτω, αλλά δημοσίως, διατυπώνεται, τεκμηριωμένα, εξηγώντας βήμα προς βήμα ολόκληρο το τέχνασμα, το οποίο εξασφαλίζει τόσο  τα κεφάλαια των επενδυτών όσο και τον επιδιωκόμενο σκοπό. Επιπλέον η πρόταση αυτή στηρίζεται στην προσωπική του εμπειρία: «Δεν πρόκειται περί επινοήματός τινος εξ απίνης και εική επελθόντος ημίν». Στο φυλλάδιό του εκθέτει τα «συμπεράσματα μακράς και συντόνου μελέτης».

 

Ο διά των κεφαλαίων εισοδισμός στη Μακεδονία

Ο Ευταξίας, όπως είδαμε,  είχε πείσει φίλο του γερμανό κεφαλαιούχο ν’ αγοράσει στη Μακεδονία ένα τσιφλίκι, το οποίο διεύθυνε στη συνέχεια ο ίδιος, μαζί με τον αδελφό του Χαράλαμπο, λειτουργώντας ως ενοικιαστής.

Η δοκιμή ημών ην από διετίας ήδη και επέκεινα ποιούμεθα, επέτυχε πληρέστατα, μετά θάρρoυς δε λέγομεν νυν προς πάντα, «έρχου και ίδε» οποίον το φρόνημα των πριν κεκηρυγμένων βουλγάρων κατοίκων των κτημάτων, ά διαχειριζόμεθα, τί δε δι’ αυτών δυνάμεθα ενταύθα.

Συνεπώς ο Ευταξίας προχωρά σε ανοικτή πρόσκληση, για όποιον έχει την παραμικρή αμφιβολία ως προς την αλλαγή του φρονήματος των γηγενών καλλιεργητών του, να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι το επιτελεσθέν εθνικό έργο. Έχει πάντως τη σημασία του το γεγονός ότι παραμένει αδιευκρίνιστο το βάθος της προκείμενης αλλαγής. Δεν γνωρίζουμε, δηλαδή, αν οι κεκηρυγμένοι βούλγαροι μεταβλήθηκαν σε κεκηρυγμένους έλληνες. Σε κάθε περίπτωση, η απουσία ρητής αναφοράς στο «νέο» φρόνημα των «βουλγαροφώνων ελλήνων» μεν, βουλγαροφρόνων μέχρι πρότινος δε, είναι αρκούντως κατατοπιστική για το τί πίστευε ο ίδιος ο συγγραφέας. Εκείνο που γνωρίζουμε, όμως, είναι ότι το φρόνημα των κεκηρυγμένων βουλγάρων στο τσιφλίκι Τεμεσβάρ, όποια αλλαγή και αν υπέστη επί των ημερών του Ευταξία, δεν διαφοροποιήθηκε παρά εφήμερα. Και πάντως οι αρμόδιες ελληνικές αρχές δεν φαίνεται να είχαν ποτέ βάσιμες προσδοκίες να αποδώσει καρπούς η σχετική προπαγάνδα στον καζά του Τίκβες.

Ο «φρονηματίας και φιλόπατρις δημοσιογράφος» Ευταξίας, ταυτιζόμενος απόλυτα με τον ελληνικό αλυτρωτισμό, υποστηρίζει ότι εάν ο «ελληνισμός» περιορισθεί «ες αεί εις μόνην την γωνίαν γης» την οποία τώρα κατέχει, δηλαδή το Βασίλειο, «θα διήγεν εν αυτή, ως και νυν, βίον αβίωτον». Ενώ επιπλέον θα καραδοκούσε μονίμως ο φόβος μήπως «εκπέση εις παντελή μαρασμόν». Είναι ως εκ τούτου κατεπείγον να «πράξωμέν τι γενναίον υπέρ της πατρίδος του Αλεξάνδρου και του Αριστοτέλους». Όταν μάλιστα τα πράγματα είναι τόσο επείγοντα, ώστε «αν αμελήσωμεν, τετέλεσται το παν δι’ ημάς», ο μόνος τρόπος που απομένει για την αναγκαία αλλαγή φρονήματος είναι ο εκβιασμός, ο πειθαναγκασμός, η απειλή της απώλειας της πατρώας, σε επίπεδο χρήσης, γης των βουλγάρων.

Εάν περιήρχοντο (τα τσιφλίκια) εις ελληνικάς χείρας, ούτω δε   ήσαν   ηναγκασμένοι οι νυν καλλιεργηταί αυτών ή να ομοφρονήσωσιν ημίν, ή να καταλίπωσιν αυτά εις την διαδοχήν ελλήνων γεωργών, ους εν τοιαύτη περιπτώσει θα μετωκίζομεν εις αυτά.

Κοντολογίς, με την αγορά και εκμετάλλευση τσιφλικιών όσον οίον τε περισσο­τέρων, η γη γίνεται νομικά ελληνική, εξευρίσκονται οι αναγκαίοι αδροί και πάγιοι πόροι για την προπαγάνδα, χωρίς να χρεώνονται τα δημόσια οικονομικά του Βασιλείου και, το σπουδαιότερο, οι βουλγαρόφωνοι εξομοιώνονται με τον ελληνισμό, ομοφρονώντας με τους ιδιοκτήτες τους. Προβλέπεται, επιπρόσθετα, ότι σε αντίθετη περί­πτω­ση, αν δηλαδή εμμείνουν οι βουλγαρόφωνοι στα δικά τους πάτρια και δεν αλλαξο­φρο­νήσουν, θα εξοβελιστούν από τα εν λόγω κτήματα και αυτά θα εποικιστούν από έλληνες γεωργούς του Βασιλείου.

Η πιθανότητα αντικατάστασης τμήματος του ανεπιθύμητου πληθυσμού ίσως να ηχεί εξωπραγματική, τολμηρή και απροσδόκητη, ιδίως όταν αυτή σχεδιάζεται επί ξένου εδάφους. Από την άλλη όμως πλευρά, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι για την ελληνική εθνική ενέργεια η προοπτική αυτή φαντάζει ιδανική.

Προς το παρόν ας κρατήσουμε το ριζοσπαστικό της συγκεκριμένης πρότασης-εκδοχής του «εν Μακεδονία υπερασπιστή τόσων αγροτικών πληθυσμών» Ευταξία.  Η ιστορία της αντικατάστασης του πληθυσμού ή του εποικι­σμού της Μακεδονίας έχει και προϊστορία και μέλλον. Θα την ξαναβρούμε μπροστά μας πολύ σύντομα.

Ο διά των κεφαλαίων εισοδισμός στη Μακεδονία θεωρείται από τον Ευταξία βέβαιο ότι θα επιτύχει, καθώς κρίνεται εξασφαλισμένη η τοποθέτηση και η απόδοσή τους, αλλά και επειδή προβλέπεται στο άμεσο μέλλον υπερτίμηση της γης. Το επιτυχές του πράγματος θα κεντρίσει το ενδιαφέρον των κεφαλαιούχων που θα οσμισθούν βέβαιο κέρδος. Το φαινόμενο της χιονοστιβάδας, από εκεί και πέρα,  θεωρείται δεδομένο. Εξ ού και οι αναγκαίοι πόροι για τα παρθεναγωγεία, τα γυμνάσια, τα πρότυπα σχολειά, την ιερατική σχολή, την ελληνοτουρκική εφημερίδα, τις επενδύσεις στο εμπόριο κτλ. κτλ.

Όπως θα φανεί στη συνέχεια, η πρόταση Ευταξία έτυχε καταπληκτικής υποδοχής, λόγω αλλά όχι έργω, από τους έλληνες ιθύνοντες. Η γη πράγματι υπερτιμήθηκε, αλλά άργησε κατά τρεις δεκαετίες, ενώ η πολιτική αβεβαιότητα βάρυνε περισσότερο απ’ όσο το εθνικό συμφέρον στις αποφάσεις των ομογενών κεφαλαιούχων.

 

Ο Σπύρος Καράβας διδάσκει Ιστορία στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Για λόγους χώρου, έχουν γίνει μικρές περικοπές και έχουν απαλειφθεί οι υποσημειώσεις. Οι μεσότιτλοι είναι των «Ενθεμάτων».

Σκέψεις για το πουλί μας

Standard

Με την ευκαιρία των εορτασμών για τα πενηντάχρονα της Κυπριακής Δημοκρατίας

του Γιάννη Παπαδάκη

 

Ο θυρεός της τουρκοκυπριακής κοινότητας

 

Λευκωσία, Οκτώβριος 2010. «Μας φάνηκε ότι το πουλί (the bird), το οποίο και οι δυο πλευρές χρησιμοποιούσαν στο έμβλημά τους, έβλεπε προς τα κάτω και φαινόταν θλιμμένο. Χρειαζόταν κάτι πιο αισιόδοξο, ιδίως σε περίοδο συνομιλιών. Γι’ αυτό πάρθηκε η απόφαση να αλλάξει. Έτσι το πουλί μας τώρα είναι χαρούμενο και βλέπει προς τα πάνω, ενώ το δικό σας παραμένει λυπημένο και βλέπει προς τα κάτω». Έτσι μεταφράζεται η απάντηση στα αγγλικά που πήρα από τουρκοκύπριο ιθύνοντα στο ερώτημά μου για την αλλαγή επί Ταλάτ (ηγέτη των Τουρκοκυπρίων), του θυρεού που χρησιμοποιεί η τουρκοκυπριακή κοινότητα. Θα μπορούσε επίσης να προστεθεί ότι τώρα το δικό τους φαίνεται μεγαλύτερο. Σε αυτά όμως κάλλιστα μπορεί κάποιος, πατριωτικά ορμώμενος ή μη, να αντιπαραθέσει ότι πρόκειται, φυσικά, για ψευδοπουλί που δεν τυγχάνει διεθνούς αναγνώρισης όπως το δικό μας.

 

O θυρεός της Κυπριακής Δημοκρατίας

 

Τα σύμβολα με τα οποία θα εορταστούν τα πενηντάχρονα έχουν τη δική τους αποκαλυπτική ιστορία. Μετά από προκήρυξη διαγωνισμού για το λογότυπο των πενηντάχρονων, και αφού ολοκληρώθηκε η διαδικασία αξιολόγησης από ειδική επιτροπή, κέρδισε συγκεκριμένο λογότυπο φοιτητή ιδιωτικού πανεπιστημίου που παρουσίαζε μια γραφιστική ερμηνεία του αριθμού «50», το οποίο και κυκλοφόρησε στα ΜΜΕ. Το Υπουργικό Συμβούλιο όμως αναίρεσε την όλη διαδικασία, γιατί δεν το ενέκρινε — κοινώς, «Εν τους άρεσε, ρε κουμπάρε». Δεν διαθέτω νομικές γνώσεις, αλλά αυτό μου φαίνεται τουλάχιστον παράτυπο, αν όχι παράνομο. Με την πράξη της αυτή η Κυπριακή Δημοκρατία μάς δείχνει ότι άλλο δημοκρατία και άλλο εκδημοκρατισμός. Από το 1960 ως σήμερα η απόσταση μεταξύ των δυο φαίνεται να παραμένει μεγάλη. Τελικά υιοθετήθηκε άλλο λογότυπο, άγνωστο με ποιες διαδικασίες. Έτσι επιστρέψαμε πίσω στο έμβλημα με το προσφιλές μας πτηνό και τον αριθμό 50 στο φόντο. Όσο για το απορριφθέν λογότυπο, σε συνομιλία μου με τον σχεδιαστή, μου ανάφερε ότι το ιδιωτικό πανεπιστήμιο στο οποίο φοιτά τον ενημέρωσε αρχικά ότι θα κινήσει δικαστική αγωγή εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά είναι άγνωστο αν τελικά θα το πράξει.

Αγωγή στην Κυπριακή Δημοκρατία κίνησε πριν λίγα χρόνια και ο σχεδιαστής της σημαίας της, Ismet Güney. Λίγοι θα θυμούνται ότι ήταν Τουρκοκύπριος ο σχεδιαστής της. Μια σημαία την οποία μετά το 1974 οι Ελληνοκύπριοι υπερασπίζονται με πάθος, ενώ για χρόνια την αντιπαθούσαν προτιμώντας τη σημαία της Ελλάδας. Το δε μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν ότι η επέτειος της ανεξαρτησίας έπεφτε σε μια εντελώς άβολη ημερομηνία, γι’ αυτό μετατοπίστηκε από τις 16 Αυγούστου στην 1η Οκτωβρίου: «Που να βουρούμεν [τρέχουμε] τωρά μες το λάλλαρον [λιοπύρι] τζαι τες άδειες…» Ως αποτέλεσμα, ακόμα κυριαρχεί σύγχυση στις διπλωματικές υπηρεσίες ξένων χωρών που άλλες στέλνουν τα συγχαρητήριά τους στη μια και άλλες στην άλλη ημερομηνία.

 

 

Γκράφιτι στην παλιά πόλη της Λευκωσίας

 

Η επιλογή του θυρεού με το περιστέρι πάνω στην ασπίδα ως το βασικό στοιχείο του λογοτύπου για τα πενηντάχρονα από την παρούσα αριστερή κυβέρνηση είναι ενδεικτική σύγχυσης και σε άλλα ιδεολογικά επίπεδα. Ιστορικά, η χρήση της ασπίδας ανάγεται στα αριστοκρατικά μεσαιωνικά εμβλήματα των  ευγενών και  ιπποτών. Σύμφωνα με το Λεξικό Μπαμπινιώτη, θυρεός σημαίνει «έμβλημα αριστοκρατικής οικογένειας σε σχήμα ασπίδας». Πέρα από τις σαφείς πολεμοκεντρικές και αριστοκρατικές του υποδηλώσεις, ήταν ένα σύμβολο που μόνο οι άντρες επιτρεπόταν να φέρουν. Οι γυναίκες των οικογενειών αυτών  μπορούσαν να φέρουν οικόσημο με το ίδιο περιεχόμενο που να εμπερικλείεται όμως σε σχήμα ρόμβου αντί ασπίδας, εφόσον μόνο οι άνδρες είχαν το προνόμιο του πολέμου. Λόγω των αριστοκρατικών καταβολών της ασπίδας, τα πλείστα καθεστώτα με αριστερές καταβολές (π.χ. πρώην Σοβιετική Ένωση, Κίνα, παλιότερα η Βουλγαρία και η Ρουμανία κ.ά.) απέφυγαν συνειδητά τη χρήση της στα δικά τους κρατικά σύμβολα.

Συνέχεια ανάγνωσης

Πανεπιστήμιο: Κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ

Standard

του Στρατή  Μπουρνάζου

 

Ζαν Μέτσινγκερ, «Η σφίγγα», 1920

 

Το παρωχημένο και εσωστρεφές πανεπιστήμιο της μεταπολίτευσης φεύγει, το σύγχρονο ανώτατο ίδρυμα της αριστείας, της ανταγωνιστικότητας και της ανάπτυξης έρχεται. Μ’  αυτή τη φράση συνόψισε το ρεπορτάζ της Ελευθεροτυπίας (27.9.2010) τις αλλαγές που εξήγγειλαν στους Δελφούς ο πρωθυπουργός και η υπουργός Παιδείας. «Αριστεία», «ανταγωνιστικότητα», «ανάπτυξη»: ωραίες λέξεις, στ’ αλήθεια. Ας μη μείνουμε όμως στις λέξεις, τα ωραία –ή  τα λιγότερο ωραία– λόγια, τη ρητορεία ή τις τουφεκιές στον αέρα, όπως, για παράδειγμα, ότι «καταργείται» (διά νόμου;) «η διδασκαλία στα αμφιθέατρα». Πίσω από τις λέξεις, κάτι αλήθεια σημαντικό κρύβεται εδώ.

Εν αρχή, όλη η εξουσία στα συμβούλια διοίκησης: αυτά, στα οποία θα μετέχουν και «δυνάμεις από την κοινωνία», κατά το πρότυπο των αμερικανικών board of trustees, θα έχουν τον αποφασιστικό λόγο. Οι πρυτάνεις, που μπορεί να επιλέγονται ακόμα και με διαγωνισμό, περιορίζονται στα ακαδημαϊκά ζητήματα, στις  συγκλήτους μετέχουν «διακεκριμένες εξωπανεπιστημιακές προσωπικότητες», ενώ καταργείται ουσιαστικά η φοιτητική συμμετοχή.

Η χρηματοδότηση συνδέεται ευθέως με την αξιολόγηση, η οποία εισάγεται ως μέθοδος πειθάρχησης και τιμωρίας, ενώ το κράτος αποσύρεται εμμέσως αλλά σαφώς, όπως δείχνουν η δημιουργία ανεξάρτητης αρχής χρηματοδότησης και η  χρηματοδότηση ανά φοιτητή και όχι ανά ίδρυμα. Τη στιγμή δηλαδή που, μέσω των «συμβουλίων διοίκησης», καταργείται η ουσιαστική αυτοτέλεια των ΑΕΙ-ΤΕΙ, θεσπίζεται η «οικονομική αυτοτέλειά» τους: τα ιδρύματα πρέπει «αυτοτελώς» να τα βγάλουν πέρα, αναζητώντας κρατική και ιδιωτική χρηματοδότηση, χορηγίες, δίδακτρα κ.ο.κ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Πώς «πιστοποιείται» μια ομιλία;

Standard

του Παναγιώτη Νούτσου

 

 

Έργο του Κ. Μπρανκούζι, 1920

 

Αποδέχομαι την πρόσκληση του πρωθυπουργού, που διατυπώθηκε στη «Συνάντηση Εργασίας για τις αλλαγές στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση» (Δελφοί, 26.9.2010), να προσέλθω ως «πανεπιστημιακός» στην υπό εκδίπλωση «διαβούλευση» (κάποιος θα πρέπει να υποδείξει ότι στη γλώσσα μας το «διαβουλεύομαι» σημαίνει τόσο «συσκέπτομαι» όσο και «μηχανορραφώ») ως «αυτόνομη κριτική φωνή», αφήνοντας πίσω την «πελατειακή αντίληψη της πολιτικής ζωής». Έτσι, εκφράζω δημόσια την αντίθεσή μου προς την ομιλία του, τόσο για τη χαλαρή μορφή όσο ιδίως για το ασύστατο περιεχόμενό της. Και τούτο για τις εξής επισημάνσεις που αποδόθηκαν από την πλευρά του, εντελώς γενικευτικά, ως αιτιάσεις στο σύνολο των Πανεπιστημίων της χώρας και εφόσον δεν με αφορούν –χωρίς να εθελοτυφλώ ή να μην οριοθετώ την ανάγκη συγκεκριμένων αλλαγών– τις επιστρέφω ως ανεπίδοτες.

Ή, να το σημειώσω πιο κομψά, ποιο από τα πέντε μέλη της ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας, που προέρχονται από την τριτοβάθμια εκπαίδευση, αποδέχεται για τον εαυτό του ό,τι ακολουθεί:

α. «επίφαση της δημοκρατίας» ή «μια δήθεν εσωτερική δημοκρατία, που ουσιαστικά δεν υπάρχει»·

β. «δεν έχει λόγο το Πανεπιστήμιο σήμερα»·

γ. «δεν είναι η αυτόνομη, κριτική φωνή που φέρνει σκέψεις, προτάσεις και λύσεις»·

δ. «όχι πια το τυπικό χαρτί, αλλά ουσιαστικές γνώσεις»·

ε. «απίστευτα “σκοταδιστικές” διαδικασίες στη λειτουργία και στις αποφάσεις τους» ·

στ. να «πέσουν τα πολύ στενά τείχη μεταξύ των διαφόρων τομέων της επιστήμης»·

ζ. «παπαγαλία, σε πολύ μεγάλο βαθμό»·

η. «μία διδασκαλία από τον άμβωνα ή από τον πίνακα»·

θ. «αποστήθιση, έλλειψη αξιολόγησης και αξιοκρατίας, καμία σχέση και συσχέτιση της εκπαίδευσης με τις σύγχρονες ανάγκες»·

ι. «έλλειψη έρευνας, δημιουργικότητας»·

ια. «αντιδράσαμε απέναντι στον αυταρχισμό της χούντας με πειραματισμούς, πολλές φορές, δήθεν δημοκρατίας» (ή, κατά τη  υπουργό, «στην μεταπολίτευση το μείζον ζήτημα ήταν να μπει η πολιτική στο Πανεπιστήμιο, με την αντίληψη της αρχαιοελληνικής πολιτικής»)·

ιβ. «συνδικαλιστικές παρατάξεις να μπαίνουν σε συναλλαγή με καθηγητές»;

Συνέχεια ανάγνωσης

Μια ζωή στην πολιτική: το «New Left Review» κλείνει τα πενήντα

Standard

του Στέφαν  Κολλίνι

μετάφραση: Δάφνη Λάππα,  Κώστας Σπαθαράκης

 

 

Ο Ταρίκ Αλί και ο Ρόμπερτ Μπλάκμπερν σε πορεία στο Λονδίνο το 1973

 

Το New Left Review κλείνει τα πενήντα του χρόνια: δεν θα γίνουν βέβαια φιέστες και πάρτι. Η ίδια η ιδέα της «γιορτής» έχει μια χροιά ψεύτικης καταναλωτικής αισιοδοξίας. Μια χρονολογική ένδειξη από μόνη της δεν είναι εξάλλου αντικείμενο θεωρίας. Θα έπρεπε μάλλον να την αντιμετωπίσουμε όχι τόσο ως επέτειο, άλλα ως μια επικαθορισμένη συγκυρία.

New Left Review: κάτι σαν μεγαλύτερος αδελφός μας

Είναι δύσκολο να μη σε αποθαρρύνει το New Left Review. Πολλές φορές ολόκληρο το περιοδικό δίνει την εντύπωση μιας περίτεχνης προσπάθειας να καταδειχθεί η ανεπάρκεια του αναγνώστη. Η σχέση ενός αναγνώστη με το NLR θα μπορούσε να περιγραφεί σαν κλίση ενός ανώμαλου ρήματος: εγώ θα ήθελα να γνωρίζω περισσότερα για την εκβιομηχάνιση της Κίνας· εσύ θα έπρεπε να κατανοήσεις βαθύτερα τις αναλύσεις του Ρόμπερτ Μπρέννερ στο The Economics of Global Turbulence· αυτός, αυτή, αυτό πρέπει να καταλάβει τη σημασία του κοινοτιστικού ακτιβισμού στη Λατινική Αμερική. Για πολλούς αναγνώστες του Guardian (αλλά και άλλους), το περιοδικό λειτουργεί κάπως σαν μεγαλύτερος αδελφός, στον οποίο καταφεύγουμε για συμβουλές – πιο σοβαρός, καλύτερα πληροφορημένος, πολυταξιδεμένος, σταθερότερος, αναντικατάστατος. Και μερικές φορές ίσως λιγάκι πιο σοβαρός και βαρυσήμαντος από ό,τι θα έπρεπε (θα μπορούσαμε να βάλουμε κλήρο για το ποιος θα αναλάβει να πει στον Πέρρυ Άντερσον να γράφει λίγο πιο ελαφριά κείμενα). Όταν κάνουμε καιρό να τον δούμε, η ζωή μοιάζει λίγο ευκολότερη. Αλλά ύστερα ανταμώνουμε πάλι, κερδίζει ξανά το σεβασμό μας με την πρώτη ματιά, και το παιχνίδι ξαναρχίζει.

 

 

Το επετειακό τεύχος της πεντηκονταετίας

 

Δεν ήταν πάντοτε έτσι: ακόμα και τα μεγαλύτερα αδέλφια πέρασαν στα νιάτα τους μια περίοδο που ήταν ροκάδες – υπερενθουσιασμός για πράγματα ανάξια λόγου, αποτυχημένες σχέσεις, μελαγχολική απομόνωση. Κάποιοι αναγνώστες θα θυμούνται ίσως περιόδους κατά τις οποίες το NLR έμοιαζε παραδομένο στη σεχταριστική καθαρότητα, τη θεωρητική δουλικότητα και σε ένα ηθελημένα δυσνόητο ύφος. Σε αυτά τα πενήντα χρόνια το περιοδικό άλλαξε πολλές φορές ταυτότητα και η ανάμνηση ορισμένων παλαιότερων φάσεων ίσως σκιάζει τις προσπάθειες που έκανε πρόσφατα για να συνδεθεί με ένα λιγότερο ομοιογενές ακροατήριο. Υπάρχουν όμως πολλά πράγματα σε αυτή την πενηντάχρονη ιστορία για τα οποία μπορεί να είναι υπερήφανο το NLR. Το περιοδικό κατάφερε, με τον μοναδικό του ακατάβλητο τρόπο, να καταγράψει και να ανταποκριθεί κριτικά στις τεράστιες αλλαγές που συνέβησαν στον κόσμο τον τελευταίο μισό αιώνα.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η δεύτερη φάση της ελληνικής κρίσης

Standard

του Κώστα Λαπαβίτσα

 

Τις τελευταίες εβδομάδες έχει εμφανιστεί δειλά-δειλά μια αλλαγή στην «επίσημη» ανάλυση της κρίσης. Η κυρίαρχη θέση μέχρι πρόσφατα ήταν ότι φταίει το κράτος, που είναι σπάταλο, διεφθαρμένο και ούτω καθεξής. Το Μνημόνιο είναι οδυνηρό μεν, ευεργετικό δε, διότι αναγκάζει την Ελλάδα να συμμαζέψει το δημόσιο. Αναρίθμητοι δημοσιογράφοι και πανεπιστημιακοί έβαλαν το πετραδάκι τους για να στηθεί αυτό το ιδεολόγημα. Ακόμη και μέσα στην Αριστερά ακούστηκαν τέτοιες απόψεις.

Σταδιακά παρατηρείται μετάβαση σε άλλα επιχειρήματα, που συμβαδίζουν με τις πραγματικές εξελίξεις μετά την υιοθέτηση του Μνημονίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πρόσφατη έκθεση του ΙΟΒΕ που εστιάζει την προσοχή της στα δομικά αίτια της κρίσης, όπως η υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας, το διεθνές έλλειμμα και η κατάρρευση της αποταμίευσης. Το δημόσιο παραμένει μεν προβληματικό, αλλά και η υπόλοιπη οικονομία φέρεται να πάσχει. Το συμπέρασμα του ΙΟΒΕ δεν εκπλήσσει: απαιτείται απελευθέρωση των αγορών, την οποία το Μνημόνιο έτσι κι αλλιώς επιβάλλει, αλλά και ολοσχερής αναδιάταξη του ιδιωτικού τομέα. Παράλληλα, άλλες πηγές διατυπώνουν πλέον ανοιχτά την άποψη ότι, όση επιτυχία και να έχει η δημοσιονομική σύσφιξη, είναι απαραίτητο να μειωθεί τάχιστα ο όγκος του χρέους. Όπερ σημαίνει αναδιάρθρωση με τη συναίνεση της ΕΕ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Μεταβατικό πρόγραμμα και αριστερή στρατηγική

Standard

του Στάθη Κουβελάκη

 

 

Σχέδιο του Τζιάκομο Πάτρι από το λεύκωμα "Χαρτογιακάδες", 1940

 

Με τα δύο πολύ ουσιαστικά κείμενα του Ευκλείδη Τσακαλώτου (ΕΤ) στα «Ενθέματα» (5.9 και 26.9.2010), η συζήτηση για τα θέματα της εξόδου από την ευρωζώνη και της στάσης πληρωμών, χωρίς να χάνει τη γείωσή της στην οικονομία, επικεντρώνεται πλέον σε θέματα πολιτικής στρατηγικής. Τα βασικά ερωτήματα που θέτει ο ΕΤ είναι τα εξής:

–Αν και οι δύο αιχμές της πρότασης (έξοδος από το ευρώ, στάση πληρωμών) δεν ισοδυναμούν από μόνες τους με σοσιαλιστικά αιτήματα, η ριζοσπαστικοποίηση στην οποία μοιραία οδηγεί η εφαρμογή τους «αποτελεί απολύτως ένα σοσιαλιστικό αίτημα». Ένα τέτοιο αίτημα παραμένει όμως μετέωρο στον βαθμό που (αν καταλαβαίνω ορθά) αυτή η πρόταση δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι σε μια τέτοια πορεία θα ηγεμονεύσουν δυνάμεις με σοσιαλιστικό προσανατολισμό, και όχι αυτές που στοχεύουν σε μια εθνική ανασυγκρότηση σε καπιταλιστικές βάσεις της χώρας. Στην ουσία πρόκειται για «στρατηγική που εισάγει τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό από την πίσω πόρτα».

— Επιπλέον, γιατί μια τέτοια «εθνική» στρατηγική να είναι πιο ρεαλιστική από την πρόταση που υποστηρίζει ο ΣΥΝ για «επανίδρυση της ΕΕ», την οποία καλούνται να υλοποιήσουν κατευθείαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι προοδευτικές δυνάμεις; Με άλλα λόγια, για να ανατρέξω και πάλι στα λόγια του ΕΤ, γιατί να είμαστε «πιο αισιόδοξοι για το συσχετισμό δυνάμεων στο εθνικό από το υπερεθνικό επίπεδο»;

Τι σημαίνει «μεταβατικό πρόγραμμα»;

Είναι προφανές ότι η γενικότερη σκοπιά από την τοποθετείται ο ΕΤ είναι η σοσιαλιστική αλλαγή της κοινωνίας, την οποία θεωρεί θεμέλιο οποιασδήποτε αριστερής στρατηγικής. Σ’ αυτό δεν υπάρχει μεταξύ μας καμία διαφωνία. Η συζήτηση αφορά λοιπόν τη στρατηγική που ανοίγει συγκεκριμένα τη δυνατότητα μιας τέτοιας αλλαγής. Μπορεί κάτι τέτοιο να ακούγεται αυτονόητο για όσους συμμερίζονται τον τελικό στόχο, αλλά δεν είναι. Η συζήτηση περί (πολιτικής) στρατηγικής αποκτά νόημα μόνο αν δεχθούμε ότι ο σοσιαλισμός δεν έρχεται ούτε ως απόληξη προπαγανδιστικής δραστηριότητας υπέρ καθαρών σοσιαλιστικών θέσεων ούτε ως προϊόν συνεπούς και επιτυχούς υπεράσπισης συνδικαλιστικού τύπου αιτημάτων. Το αιτούμενό της είναι η παρέμβαση στα σημεία εκείνα που συμπυκνώνουν τις αντιθέσεις της συγκυρίας με στόχο την όξυνσή τους, την ενεργοποίηση της κίνησης των μαζών και την ανακίνηση του ζητήματος της εξουσίας. Σε πασίγνωστα κείμενά του για το εθνικό ζήτημα (διόλου τυχαία βέβαια), ο Λένιν θυμίζει ότι μια κοινωνική επανάσταση μπορεί να ξεκινήσει από «οποιαδήποτε πολιτική κρίση», και αναφέρει ως παραδείγματα την υπόθεση Ντρέυφους, τις διεθνείς κρίσεις και την χειραφέτηση των αποικιών. Και τονίζει ότι «όποιος περιμένει μια «καθαρή» επανάσταση δεν θα ζήσει ποτέ για να τη δει».

Συνέχεια ανάγνωσης

Παραλογές ή μικρές καθημερινές τραγωδίες

Standard

συνέντευξη με τον σκηνοθέτη Γιάννη Καλαβριανό

Η ομάδα Sforaris παρουσιάζει την παράσταση «Παραλογές», βασισμένη σε τέσσερα δημοτικά τραγούδια και στίχους του Τάσου Λειβαδίτη, μια απόπειρα να φωτιστούν ταυτόχρονα και τα δύο κείμενα. Συναντήσαμε τον σκηνοθέτη Γιάννη Καλαβριανό και μιλήσαμε για την παράσταση και τις συνθήκες δουλειάς της νεαρής ομάδας.

«Ε»

Δεν είναι η πρώτη φορά που η ομάδα Sforaris παρουσιάζει αυτή την παράσταση. Μίλησέ μας για την ιστορία της.

Η πρώτη εκδοχή παρουσιάστηκε πέρσι ανά την Ελλάδα, σε μη θεατρικούς χώρους που είχαν ιστορικό ή αισθητικό ενδιαφέρον, στο πλαίσιο ενός προγράμματος του ΕΚΕΘΕΧ, όπως π.χ. οι στρατώνες του Καποδίστρια στο Άργος, ο παλιός ρώσικος ναύσταθμος στον Πόρο, μια πλατεία χωριού. Η δεύτερη εκδοχή ήταν στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης την άνοιξη, η τρίτη παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών τον Ιούνιο, και αυτή είναι η τέταρτη εκδοχή, για πρώτη φορά σε κλειστό θεατρικό χώρο. Λογική της σκηνοθεσίας είναι ότι η παράσταση προσαρμόζεται κάθε φορά στο χώρο όπου παρουσιάζεται.

 

 

Ο χώρος υπαγορεύει τις αλλαγές ή το διαφορετικό κοινό;

Δεν μπορούμε να φανταστούμε τι κοινό θα έρθει. Προφανώς, το κοινό του Bios θα είναι διαφορετικό από το κοινό στο χωριό. Όμως εμείς ποντάρουμε στη συγκίνηση. Πέρα από την ηλικία, τη μόρφωση κ.λπ. είδαμε ότι κοινό χαρακτηριστικό των θεατών ήταν ότι θέλουν να ακούσουν ιστορίες. Διαπιστώσαμε ότι επειδή οι μύθοι είναι πολύ δυνατοί, έχουν μεγάλο σασπένς, όλοι παρακολουθούν την εξέλιξη. Στις αντιδράσεις του κοινού έχουμε δει ομοιότητες. Οι διαφορές υπάρχουν, βέβαια: το κοινό του Μακεδονικού Μουσείου, λ.χ., ήταν φιλότεχνοι θεατές. Στα χωριά ήταν αλλιώς: μείναμε στα σπίτια τους, μας μαγειρέψανε, ήταν ένα γεγονός για την κοινωνία, το κοινό συμμετείχε αλλιώς. Συνέχεια ανάγνωσης

Ώστε όλοι μαζί τα φάγαμε;

Standard

OI ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ


του Νίκου Σαραντάκου

Τζωρτζ Γκρος, «Από τη ζωή ενός σοσιαλιστή». Από το λεύκωμα «Το πρόσωπο της άρχουσας τάξης», Βερολίνο 1921

Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, «όλοι μαζί τα φάγαμε τα λεφτά». Η δήλωση προκάλεσε, φυσικά, κατακραυγή, και για να τα συμμαζέψει ο κ. Πάγκαλος έδωσε νέα συνέντευξη στην οποία περίπου προανήγγειλε απολύσεις «άχρηστων» δημόσιων υπαλλήλων. Κάποιοι αποκάλεσαν κυνικές τις παγκαλικές δηλώσεις, χαρακτηρισμό που τον θεωρώ ενμέρει άστοχο, διότι ναι μεν ο κυνικός χαρακτηρίζεται από απόλυτη έλλειψη ευαισθησίας, κάτι που ταιριάζει γάντι στον συγκεκριμένο πολιτικό, όμως συχνά θεωρείται ότι λέει, έστω ωμά, αλήθειες — και μόνο αλήθεια δεν είναι η δήλωση ότι «όλοι μαζί τα φάγαμε», εκτός βέβαια αν ο κ. Πάγκαλος εννοεί ως υποκείμενο του φαγοποτιού τα στελέχη των δυο μεγάλων κομμάτων.

***

Όμως σ’ αυτήν εδώ τη στήλη, το έχω ξαναπεί, λεξιλογούμε. Για τον κ. Πάγκαλο έχουν ήδη γραφτεί πολλά και εύστοχα, εδώ θα δούμε μερικά λεξιλογικά του φαγητού, αν και όχι όλα διότι θα θέλαμε ολόκληρες σελίδες.  Θα ξεκινήσουμε από το ρήμα, «τρώω», μια λέξη που είναι μαζί μας από την αρχαιότητα, αν και οι αρχαίοι μας πρόγονοι όταν έτρωγαν συνήθως δεν έτρωγαν. Θέλω να πω, το κατεξοχήν ρήμα που χρησιμοποιούσαν δεν ήταν το τρώγω, αλλά το εσθίω, που από τον επικό του τύπο, έδω, έχουν επιβιώσει μερικές λέξεις που τις λέμε και σήμερα, όπως το έδεσμα, κανονικά το φαγητό, αλλά στη γλώσσα της γκλαμουράτης δημοσιογραφίας χρησιμοποιείται φυσικά μόνο για υποτίθεται εκλεκτά και ασφαλώς πανάκριβα φαγητά. Από εκεί και η ξεχασμένη εδωδή, δηλαδή η τροφή, και ο εδώδιμος, δηλαδή ο φαγώσιμος, που επίσης έχει επιβιώσει ως τα σήμερα — αν και κάποτε μερικοί τον μπερδεύουν, όπως ο αξιότιμος κ. Καρατζαφέρης, που είχε δηλώσει πριν από μερικά χρόνια πως οι άγνωστοι που έριξαν ρουκέτα στην αμερικάνικη πρεσβεία «δεν είναι εδώδιμοι» εννοώντας ότι είναι ξένοι, δεν είναι από εδώ! Αλλά πλατειάζω.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η πτώση του υπαρκτού (νεο)φιλελευθερισμού

Standard

του Στάθη Στασινού

Πριν δύο χρόνια, και η τελευταία μαζορέτα του (νεο)φιλελευθερισμού καταλάβαινε πως το πάρτυ τελείωσε και άρχισε να κατευθύνεται προς τα αποδυτήρια ντροπιασμένη, με τα πον-πον να σέρνονται στη λάσπη. Τραπεζίτες έσκυβαν το κεφάλι ζητώντας συγγνώμη από το κοινό και –η μεγαλύτερη προσβόλα όλων– μια κεϋνσιανή οικονομολόγος («η κυρία Κρούγκμαν»·βλ. http://www.youtube.com/watch?v=pWTyU_pbFGM)[1] πήρε το Νόμπελ Οικονομίας.

Γκέοργκ Τάππερτ, «Καν-καν», 1911

Σήμερα, και σχεδόν τρία χρόνια μέσα στην κρίση, οι τραπεζίτες ελέγχουν ξανά το παιχνίδι ολοκληρωτικά, ο νεοφιλελευθερισμός κηρύττει πως η μόνη οδός της σωτηρίας των ψυχών είναι ακόμα περισσότερος μονεταρισμός, φτώχεια και αντιθέσεις, και «η κα Κρούγκμαν» συνεχίζει να θεωρείται κάτι λίγο περισσότερο από τον τρελό του χωριού. Πώς στο διάολο φτάσαμε ως εδώ;

Ο σοσιαλισμός των πλουσίων

Παρά τη νεοφιλελεύθερη μάντρα, όλες οι κυβερνήσεις ήξεραν πως στις περιόδους ύφεσης το κράτος πρέπει να βοηθά την οικονομία να ορθοποδήσει. Ας το θεωρήσουμε ως το καντηλάκι του κεϋνσιανισμού, που άναβε ακόμα και στα πιο σκοτεινά χρόνια. Ένας μικρός πόλεμος από εδώ, μερικές επιδοτήσεις, λίγα βιοκαύσιμα παραπέρα, σημασία έχει να ρίξεις χρήμα στην αγορά, μαζί με ένα γενναίο πασπάλισμα χαμηλότοκων δανείων.

Δεν είναι παράλογο πως κι αυτή τη φορά οι κυβερνήσεις αποφάσισαν να απαντήσουν με τα ίδια «κεϋνσιανά» όπλα. Το μόνο που έλειπε από τη συνταγή ήταν τα νέα δάνεια, καθώς η κρίση ξεκίνησε από τον υπερβολικό και αλόγιστο δανεισμό των τραπεζών. Τι συνέβη και δεν έδεσε το γλυκό; Ο ημι-κεϋνσιανισμός που ακολουθήθηκε δεν ήταν απαραίτητα η σωστή απάντηση στην κρίση και, σαν να μην έφτανε αυτό, η οικονομική ελίτ τον έκοψε και έραψε στα μέτρα της, καθιστώντας τον μια ακόμα λέξη κενή περιεχομένου (σαν τον σοσιαλισμό). Ας δούμε δυο-τρία βασικά προβλήματα.

Συνέχεια ανάγνωσης

Οικονομική κρίση και κατανομή βαρών: η γερμανική εμπειρία στο Μεσοπόλεμο

Standard

του Αλέξανδρου Κεσσόπουλου

«Επί τη βάσει του Συντάγματος». Χαρακτικό του Καρλ Ρέσινγκ, από το λεύκωμα «Η προκατάληψή μου ενάντια στην εποχή μας», Βερολίνο 1932

Μετά το κραχ του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης τον Οκτώβριο του 1929, οι αντοχές της γερμανικής οικονομίας δοκιμάστηκαν, καθώς η κρίση, η οποία έγινε αισθητή και στην Ευρώπη, έπληξε κυρίως τη Γερμανία, που επιβαρυνόταν επιπρόσθετα και με την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεων στους νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η πολιτική αποσταθεροποίηση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’30 παρουσιάζει στις μέρες μας ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού προκλήθηκε αφενός από μια κρίση δανεισμού και αφετέρου από τους ιδιαίτερα επαχθείς όρους των διεθνών συμβάσεων, τις οποίες αναγκαζόταν να συνάπτει το γερμανικό κράτος. Όπως είναι λοιπόν προφανές, το γερμανικό πολιτικό σύστημα βρέθηκε αντιμέτωπο με προκλήσεις που παρουσιάζουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά με τις αντίστοιχες σημερινές της ελληνικής περίπτωσης. Υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υποπέσει κανείς στο λάθος να προχωρήσει σε ευθείες αναγωγές και απλοϊκές συγκρίσεις δύο πολύ διαφορετικών συγκυριών, είναι χρήσιμο να εξετασθούν τόσο τα διλήμματα, που τέθηκαν στις πολιτικές δυνάμεις της Γερμανίας κατά τον Μεσοπόλεμο, όσο και οι μεταξύ τους συγκρούσεις, οι οποίες προήλθαν από τις διαφορετικές λύσεις που υποστήριζε καθεμιά από αυτές.[1]

Κρίση δανεισμού και ανάγκη εξυγίανσης της οικονομίας

Είναι αξιοσημείωτο ότι η εταιρεία Goldman Sachs Trading Company ήταν μια από τις κυρίως υπεύθυνες για την κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος στις ΗΠΑ, αφού η τιμή των μετοχών της παρουσίασε ραγδαία πτώση. Ένα από τα αποτελέσματα του πανικού που προκλήθηκε ήταν η απαίτηση των αμερικανικών τραπεζών να τους επιστραφούν αμέσως τα βραχυπρόθεσμα δάνεια που είχαν συνάψει με Ευρωπαίους, καθώς αντιμετώπιζαν σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας. Υπ’ αυτές τις συνθήκες ο Hjalmar Schacht, διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της χώρας (Reichsbank), προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει το γερμανικό κράτος να δανειστεί, εφόσον όμως αυτό προχωρούσε σε μια εκτεταμένη «εξυγίανση» της εθνικής οικονομίας. Ο σοσιαλδημοκράτης υπουργός Οικονομικών, Rudolf Hilfreding, προέβη πράγματι στην κατάρτιση ενός νομοσχεδίου, το οποίο προέβλεπε τη μείωση των άμεσων φόρων και την αύξηση των έμμεσων φόρων του καπνού και της μπύρας. Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε τον Δεκέμβριο του 1929, παρά τις έντονες αντιδράσεις της κοινοβουλευτικής ομάδας των σοσιαλδημοκρατών (SPD), καθώς είχε αποσπάσει τη σύμφωνη γνώμη ακόμη και του πιο δεξιού κόμματος του κυβερνητικού συνασπισμού, του Γερμανικού Λαϊκού Κόμματος (Deutsche Volkspartei).

Συνέχεια ανάγνωσης

Η αναδιάρθρωση του εξωτερικού χρέους της Ελλάδας υπό το φως της διεθνούς πρακτικής

Standard

του Αντώνη Μπρεδήμα

Ντιέγκο Ριβιέρα, «Ναύτης παίρνει πρωινό», 1914

Η εφαρμογή των όρων του Μνημονίου, παράλληλα με την καταρράκωση της οικονομικής θέσης ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων –σίγουρα, εξαιτίας και αυτού– φαίνεται να μην οδηγεί στα προβλεπόμενα από το Μνημόνιο αποτελέσματα. Είναι συμφυής με τη στρατηγική του ΔΝΤ η αντίληψη ότι, βραχυπρόθεσμα, θα υπάρξει επιδείνωση του επιπέδου ζωής των κοινωνικών αυτών στρωμάτων, ενώ η κατάσταση θα αλλάξει μεσοπρόθεσμα, με αποτέλεσμα η χώρα-οφειλέτης να επανεισέλθει στην τροχιά ανάπτυξης. Όμως, αυτή η προοπτική δεν φαίνεται να βρίσκει πεδίο εφαρμογής στην Ελλάδα –όπως εξάλλου και σε άλλες χώρες που «συνεργάζονται» με το ΔΝΤ–, έστω και αν ορισμένα μεγέθη, όπως αυτό του δημοσιονομικού ελλείμματος, βελτιωθούν.

***

Ήδη είναι εμφανής η διαμόρφωση της αντίληψης σε κύκλους ειδικών ότι η Ελλάδα δεν θα μπορέσει, με τα υπάρχοντα στοιχεία, να αντιμετωπίσει την κατάσταση και θα καταστεί αναγκαίο να προχωρήσει στην αναδιάρθρωση του εξωτερικού της χρέους, που φαίνεται να ανέρχεται στα 350 δισ. ευρώ και πλέον. Σημειώνεται ότι το ποσό αυτό αφορά τα δάνεια από ξένες τράπεζες (κυρίως γερμανικές και γαλλικές), καθώς και ομολογιακά δάνεια, φορείς των οποίων είναι αλλοδαποί ιδιώτες. Αντίθετα, αναδιάρθρωση χρέους δεν χωρεί σε σχέση με τα δάνεια του ΔΝΤ: στην περίπτωση αυτή το κράτος-χρεώστης, αν δεν πληρώσει, θα βρεθεί ενώπιον του κινδύνου διακοπής οποιασδήποτε διεθνούς βοήθειας. Χρήσιμο είναι επομένως να αναλυθεί η λογική του μέτρου αυτού, η διαδικασία, οι μέθοδοι αναδιάρθρωσης του εξωτερικού χρέους, οι διεθνείς μηχανισμοί και η αποτελεσματικότητά του διεθνώς.

Έργο του αργεντίνου ζωγράφου Βίτο Καμπανέλα

Η λογική της αναδιάρθρωσης του χρέους

Παρά τα φαινόμενα, το ΔΝΤ είναι υπέρ της ελάφρυνσης του χρέους, μέσω της διαγραφής ενός μέρους του κεφαλαίου και των οφειλομένων τόκων. Στόχος αυτής της αντιμετώπισης είναι η διευκόλυνση της εξόφλησης του υπολοίπου χρέους. Εκτός αυτού όμως, η διευκόλυνση της εξόφλησης του εναπομείναντος χρέους επιτρέπει στο κράτος-οφειλέτη να χρησιμοποιήσει τα ποσά που εξοικονομεί με τον τρόπο αυτό για την πραγματοποίηση παραγωγικών επενδύσεων και την οικονομική ανάπτυξη. Θεωρείται εξάλλου ότι είναι επιβεβλημένη η (μερική) παραγραφή σοβαρών χρεών ορισμένων κρατών, όταν τα χρέη αυτά θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τη λειτουργία του διεθνούς οικονομικού συστήματος. Υπάρχει, παρ’ όλα αυτά, και η αντίθετη γνώμη, κατά την οποία η ελάφρυνση από το χρέος δεν συμβάλλει στις μεταρρυθμίσεις και στην οικονομική προσαρμογή, καθώς, ακόμη και αν πραγματοποιηθεί η ελάφρυνση, δεν αποκλείεται το κράτος-οφειλέτης να βρεθεί στο μέλλον εκ νέου βαριά χρεωμένο. Παρά την αντίθεση αυτή όμως, οι ιδιώτες-πιστωτές, τουλάχιστον στην πλειονότητά τους, τάσσονται, έστω και εξ ανάγκης –αφού χάνουν μέρος του δανείου τους– υπέρ της τεχνικής της αναδιάρθρωσης του χρέους, στη βάση προφανώς της αρχής «κάλλιο πέντε και στο χέρι, παρά δέκα και καρτέρει».

Συνέχεια ανάγνωσης

Ανάμεσα στον φορμαλιστικό σκεπτικισμό και τον «αφελή» ουμανισμό

Standard

Φρανκ Κερμόντ (1919-2010): Μια ιδιότυπη μορφή της λογοτεχνικής κριτικής και θεωρίας

Ο Φρανκ Κερμόντ, που πέθανε στις 17 Αυγούστου σε ηλικία 91 χρονών, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους κριτικούς και θεωρητικούς της αγγλικής λογοτεχνίας. Δίδαξε στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου, το Καίμπριτζ, το Χάρβαρντ και το Κολούμπια, ενώ ήταν συνιδρυτής του London Review of Books. Εξέδωσε δεκάδες βιβλία, με θέματα που αναφέρονται στον Σαίξπηρ, τον Τζων Νταν, τον Ε.Μ. Φόρστερ, την αναγεννησιακή λογοτεχνία, ζητήματα θεωρίας της μυθοπλασίας και της ποίησης. Στη διδασκαλία και το κριτικό έργο του ανοίχτηκε στη γαλλική θεωρία της λογοτεχνίας, διατηρώντας όμως πάντοτε μια απόσταση από τα αφηρημένα θεωρητικά σχήματα. Δημοσιεύουμε σήμερα αποσπάσματα από τα άρθρα της Dinah Birch, καθηγήτριας της αγγλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ (The Times Literary Supplement, 3.2.2010), της Elisabeth Sifton, επιμελήτριας εκδόσεων (The Paris Review, 7.9.2010) και του James Wood, κριτικού λογοτεχνίας και συγγραφέα (London Review of Books, 23.9.2010), που δίνουν μια εικόνα για τη ζωή και το έργο αυτού του –σημαντικού και σχεδόν άγνωστου στην Ελλάδα– θεωρητικού της λογοτεχνίας.

«E»

του Τζαίημς Γουντ

μετάφραση: Κώστας Σπαθαράκης

Έχω κάθε λόγο να θυμάμαι τη συλλογή δοκιμίων του Φρανκ Κερμόντ The Art of Telling: είναι το πρώτο βιβλίο που έκλεψα. Από τα δεκαέξι μέχρι τα δεκαοκτώ μου, άρπαξα κάμποσα βιβλία από τα βιβλιοπωλεία. Οι οικονομικές μου δυνατότητες ήταν πολύ περιορισμένες, ενώ η πείνα μου ακόρεστη· και εκείνα τα ογκώδη ακαδημαϊκά βιβλία έμοιαζαν τόσο θελκτικά! Η απλησίαστη τιμή τους έμοιαζε να εγγυάται την υψηλή ποιότητα της απόκρυφης γνώσης που υπόσχονταν. Μυθιστορήματα μπορούσε να βρει κανείς και στις βιβλιοθήκες, να τα «δανειστεί» από ένα φίλο, αλλά οι καινούργιες ποιητικές συλλογές και τα βιβλία θεωρίας της λογοτεχνίας υπερέβαιναν κατά πολύ το πενιχρό μου βαλάντιο και συνεπώς έπρεπε να απαλλοτριωθούν.

Η αρχή της δεκαετίας του 1980 ήταν εξάλλου μια εποχή που η κριτική και η θεωρία της λογοτεχνίας έμοιαζε να έχει εξαιρετική σημασία. Παρά το γεγονός ότι, κατά κοινή ομολογία, είχαν σχηματιστεί δύο στρατόπεδα, η θεωρία από τη μια πλευρά και η κριτική από την άλλη, ο διψασμένος για γνώση φοιτητής ένοιωθε την ανάγκη να τα διαβάσει όλα, το Blindness and Insight αλλά και το The Force of Poetry, να ακούσει τον ψίθυρο της γλώσσας ακόμη και μέσα στον πύργο του Κυανοπώγωνα. Σε ένα τέτοιο πνευματικό περιβάλλον η σημασία του Φρανκ Κερμόντ ήταν τεράστια, ακριβώς επειδή ο ίδιος ήταν σαν ένας πατέρας που δεν σταμάτησε να αλλάζει. Είχα μεγαλώσει μαζί του: στα σχολικά μου χρόνια ήταν εκείνος που με εισήγαγε στην Τρικυμία της εκδοτικής σειράς The Arden Shakespeare, και οι δικές του διαυγείς κριτικές (πόσο λιγότερο δογματικές από ό,τι εκείνες του προτεστάντη Λήβις!) έλαμπαν στο οπισθόφυλλο των καινούργιων μυθιστορημάτων. Όταν όμως μπήκα στο πανεπιστήμιο, συνειδητοποίησα με ανακούφιση πως ο Κερμόντ δεν ήταν πια ο κριτικός που ξέραμε τη δεκαετία του 1950· η θεωρία, η αφηγηματολογία και η θεολογία είχαν αφήσει τα ίχνη τους στο έργο του, και ο ίδιος έκανε ό,τι μπορούσε για να μοιάσει στους μειλίχιους άγγλους ξενοδόχους που φιλοξενούσαν τις οικογένειες των στρατιωτών την εποχή του Πολέμου. Σε έκανε σχεδόν να αισθάνεσαι πατριωτισμό, γιατί ήταν ένας από τους ελάχιστους βρετανούς κριτικούς λογοτεχνίας της γενιάς του που μπορούσε να συναγωνιστεί τους αμερικανούς και ευρωπαίους κριτικούς στο επίπεδο της πνευματικής λεπτότητας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Φρανκ Κερμόντ: εις μνήμην

Standard

Φρανκ Κερμόντ (1919-2010): Μια ιδιότυπη μορφή της λογοτεχνικής κριτικής και θεωρίας

της Ελίζαμπεθ Σίφτον

Ο συγγραφέας και κριτικός Φρανκ Κερμόντ, που πέθανε τον Αύγουστο σε ηλικία 91 χρονών ήταν, για τους πάμπολλους συναδέλφους και αναγνώστες του στην Αμερική και την Αγγλία,  που τον λάτρευαν και τον θαύμαζαν,  ένας άνθρωπος sui generis. Για περισσότερα από εξήντα χρόνια, γνωρίσαμε –σε πάνω από πενήντα βιβλία και εκατοντάδες (ή, σωστότερα, χιλιάδες) αυστηρές και καλογραμμένες βιβλιοκριτικές, για να μην αναφερθούμε στα σεμινάρια και τις διαλέξεις του– την αριστοτεχνική ισορροπία του πνεύματός του· την εκπληκτική λογοτεχνική και φιλοσοφική ευρυμάθεια και λογιοσύνη του· τη χαρακτηριστική του ακρίβεια και λεπτότητα που προσέδιδε ακόμα και στο πιο δύσκολο έργο μια χαρισματική αύρα.

Τι ήταν λοιπόν ο Κερμόντ; Ήταν κάτι πολύ περισσότερο από καθηγητής της λογοτεχνίας, όσο υψηλό και συναρπαστικό περιεχόμενο κι αν προσδώσουμε στον τίτλο αυτό. Αν μη τι άλλο, αγνόησε τα καθιερωμένα ακαδημαϊκά σύνορα, διδάσκοντας και γράφοντας για τη λογοτεχνία από την εποχή της Αναγέννησης μέχρι τις μέρες μας — για το θέατρο, το μυθιστόρημα, την επιστολογραφία, τα θρησκευτικά κείμενα, την ποίηση. Ανέλυσε τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η κριτική διαφόρων ειδών, πώς οι αναγνώστες και οι συγγραφείς καινοτόμησαν ή έμειναν πιστοί στην παράδοση· μας μύησε στις στρατηγικές που έχουμε στη διάθεσή μας για να κατανοήσουμε  τι ήθελε να πουν ο συγγραφέας ενός ποιήματος ή πεζού — wie es eigentlich gemeint (όπως ακριβώς το εννοούσε), για να παραφράσουμε τον μεγάλο Λέοπολντ φον Ράνκε. Και μας χάρισε εμπνευσμένες κρίσεις όσον αφορά τα σπουδαιότερα λογοτεχνικά έργα, παλιά και νεότερα, βοηθώντας μας να αντιληφθούμε την εκπληκτική τους ομορφιά, την οποία εκείνος λάτρευε.

Το θαύμα του Φρανκ Κερμόντ

Standard

Φρανκ Κερμόντ (1919-2010): Μια ιδιότυπη μορφή της λογοτεχνικής κριτικής και θεωρίας

της Ντάινα Μπερτς

Φρανκ Κερμόντ, 2000

Η σταδιοδρομία του σερ Φρανκ Κερμόντ έχει κάτι το θαυμαστό. Έχει εκδώσει περισσότερα από σαράντα βιβλία, από τότε που άρχισε να δημοσιεύει στη δεκαετία του 1950, καθώς και αναρίθμητα άρθρα και βιβλιοκρισίες. Υπηρέτησε σε σημαντικές πανεπιστημιακές θέσεις σε ολόκληρη τη Βρετανία, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζει η θητεία του ως καθηγητή της αγγλικής φιλολογίας στο Καίμπριτζ. Η παραγωγικότητά του δεν ελαττώθηκε καθόλου μετά τη συνταξιοδότησή του. Το 2009 εξέδωσε δυο νέα έργα, μια στοχαστική μελέτη για τον Ε.Μ. Φόρστερ και το Bury Place Papers, μια επιλογή με ορισμένα από τα πιο ενδιαφέροντα άρθρα που έγραψε για το London Review of Books. Η βαθιά καλλιέργεια και το οξυδερκές βλέμμα του δεν έχουν χάσει τίποτα από την αρχική τους ορμή.

Συνέχεια ανάγνωσης

Πνεύματα της Ευρώπης

Standard

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ. ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΨΥΧΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

του Νικόλα Σεβαστάκη

Jacques Buonacorsi, «Δίας και Ιώ», 16ος αιώνας

Υπάρχει, όπως είναι γνωστό, μια πλούσια κληρονομιά σκέψεων για την Ευρώπη. Από τον Ουγκώ, στον Νίτσε και στον Βαλερύ. Από τον Ανατόλ Φρανς ως τον Μίλαν Κούντερα. Και από τις φιλοσοφίες της Ιστορίας ως την ποιητική των συνόρων και των περιοχών. Λόγοι περί Ευρώπης που αποτέλεσαν δηλώσεις αγάπης σε εμβληματικές πόλεις, σε ιερούς τόπους της λογοτεχνίας, της μουσικής και της αρχιτεκτονικής. Στοχασμοί για τη Δύση, την Mitteleuropa (Μεσευρώπη), τη Μεσόγειο.

Σε όλα αυτά τα υψηλά θραύσματα του μακρινού ή πιο πρόσφατου παρελθόντος αναζητείται επίμονα μια ορισμένη ιδέα της Ευρώπης, μια πνευματική αποστολή ή, όπως συνηθίζονταν να λέγεται, ένα πεπρωμένο. Άλλοτε ανασκάπτοντας τις τρεις πολιτισμικές πηγές –Αθήνα, Ρώμη, Ιερουσαλήμ– και άλλοτε σε διάλογο με τις αξίες της νεωτερικής εποχής, με το τρίπτυχο της Γαλλικής Επανάστασης. Ανακαλύπτοντας αρμονίες και αντιθέσεις που έφτασαν ως το σήμερα: λ.χ. για τη σημασία του χριστιανισμού στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού πολιτισμού ή για άλλα ζητήματα που διχάζουν όσο αλλάζουν άρδην τα δημογραφικά και πολιτιστικά τοπία των χωρών της ηπείρου.

Συνέχεια ανάγνωσης