Ο σύντροφός μας Αλέκος Λύτρας

Standard

του Στρατή Μπουρνάζου

Χαρακτικό του Γιάννη Κεφαλληνού, από τους «Σκλάβους πολιορκημένους» του Κώστα Βάρναλη.

Σήμερα, αν έχω καταλάβει καλά, οι αριστεροί και οι αριστερές της δικιάς μας –πάλαι ποτέ ενιαίας, προ Ιουνίου, συριζαϊκής Αριστεράς– αισθάνονται, αν μη τι άλλο, κάποια αμηχανία. Μια αμηχανία που δεν έχει να κάνει, πρωτίστως, με τα πρόσωπα, αφού διαχέεται ανεξάρτητα με το τι ψηφίζει ο καθένας, και εμφανίζεται, λανθάνουσα έστω, και σε δήμους ή περιφέρειες με λαμπρούς υποψήφιους και υποψήφιες. Με τι σχετίζεται λοιπόν;

Πρώτα απ’ όλα, ασφαλώς με την πολυδιάσπαση. Η διάσπαση του ΣΥΝ και στη συνέχεια η διάρρηξη της συμμαχίας του ΣΥΡΙΖΑ, που καθρεφτίζονται και στις σημερινές εκλογές, ήταν μια μεγάλη οπισθοδρόμηση, πολιτικά, οργανωτικά, ψυχολογικά. Κι αυτό γιατί ο ενιαίος ΣΥΝ και ο ενιαίος ΣΥΡΙΖΑ υπήρξαν μεγάλη ευκαιρία –έστω κι αν δεν πραγματώθηκε ποτέ– για πολλά: πρώτον, ευκαιρία ώστε η ανανεωτική και κινηματική Αριστερά να αποκτήσει κοινωνική δικτύωση σε όλη την Ελλάδα, να μη μείνει ες αεί στρατιά με στρατηγούς χωρίς στρατιώτες· δεύτερον, για μια νέα πολιτική σύνθεση, μέσα από τη θέρμη της πολιτικής εμπιστοσύνης που θα μπορούσε να λιώσει τασικές και συνιστωσιακές περιχαρακώσεις· τρίτον, το βήμα ώστε ένας ολόκληρος αριστερός κόσμος της μεταπολίτευσης, που καλλιεργούσε πια την πολιτική στο κηπάκι του, να επανέλθει στην κεντρική σκηνή. Την πολυδιάσπαση βέβαια δεν μπορούμε να την ξεπεράσουμε με ξόρκια υπέρ της ενότητας, ούτε ελεεινολογώντας το κακό το ριζικό μας, ούτε με οξυγονοκολλήσεις προ των «βαρβάρων»· μπορούμε όμως, τουλάχιστον, να μην καταστρέφουμε τους πολιτικούς και ψυχικούς δεσμούς που μας συνδέουν με τους συντρόφους της άλλης πλευράς, όπου κι αν βρίσκονται: στη Δημοκρατική Αριστερά, στο Μέτωπο, την Ανταρσύα — και τούμπαλιν, βέβαια. Δεν εννοώ ισορροπισμούς, τσιριμόνιες αβροφροσύνης, απουσία κριτικής και υποκριτικές συναινέσεις· εννοώ ότι, παρά τις διαφωνίες και τις συγκρούσεις, αυτός ο ιστός, ένας χώρος επαφής και συζήτησης, είναι όρος ύπαρξης για όλους μας.

Πέρα όμως από τον κατακερματισμό, υπάρχει, πιστεύω, και ένας βαθύτερος λόγος για την αμηχανία: δεν έχει γίνει ξεκάθαρο, όχι μόνο στις «πλατιές λαϊκές μάζες» αλλά ούτε στους αριστερούς και τις αριστερές ψηφοφόρους, σε τι συμπυκνώνεται η αριστερή αντίληψη για την αυτοδιοίκηση.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αριστερά και Τοπική Αυτοδιοίκηση: εμπειρίες, προβλήματα, προοπτικές

Standard

Συζητούν ο Χάρης Κωνσταντάτος,

ο Μιχάλης Σπουρδαλάκης και ο Κωστής Χατζημιχάλης

Δημοσιεύουμε σήμερα το δεύτερο μέρος της συζήτησης μεταξύ του Χ. Κωνσταντάτου, του Μ. Σπουρδαλάκη και του Κ. Χατζημιχάλη, με γενικό θέμα το αυτοδιοικητικό τοπίο όπως διαμορφώνεται στη συγκυρία της κρίσης και της εφαρμογής του «Καλλικράτη». Το πρώτο μέρος, με τίτλο «Η τεράστια διοικητική-πολιτική αναδιάρθωση του “Καλλικράτη” και η λογική της “αποκένωσης του κράτους” στη συγκυρία της κρίσης», είχε δημοσιευθεί την προηγούμενη Κυριακή. Αφιερωμένο στον Καλλικράτη, κατέληγε ανοίγοντας το θέμα των δυνατοτήτων και της πολιτικής της Αριστεράς, σε τοπικό επίπεδο, με τα νέα δεδομένα.

«Ε»

Ρενέ Μαγκρίτ, "Η ωραία της νυκτός"

Χάρης Κωνσταντάτος: Ο Μ. Σπουρδαλάκης αναφέρθηκε σε «κοινωνικές συνέργειες που υπονομεύουν την καπιταλιστική λογική και θα ενδυναμώνουν τα κοινωνικά θύματα του Μνημονίου και του προκρούστειου Καλλικράτη». Αυτό, κατά τη γνώμη μου, έχει ως προϋπόθεση την υπέρβαση του γνώριμου μοντέλου του αριστερού αγωνιστή δημάρχου της μεταπολίτευσης. Το μοντέλο αυτό, που προέτασσε κατά κύριο λόγο τη διεκδίκηση (πόρων, αρμοδιοτήτων, υποδομών) από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, το ζήσαμε για πολλά χρόνια και προφανώς αποτελεί αναπόσπαστη παρακαταθήκη της αριστερής ταυτότητας, ειδικά στα αστικά κέντρα· ακόμα και σήμερα αισθανόμαστε την ηχώ του, αν και τα παραδείγματα πια είναι λίγα. Λέω «υπέρβαση», γιατί οι δημοτικές αρχές, ακόμα και της Αριστεράς, υπήρξαν εχθρικές σε κοινωνικές πρωτοβουλίες αυτοοργάνωσης, βλέποντας τον ρόλο τους κυρίως ως προνομιακούς διαμεσολαβητές των αιτημάτων και των προσδοκιών της τοπικής κοινωνίας προς το κεντρικό κράτος.

Μιχάλης Σπουρδαλάκης: …σχεδόν σαν ομάδα πίεσης.

Χ. Κωνσταντάτος: Υπάρχει λοιπόν, ιδιαίτερα σε καθεστώς κρίσης, όπου πολλές ταυτότητες και σχέσεις σε τοπικό επίπεδο αλλάζουν ριζικά, ένα ζήτημα αναπροσανατολισμού: Τι κάνει μια αριστερή δημοτική αρχή ή οι αριστερές δυνάμεις τοπικά και πώς το ζήτημα της πολιτικής αντιπροσώπευσης συνδέεται οργανικότερα με νέου τύπου κοινωνικές διεργασίες, αλληλέγγυες, που ξεπηδούν σταδιακά «από τα κάτω», πώς ενθαρρύνουμε κάποιες από αυτές; Πώς η προηγούμενη αγωνιστική παράδοση, της διεκδίκησης απέναντι στο συγκεντρωτικό ελληνικό κράτος, μπορεί να συνταιριαστεί με τον ρόλο του υποκινητή, του οργανωτή — και πάντως ομόλογου σε τοπικό επίπεδο της κοινωνικής κινητοποίησης, όχι αντιπροσώπου της, εξωτερικά;

Μ. Σπουρδαλάκης: Θεωρώ ότι αυτό πρέπει να γίνει με ανοικτό μυαλό, με φαντασία, χωρίς στερεότυπα και πάντα με πολιτικούς όρους. Ας μην ξεχνάμε ότι η κρίση συμβάλλει ουσιαστικά στην αναδιάταξη των πολιτικών δυνάμεων. Αναδιάταξη που ξεκινά από τη σοβούσα, εδώ και καιρό, κρίση αντιπροσώπευσης και ολοκληρώνεται με την αποευθυγράμμιση των πολιτικών δυνάμεων από την κοινωνία, εξέλιξη που στις παρούσες εκλογές γίνεται περισσότερο από φανερή. Έτσι, και σε τοπικό και σε περιφερειακό επίπεδο, θα δημιουργούνται ευκαιρίες για νέες κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες. Το ζήτημα δεν είναι μόνο να μεταφέρουμε την παλιά αγωνιστική κινηματική παράδοση της Αριστεράς στον δικό μας χώρο· πρέπει να βλέπουμε και πολιτικά στο επίπεδο των δημοτικών, περιφερειακών κινήσεων κλπ. και προς τις όμορες δυνάμεις, για να κάνουμε αυτή την παρέμβαση, που πολύ σωστά επισημαίνει ο Χ. Κωνσταντάτος.

Έργο του Ανρί Ματύς, από την ενότητα "Τζαζ"

Οι αριστεροί δήμαρχοι και το πρόβλημα του «ρεφορμισμού»

Κωστής Χατζημιχάλης: Εδώ νομίζω αγγίζουμε ένα θέμα-ταμπού για την έννοια του αριστερού δημάρχου στην Ελλάδα: το πρόβλημα του ρεφορμισμού. Αφενός, υπάρχει ένα κατοχυρωμένο πλαίσιο, που ανέφερε πριν ο Χάρης: ο διεκδικητικός ρόλος. Αυτό όχι μόνο δεν πρέπει να αρθεί, αλλά, ιδίως υπό τις σημερινές συνθήκες, πρέπει να ενταθεί. Από την άλλη, κάθε φορά που συζητάμε τι κάνει ένας αριστερός δήμαρχος ξαναμπαίνει το ερώτημα: Αν κάνει κάτι πέρα από τη διεκδίκηση, αυτό είναι αναπαραγωγή του συστήματος, είναι ένταξη στις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής;

Να θυμίσω ένα περιστατικό που συζητάμε συχνά όταν μπαίνει το θέμα. Το 1979 ψηφίστηκε ο περίφημος νόμος 947/1979 «Περί οικιστικών περιοχών», του Στ. Μάνου, υφυπουργού τότε Δημόσιων Έργων. Θέμα του ήταν πώς γίνονται οι επεκτάσεις των πόλεων, με την ενεργό πολεοδομία, με εισφορά σε γη και σε χρήμα — αιτήματα δηλαδή εκσυγχρονιστικά που έθετε και η Αριστερά πριν τη δικτατορία. θυμίζω τα συνέδρια με τη συμμετοχή των Γρ. Διαμαντόπουλου, I. Μπούζεμβεργκ κ.ά. Οι μόνοι δήμαρχοι που έκαναν κάποια προσπάθεια να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες του νόμου ήταν οι δήμαρχοι της ανανεωτικής Αριστεράς. Οι υπόλοιποι, με βασικό κορμό το ΚΚΕ και το ΠΑΣΟΚ, ήταν κάθετα αντίθετοι, θεωρούσαν ότι μια τέτοια στάση αποτελεί τον πιο χυδαίο ρεφορμισμό. Βρισκόμαστε, άλλωστε, στην εποχή του «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο».

Τι γίνεται λοιπόν σήμερα, όταν υπάρχει ένα τοπικό πρόβλημα μεγάλης ανεργίας; Οι καινούργιες δυνατότητες σου αφήνουν κάποια ψήγματα πρωτοβουλιών, με λίγους πόρους. Καταρχάς, σίγουρα ζητάς περισσότερα χρήματα, γιατί, όπως έχει πει και ο Χ. Κωνσταντάτος, ένας αριστερός δήμαρχος δεν μπορεί να είναι απλώς διαχειριστής της φτώχειας. Αυτό είναι σίγουρο. Μια πολύ σημαντική πηγή κονδυλίων, ειδικά για τη φτώχεια, είναι τα κοινωνικά ταμεία συνοχής. Όμως, για να πάρεις χρήματα από εκεί χρειάζεσαι τεχνοκρατική προετοιμασία. Ορισμένοι αριστεροί δήμαρχοι δεν το κάνουν, επειδή θεωρούν ότι είναι χάσιμο χρόνου ή αποδοχή της «κακιάς Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Παραπέρα, πρέπει να σκεφτούμε ιδέες που ξεπερνάνε τη διαχείριση της φτώχειας και την έλλειψη κονδυλίων. Στην Ευρώπη, δήμαρχοι που έχουν ψηφιστεί από την Αριστερά (εμείς μπορεί, βέβαια, με το δικό μας το «αριστερόμετρο» να τους θεωρούμε απλώς «εκσυγχρονιστές») έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν θεσμούς και δομές που δίνουν στους άνεργους και τις άνεργες δημιουργικές διεξόδους. Είναι επίσης διαδεδομένα τα «κοινωνικά παντοπωλεία»: παρόλο που στη χώρα μας η ιδέα έχει υλοποιηθεί συχνά με κακό και ψηφοθηρικό τρόπο, μπορεί να αποτελέσει, για την Αριστερά, μια πρακτική με προοπτικές.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο συνδυασμός βιολογικής γεωργίας και κοινωνικά χρήσιμου φαγητού. Υπάρχουν μεγάλοι καταναλωτές φαγητού, όπως ο στρατός, τα σχολεία, τα νοσοκομεία, τα πανεπιστήμια, καθώς και τα κοινωνικά συσσίτια ενός δήμου, που έχουν σημαντική ζήτηση αγροτικών προϊόντων, ως πρώτη ύλη. Στη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, ακόμη και τη Γιουγκοσλαβία κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών, αριστεροί δήμοι και περιφέρειες (η τελευταία προσφέρει τις αναγκαίες οικονομίες κλίμακας), οργάνωσαν και θεσμοθέτησαν τη συνεργασία μεταξύ βιολογικής γεωργίας και μεγάλων, σταθερών καταναλωτών, δημιουργώντας στην πράξη κοινωνικά χρήσιμο φαγητό για όλους.

Μια άλλη ιδέα είναι οι λεγόμενες «κοινωνικές τράπεζες χρόνου», που έχουν εφαρμοστεί εκτεταμένα στην Ιταλία. Ο κάθε πολίτης «καταθέτει» στην τράπεζα ένα χρονικό διάστημα στο οποίο μπορεί να παρέχει μια υπηρεσία: να φτιάξει τα υδραυλικά, να κάνει μαθήματα κιθάρας ή αγγλικών, να συμπληρώσει μια φορολογική δήλωση κ.ο.κ. Η κάθε ώρα σε αυτή την κοινωνική παροχή είναι ισάξια, δεν υπάρχουν διαφοροποιήσεις ανάλογα με το είδος της εργασίας: μία ώρα ενός ηλεκτρολόγου αντιστοιχεί με μία ώρα μιας καθηγήτριας, ενός γυμναστή κ.ο.κ. Θα μπορούσε να πει κανείς –εγώ βέβαια δεν συμφωνώ– ότι όλα αυτά είναι ρεφορμισμός.

Μ. Σπουρδαλάκης: Δεν είναι, διότι αυτού του είδους οι πρωτοβουλίες ουσιαστικά πάνε κόντρα στη λογική της αγοράς.

Κ. Χατζημιχάλης: …και κόντρα στην εμμονή να περιμένουμε όλες τις λύσεις από το κράτος.

Βάσω Κατράκη, "Ψαράδες με καπέλα"

Μ. Σπουρδαλάκης: Και έτσι φτιάχνεις συνειδήσεις, «ουσιαστικοποιείς», αν μου επιτρέπεται ο βαρβαρισμός, τα συνθήματα που ακούμε, ειδικά παραμονές των εκλογών, περί αλληλεγγύης. Η αλληλεγγύη δεν είναι αφηρημένη έννοια και υπόσχεση· έχει να κάνει και με πολύ συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, όπως οι τράπεζες χρόνου, με το πώς οργανώνει κανείς όσους έχουν ανάγκη, στη συγκυρία της καλλικρατικής μεταρρύθμισης και της μνημονιακής διαχείρισης της κρίσης. Η διχοτομία ανάμεσα στον ρεφορμισμό και την επανάσταση, τουλάχιστον στο πεδίο αυτό, δεν πρέπει να μας απασχολεί και κυρίως δεν πρέπει να παγώνει τη δράση μας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Εξαπτέρυγα και ξεφτέρια πάνω από την κάλπη

Standard

Έργο του Ανρί Ματίς, από την ενότητα "Τζαζ"

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ


του Νίκου Σαραντάκου

Οι πρωινοί θα έχουν ήδη ρίξει το ψηφοδέλτιο στην κάλπη, αλλά το σημερινό σημείωμα της στήλης δεν μπορεί να μην έχει σχέση με τις εκλογές. Όμως, η σημερινή είναι η τρίτη εκλογική αναμέτρηση μέσα στα δυο χρόνια που λεξιλογώ από τις φιλόξενες σελίδες της Αυγής, οπότε τα βασικά του εκλογικού λεξιλογίου (κάλπη, ψήφος και τα τοιαύτα) τα έχω καλύψει. Για να μη σας σερβίρω λοιπόν ξαναζεσταμένο φαγητό, θα εξετάσω μια λέξη που δεν ήταν ανέκαθεν εκλογική αλλά ακούστηκε αρκετά στις φετινές εκλογές, τη λέξη «εξαπτέρυγα».

Η λέξη αυτή τον τελευταίο καιρό έχει μπει στο παραπολιτικό λεξιλόγιο για τα καλά. Η αρχή ίσως έγινε από τον Αντώνη Σαμαρά τον Ιούνιο, όταν, φωτογραφίζοντας τον Καρατζαφέρη και τη Ντόρα Μπακογιάννη που έδωσαν θετική ψήφο στο μνημόνιο, έκανε λόγο για όσους προσχώρησαν σε αυτή την πολιτική ως εξαπτέρυγα του ΠΑΣΟΚ… Ο όρος έπιασε στα φιλικά του έντυπα, με αποτέλεσμα ο κ. Σαμαράς να συνεχίσει να τον χρησιμοποιεί — για παράδειγμα, στις αρχές Οκτωβρίου, στο φεστιβάλ της ΟΝΝΕΔ, έκανε λόγο για «εξαπτέρυγα και παπαγαλάκια της κυβέρνησης». Το είπε μια, το είπε δυο ο Σαμαράς, ο έτερος ένοικος της πολυκατοικίας δεν βάσταξε άλλο και αντέδρασε: «Όσο είμαι εγώ εξαπτέρυγο του ΠΑΣΟΚ, άλλο τόσο ο Σαμαράς είναι εξαπτέρυγο της αριστεράς», είπε την περασμένη εβδομάδα ο Γ. Καρατζαφέρης.

Συνέχεια ανάγνωσης

Τι είναι και τι δεν είναι το Red Notebook

Standard

Σκίτσο του Kalio

Το Red Notebook (RNB) είναι ένα πόρταλ ενημέρωσης, καθημερινού πολιτικού σχολιασμού και ανάλυσης για όσα αφορούν την πολιτική, την κοινωνία και τον πολιτισμό — είτε αυτά συμβαίνουν στην Ελλάδα είτε όχι.

Δεν είναι επιχείρηση. Δεν εκδίδεται (από) και δεν απευθύνεται σε «ειδικούς», αν και στη μεγάλη παρέα του συμμετέχουν δημοσιογράφοι, πανεπιστημιακοί, άνθρωποι που ασχολούνται επαγγελματικά με τον πολιτισμό — και που οι άλλοι τους θεωρούν «ειδικούς». Μολονότι φιλοδοξεί να είναι έγκυρο, αποφεύγει συστηματικά την ουδετερότητα. Ταυτόχρονα, απαγορεύει στον εαυτό του να γίνεται αυτοαναφορικό: η σκοπιά απ’ την οποία βλέπει τα πράγματα το υποχρεώνει να συζητά, να μαθαίνει, να βλέπει αποχρώσεις.

Μπορείτε να γίνετε το «αυτί» και το «μάτι» του όπου κάτι κινείται, αλλά και να ανοίξετε εσείς τη συζήτηση. Το RNB δεν μιλάει μόνο: προσπαθεί και να ακούει.

rednotebook.gr | rnbnet.gr

Σκίτσο του Kalio


Στην Ευρώπη, οι δεξιότητες εναντίον της γνώσης

Standard

 

 

Για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ένας είναι ο στόχος: να προετοιμάσουν ένα φυτώριο ευέλικτου εργατικού δυναμικού για να απαντήσουν στις ανάγκες των επιχειρήσεων σε εργάτες με χαμηλή ειδίκευση.

 

του Νίκο Χιρτ

Η εκπαιδευτική σκέψη της κας Αντρούλλας Βασιλείου, της κυπρίας επιτρόπου για την εκπαίδευση, συμπυκνώνεται σε μερικές φράσεις: «βελτίωση των δεξιοτήτων και πρόσβαση στην εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση με βάση τις ανάγκες της αγοράς», «να μπορεί η Ευρώπη να αντιμετωπίζει τον παγκόσμιο ανταγωνισμό», «να αποκτούν οι νέοι εφόδια για τη σημερινή αγορά εργασίας» και «να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης».[1]

Γκυστάβ Καϊγμπότ, "Le Pont d' Europe"

Συνοψίζει αρκετά καλά τις αντιλήψεις των ευρωπαίων ιθυνόντων, οι οποίοι, εδώ και δεκαπέντε χρόνια, θεωρούν ότι η πρωταρχική αποστολή του σχολείου είναι να υποστηρίζει τις αγορές και ότι η λύση στα προβλήματα της ανεργίας και της ανισότητας βρίσκεται σε μια καλύτερη αντιστοιχία ανάμεσα στην εκπαίδευση και στις «ανάγκες» της οικονομίας.

Το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop) προβλέπει, για τα επόμενα χρόνια, αύξηση της απασχόλησης υψηλής ειδίκευσης, αλλά επίσης «μια σημαντική αύξηση των θέσεων απασχόλησης στους τομείς των υπηρεσιών, ιδιαίτερα στη λιανική πώληση και τη διανομή, καθώς και σε άλλες στοιχειώδεις εργασίες, που δεν απαιτούν παρά λίγα ή καθόλου τυπικά προσόντα».[2] Ένα φαινόμενο στο οποίο ο ευρωπαϊκός οργανισμός δίνει το όνομα «πόλωση στη ζήτηση δεξιοτήτων».

Πρόκειται για μια τάση που οι ΗΠΑ γνωρίζουν επίσης: στους σαράντα τομείς απασχόλησης που παρουσιάζουν την μεγαλύτερη αύξηση σε όγκο, οκτώ μόνον απαιτούν πολύ υψηλά επίπεδα προσόντων (baccalauréat + 4 ή περισσότερα), ενώ περίπου είκοσι δεν απαιτούν παρά μια σύντομη εμπειρική κατάρτιση στον τόπο εργασίας (short-term on-the-job training).[3] Διάφοροι αγγλοσάξονες συγγραφείς περιγράφουν αυτή την πόλωση με την αντιπαράθεση «MacJobs» και «McJobs» (παραπέμποντας στον Mac, τον υπολογιστή της εταιρίας Apple, και στο «Mc» των McDonald’s). Για τους οικονομολόγους David H.Autor, Lawrence F. Katz και Melissa S. Kearney, «η εξέλιξη της απασχόλησης [από] τη δεκαετία του 1990 έχει πολωθεί, παρουσιάζοντας την μεγαλύτερη αύξηση στις θέσεις εργασίας που απαιτούν υψηλή ειδίκευση, την μικρότερη αύξηση στις θέσεις μεσαίου επιπέδου προσόντων και μια μέτρια αύξηση των θέσεων χαμηλής ειδίκευσης».[4]

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Μαρθελίνο Καμάτσο, 1918-2010: άνω τελεία

Standard


 

M. Kαμάτσο

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου, τη μέρα που σύντροφοι και φίλοι κήδευαν στην Αθήνα τον Ηλία Στάβερη, στη Μαδρίτη άφηνε την τελευταία του πνοή ο Μαρθελίνο Καμάτσο: ένας από τους μεγάλους ηγέτες του εργατικού κινήματος, ιδρυτής των Comisiones Obreras, των Εργατικών Επιτροπών που έδεσαν τον αντιδικτατορικό με τον συνδικαλιστικό αγώνα την εποχή του Φράνκο, και που μετεξελίχθηκαν κατόπιν, όταν ήρθε η μεταπολίτευση στην Ισπανία, σε εργατική συνομοσπονδία, την πιο μαζική και ισχυρή της χώρας ως τις μέρες μας.

Η σύνδεση, με αφορμή τη χρονική σύμπτωση των δύο θανάτων, αναμφίβολα είναι υποκειμενική. Κομμουνιστές και οι δύο, με άφθονα χρόνια φυλακής, αφοσιωμένοι στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα με ανοικτό μυαλό, πιστεύοντας στην αυτονομία του, είχαν συναντηθεί σε δημόσια συζήτηση σε φεστιβάλ της Αυγής (τέλος της δεκαετίας του ’70, αν δεν κάνω λάθος), ίσως και σε άλλες ευκαιρίες. Αλλά ο Καμάτσο ευτύχησε να ηγηθεί σε ένα κίνημα όλο και πιο ρωμαλέο, με διαπραγματευτική δύναμη που οδήγησε σε σπουδαίες νίκες για την εργατική τάξη και τη δημοκρατία∙ ενώ οι προσπάθειες που κατέβαλε με όλες του τις δυνάμεις, σε όλη του τη ζωή, ο δικός μας Στάβερης δεν έφεραν ανάλογους καρπούς. Τους λόγους θα χρειαζόταν να τους ψάξουμε ιστορικά. Για μένα ωστόσο συνδέονται ο πρώτος μου καθοδηγητής στο ΚΚΕ εσωτερικού, ακαταπόνητος οργανωτής του ΑΕΜ, και ο θρυλικός ισπανός ηγέτης τον οποίο γνώρισα μέσα από κείμενα κυρίως (ανάμεσά τους τα Κείμενα της φυλακής που έβγαλε το Θεμέλιο το 1977): μάς άνοιγαν τον ίδιο δρόμο.

Τον αποτυπώνει, εξαιρετικά νομίζω, ο σύντροφος τού Καμάτσο, Νικολάς Σαρτόριους, στον τελευταίο αποχαιρετισμό που ακολουθεί και δημοσιεύθηκε στις 31 Οκτωβρίου στην El Pais.

Ελίζα Παπαδάκη

Άνω τελεία

του Νικολάς Σαρτόριους

 

Με τον Σαντιάγο Καρίγιο

Μόλις έμαθα, με απέραντη θλίψη, το θάνατο του συντρόφου Μαρθελίνο και μου ζητούν να στείλω λίγες γραμμές στη μνήμη του. Γνώρισα τον Καμάτσο στις συνελεύσεις του Κοινωνικού Κύκλου Μανουέλ Ματέο στην οδό Βεργκάρα, στη Μαδρίτη. Ήταν το 1965, όταν οι Εργατικές Επιτροπές άρχιζαν να συντονίζονται κατά κλάδο παραγωγής. Εκείνος ήταν τότε ο ηγέτης των μεταλλουργών, αλλά για μένα, όπως υποθέτω και για τους νέους αγωνιστές που είχαμε βαλθεί να οργανώσουμε τους εργαζόμενους, αφού χωρίς αυτούς δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα ενάντια στη δικτατορία, συμβόλιζε μιαν εργατική τάξη που αντιμετώπιζε με ανανεωμένη δύναμη ένα καθεστώς το οποίο αρνιόταν τα δικαιώματά της.

 

Εξώφυλλο: Γ. Βαλαβανίδης

Κατόπιν, καθώς περνούσαν τα χρόνια, μοιράστηκα με τον Μαρθελίνο τη γέννηση και την ανάπτυξη των Εργατικών Επιτροπών, το Διακλαδικό της Μαδρίτης, την Εθνική Συντονιστική Επιτροπή, τις διαδοχικές φυλακίσεις, τη Δίκη 1001,* τη νομιμοποίηση του συνδικάτου, το τέλος της δικτατορίας, τις πρώτες κοινωνικές συμφωνίες.

Από την πρώτη ηγετική ομάδα των Εργατικών Επιτροπών ήταν ο μεγαλύτερος σε ηλικία και ο μόνος που, πολύ νέος, είχε πάρει μέρος στον Εμφύλιο Πόλεμο. Ωστόσο βέβαια το κύρος του δεν προερχόταν από την ηλικία, αλλά από την αφοσίωσή του, τη γνώση του κόσμου της δουλειάς, την αγωνία του να ενημερώνεται, την ικανότητά του να μελετάει και την παροιμιώδη ιστορική του αισιοδοξία (όταν οι δικαστές τον καταδίκαζαν σε είκοσι χρόνια φυλακή τούς είπε κατάμουτρα ότι υπηρετούσαν μια δικτατορία που βυθιζόταν)∙ με δυο λόγια, ένας σωστός άνθρωπος που πήρε στους ώμους του τις τύχες των εργαζομένων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Περισσότερες συναντήσεις

Standard

Η ΗΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΤΑΡΙ

 

 

του Αριστείδη Μπαλτά

Έργο του Γ. Τσαρούχη

Πριν λίγο καιρό έπεσε στα χέρια μου μια μικρή μπροσούρα. Ο τίτλος προκλητικός: Πόλεμος και ιστορία. Ο υπότιτλος εντελώς απρόσμενος: Ο Θουκυδίδης ως πολιτικός ιστορικός του Πελοποννησιακού Πολέμου. Δεν διακρίνω στο εξώφυλλο ούτε πουθενά αλλού όνομα συγγραφέα –πράγμα λίαν αξιοπερίεργο για τα τρέχοντα ήθη– αλλά διαβάζω, με ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη, ότι πρόκειται απλώς για «μάθημα στη Λέσχη Κατασκόπων του 21ου Αιώνα». Ξεφυλλίζω. Η μπροσούρα είναι εξαιρετικά καλαίσθητη, εξαιρετικά καλά τυπωμένη, εξαιρετικά προσεγμένη. Βλέπω ότι η «Λέσχη Κατασκόπων του 21ου Αιώνα» έχει εκδώσει και άλλα κείμενα. Ξεχωρίζω τα πολύ σημαντικά, τουλάχιστον για μένα: Harry Braverman Εργασία και μονοπωλιακό κεφάλαιο, Ρομπέρ Λινάρ, Ο εγκατεστημένος. Πριν αρχίσει το κείμενο υπάρχει η εξής επισήμανση: «Είμαστε ενάντια στο copyright και με αυτήν την έννοια η χρήση είναι ελεύθερη για κινηματικούς σκοπούς. Σε τέτοια περίπτωση η αναφορά σε αυτήν την έκδοση θα εκτιμηθεί ως αναγνώριση των σκοπών της Λέσχης». Επισημαίνεται επίσης η «τεχνική υποστήριξη της κολλεκτίβας 03*03». Διαβάζω τελικά το κείμενο. Το διαβάζω μονορούφι. Ο λόγος μεστός, σαφής, γοητευτικός. Παρουσιάζει, πληροφορεί, επεξηγεί, αναλύει. Ο Θουκυδίδης, η σκέψη του, οι διατυπώσεις του, τα κίνητρά του, η εποχή του ζωντανεύουν. Σκέφτομαι πως αν γίνονταν έτσι τα μαθήματα αρχαίας ελληνικής Ιστορίας στο λύκειο θα καταλαβαίναμε όλοι καλύτερα γιατί αυτή η Ιστορία πρέπει να διδάσκεται. Ίσως και να την αγαπούσαμε. Σκέφτομαι ακόμη πως υπάρχουν σήμερα δίπλα μας άνθρωποι που προσπαθούν να μορφωθούν. Μόνοι τους. Το ότι η κοινωνία απουσιάζει από τα δελτία ειδήσεων δεν σημαίνει ότι η κοινωνία έπαψε να υπάρχει.

***

Συνεχίζω. Σε μια βόλτα στα βιβλιοπωλεία ανακάλυψα ένα βιβλίο που εκδόθηκε πολύ πρόσφατα: Étienne Balibar, Ο φόβος των μαζών: Σπινόζα, Φουκώ, Μαρξ, πρόλογος Άρης Στυλιανού, μετάφραση Τάσος Μπέτζελος, εκδόσεις Πλέθρον.  Πρόκειται για δύο εκτενή δοκίμια του Μπαλιμπάρ με αντικείμενο αυτό που θα αποκαλούσαμε πολιτική φιλοσοφία. Έκδοση, και αυτή, εξαιρετικά καλαίσθητη και προσεγμένη, με εισαγωγή πολύ κατατοπιστική και μετάφραση ακριβή και ρέουσα. Η «πολιτική φιλοσοφία» εδώ χάνει τον αέρα του αφηρημένου και του απόμακρου. Όχι μόνον ο Μαρξ ή ο Φουκώ, αλλά και ο Σπινόζα μετατρέπονται σε στοχαστές που έχουν πολλά να πουν για το δικό μας παρόν.  Για το πολιτικό σύστημα και για την κρίση του, αλλά κυρίως για το γιατί είναι η κοινωνία, είναι οι πολλοί, εκείνο που ορίζει τις τύχες όλων μας, όσο και αν φαίνεται πως το έδαφος έχει παραχωρηθεί πλήρως στους λογής πολιτικούς «εκπροσώπους» και τους τηλεοπτικούς αντιπροσώπους τους. Και για τους τρεις στοχαστές που παρουσιάζονται, το πολιτικό σύστημα και το κράτος οργανώνονται, όπως οργανώνονται, και δρουν, όπως δρουν, γιατί φοβούνται. Γιατί φοβούνται τους πολλούς, γιατί φοβούνται, ακριβώς, «τις μάζες».

***

Συνέχεια ανάγνωσης